Εκτύπωση

 kyriakh paralytou

Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Πατμίου

Ὁ ἄνθρωπος κλίνει φυσικὰ στὸ νὰ λυπῆται καὶ νὰ πονᾶ στὶς δυστυχίες καὶ συμφορὲς τῶν ἄλλων. Ἴσως ἐπειδὴ εἶναι κοινὲς ἢ ἐπειδὴ ὅλοι εἴμεθα ἀπὸ τὸ ἴδιο φύραμα, ἢ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος «τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα». Δὲν εἶναι βέβαιος ὅτι ἀργότερα δὲν θὰ φυτρώσουν στὸν ἴδιον οἱ ἄκανθες τῶν πόνων τὶς ὁποῖες βλέπει σὲ ἄλλους. Γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δικαίως σύρεται κανεὶς σὲ συμπαθῆ διάθεση, ὅταν θεωρῆ τὶς ἀσθένειες καὶ τοὺς πόνους τῶν συνανθρώπων του. Ποῖος, λοιπόν, θὰ ἦταν τόσο σκληρὸς στὴν καρδία, τόσο θηριογνώμων στὴν διάθεση ὥστε νὰ μὴ συλλυπηθῆ καὶ νὰ μὴ συμπονέση σήμερα, ἀκούγοντας ἀπὸ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον τοὺς πολλοὺς ἐκείνους χρόνους, τοὺς ὁποίους ἐπέρασεν ὁ σημερινὸς παράλυτος κατάκοιτος, σὰν ἀναίσθητος λίθος, ἐπάνω σὲ ἕνα κρεββάτι; Ποίου ἡ ψυχὴ δὲν θὰ πονοῦσε ἀκούγοντας πὼς αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος ἦταν ὄχι μόνον παράλυτος ἀλλὰ καὶ εὐρίσκετο σὲ ἐσχάτην πτωχεία, καὶ γι’ αὐτὸ ἦταν ἔρημος ἀπὸ φίλους, γυμνὸς ἀπὸ συγγενεῖς; Ποὶος νὰ μὴ συλλυπηθῆ, ὅταν συλλογισθῆ ὄχι μόνον τοὺς πόνους ποὺ τοῦ προκαλοῦσε ἡ βαρυτάτη ἀσθένεια τῆς παραλυσίας, ἀλλὰ ἀκόμη τὴν λύπη καὶ τὸ παράπονο ποὺ ἠσθάνετο ὅταν ἔβλεπε τὸν Ἄγγελο νὰ ταράσση τὸ ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας, νὰ ἰατρεύεται ἄλλος καὶ νὰ φεύγη, καὶ ὁ ἴδιος νὰ κείτεται πάντοτε ἐκεῖ; Μοῦ φαίνεται, λοιπόν, πὼς ὅσοι χρόνοι ἐπερνοῦσαν καὶ ὅσοι ἀσθενεῖς ἰατρεύοντο, τόσες πληγὲς ἐδέχετο ὁ δυστυχισμένος αὐτὸς παράλυτος, συλλογιζόμενος πὼς οἱ ἄλλοι ὅλοι εἶχαν συγγενεῖς καὶ φίλους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐβοηθοῦσαν στὴν θεραπείαν τους, ἐνῷ γι’ αὐτὸν δὲν εὑρέθη ποτὲ σὲ τόσους χρόνους οὔτε φίλος οὔτε συγγενὴς νὰ τὸν βοηθήση γιὰ νὰ ἰατρευθῆ. Ποῖος, λοιπόν, εἶναι ποὺ θὰ συλλογισθῆ τὴν ἐσχάτην αὐτὴν πτωχεία τοῦ παραλύτου καὶ δὲν θὰ λυπηθῆ μαζί του; Καὶ καθὼς δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ μὴν παρακινηθῆ σὲ συμπάθεια ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐσχάτη δυστυχία τοῦ παραλύτου, ὁμοίως δὲν εὑρίσκεται κανεὶς ποὺ νὰ μὴν ἀγανακτήση καὶ νὰ μὴν παρασυρθῆ σὲ θυμὸν καὶ ὀργὴν ὅταν ἰδῆ ὅτι κάποιος ἄλλος παρόμοιος παράλυτος, ἔχοντας ἄνθρωπον ποὺ στέκεται πάντοτε πρόθυμος, ἕτοιμος νὰ τοῦ δώση τὴν θεραπείαν, αὐτὸς παρακινημένος ἀπὸ τὴν ἰδικὴν τοῦ ἐθελοκακίαν καὶ ἀγνωσίαν, ἀναβάλλει τὸν χρόνον τῆς θεραπείας του, ἠμπορεῖ καὶ δὲν θέλει νὰ σηκωθεῖ μέσα ἀπὸ τὸν τάφον ἐκεῖνον τῆς ἀσθενείας; Τοιοῦτον παράλυτον, τοιοῦτον ἀσθενῆ, ποὶος θὰ τὸν ἀκούση καὶ δὲν θὰ ἀγανακτήση; Ποῖος θὰ τὸν ἰδῆ καὶ δὲν θὰ ὀργισθῆ ἐναντίον του; Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῆ, θὰ μοῦ εἰπῆ κάποιος, τοιοῦτος ἀνόητος ἀσθενῆς, τοιοῦτος ἀναίσθητος παράλυτος, ποῦ νὰ ἀποστρέφεται τὸν ἰατρόν του; Νὰ μὴ θέλη τὴν ὑγείαν του, ἀλλὰ νὰ προτιμᾶ νὰ εἶναι λεπρωμένος παρὰ καθαρός, νὰ εἶναι συζώντανος ἐνταφιασμένος μέσα στοὺς πόνους, μέσα στὴν δυσωδία τῆς ἀσθενείας; Ναί, εἶναι πολλοί. Τόσοι, ὅσοι καὶ οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, οἱ ὁποῖοι μένουν κατάκοιτοι, παράλυτοι, ἀκίνητοι στὴν ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ὅλους αὐτοὺς εἰκονίζει ὁ παράλυτος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποστρέφεται τὸν ἰατρόν του, ἐκεῖνος ποὺ εἶχε ἄνθρωπον, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἰατρεύση σὲ μία στιγμή, χωρὶς νὰ χρειάζεται ἄγγελο νὰ ταράξη τὸ ὕδωρ μίαν φορᾶ τὸν χρόνο, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος», καὶ μάλιστα ἔχει στήσει πολλὲς φορὲς κολυμβῆθρες ἐμπρὸς στοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ὅσα μυστήρια, ὅσοι σταλαγμοὶ δακρύων τῆς μετανοίας, τόσες καὶ οἱ θεραπευτικὲς ἀναταραχές. Ὅσες στιγμὲς ἔχει ἡ ὥρα, τόσες φορὲς καὶ ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος εἶναι ἕτοιμος νὰ δώση τὴν συγχώρηση γιὰ νὰ ἰατρεύση τὴν λέπραν τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅμως ὁ ἁμαρτωλός, ὁ πνευματικῶς παράλυτος, σφαλίζει τοὺς ὀφθαλμούς του νὰ μὴν ἰδῆ τὸν ἰατρόν, προτιμᾶ νὰ εἶναι νεκρός, κατάκοιτος στὴν ἁμαρτία παρὰ ζωντανὸς στὴν ἀρετή.

Ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτὴ ἡ ἐσχάτη ἀναισθησία; Ἀπὸ ποῦ αὐτὴ ἡ ἀξιοδάκρυτος καταδίκη στὸν ἁμαρτωλόν; Ἀπὸ τὴν πονηρᾶν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὴ εἶναι ποὺ ἔχει δεμένον τὸν ἁμαρτωλὸ στὸ κρεβάτι τῆς ἀναισθησίας, αὐτὴ εἶναι ποὺ τὸν παρακινεῖ νὰ προτιμήση τὸν θάνατον ἀπὸ τὴν ζωήν. Καὶ γιὰ νὰ βεβαιωθῆς πὼς εἶναι τόσο δυνατὴ αὐτὴ ἡ συνήθεια, πρόσεχε: Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνοικτὲς τὶς ἀκοὲς τοῦ στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ δέχεται μὲ τόσην προθυμία τὰ κηρυττόμενα, ὡσὰν ἐπιστολὲς ποὺ τοῦ στέλλει ὁ Οὐράνιος του Πατήρ, εὔκολα ἀντιλαμβάνεται πὼς ὁ σημερινὸς παράλυτος παριστάνει μίαν εἰκόνα ἐκείνου ποὺ εἶναι δεμένος ἀπὸ τὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας. Διότι καθὼς ἡ παράλυσις, ἐπειδὴ διαλύει τὰ νεῦρα τοῦ σώματος, κάμνει τὸ σῶμα νεκρὸν καὶ ἀκίνητον, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, κόπτει τὰ νεῦρα τῆς ψυχῆς καὶ γι’ αὐτὸ τὴν κάμνει ἀκίνητον σὲ κάθε ἐργασία τῆς ἀρετῆς, στὴν ὁποίαν δὲν ἔχει δύναμιν ἡ ψυχὴ νὰ ἀνεβῆ, ἐπειδὴ σύρεται πάντοτε κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Ὅθεν καὶ ὁ μέγας Βασίλειος γράφει: «ἡ συνήθεια ποὺ ἐπαγιώθη, μὲ τὴν πάροδο μακροῦ χρόνου, λαμβάνει ἰσχὺν φύσεως. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι μικρὸς ὁ πόλεμος νὰ νικήση κάποιος τὴν συνήθεια». Ἃς κοπιάση ὅσον θέλει, ἃς προσπαθήση ὅποιος θέλει μὲ ὅ,τι τρόπον ἠμπορεῖ νὰ κόψη ἕνα φυσικὸν ἰδίωμα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ἃς εἰποῦμεν τὸ γελαστικὸν ἢ τὸ ἐπιθυμητικόν. Ματαίως κοπιάζει. Κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ὅταν γηράση, μεταβάλλεται σὲ φύσιν, ἀποκτᾶ ἰδιότητες φυσικῆς δυνάμεως. Καὶ βεβαίως, ὁ μέγας Πατὴρ ποὺ ἀναφέραμε δικαίως λέγει ὅτι δὲν εἶναι μικρὸς ὁ πόλεμος νὰ νικήση κάποιος τὴν παλαιὰν συνήθεια. Τρισόλβιος λοιπὸν καὶ ἄξιος πολλῶν ἐγκωμίων ὅποιος, πρὶν νὰ γηράση ἡ ἁμαρτία, τῆς κόπτει τὰ νεῦρα καὶ πρὶν τὸν νεκρώση αὐτή, τὴν θανατώνει. Καθὼς σὲ ἕνα καινούργιον ἀγγεῖον, ὅ,τι βάλεις στὴν ἀρχὴ καὶ τὸ ἀφήσεις νὰ πολυκαιρίση, παίρνει ἐκείνου τὴν ὀσμή, εἴτε καλῆ εἶναι εἴτε κακή, καὶ ὕστερα ὅσον καὶ ἂν πλύνης ἐκεῖνο τὸ ἀγγεῖον, δὲν ἠμπορεῖς μὲ τίποτε νὰ ἀφαιρέσης ἐκείνην τὴν εὐωδίαν ἢ δυσωδίαν, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ἡ ἁμαρτία, ὅταν πολυκαιρίση στὴν καρδία, ὅταν γίνη συνήθεια, δύσκολα πλέον ἢ παντελῶς δὲν χωρίζεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ ὅσον πολυκαιρίζει τόσον ριζώνει ἡ συνήθεια τοῦ κακοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας. Ὅθεν ἐπαινῶ ἐκεῖνον τὸν σοφόν, ὅποιος καὶ ἂν εἶναι, ὁ ὁποῖος θέλοντας νὰ φανερώση τὸ πλάτος καὶ βάθος τῆς πονηρᾶς συνηθείας, τῆς ἔδιδε τοιοῦτον σύμβολον. Ἐζωγράφιζεν ὡς ἱερογλυφικὸν ἕνα σπήλαιον ὑπόγειον μὲ τὴν ἐπιγραφήν: «τὸ εὖρος τόσον, ὅσον καὶ τὸ βάθος». Θέλοντας μὲ τοῦτο νὰ φανερώση ὅτι ἡ πονηρὰ συνήθεια αὐξάνοντας κάθε ἡμέρα μὲ τὸ γάλα τῆς κακίας καὶ τῆς πονηρίας, ὅσον πολυχρόνιον πάθος εἶναι, τόσο εἶναι καὶ χειρότερον. Διότι καθὼς καὶ τὰ ἄλλα πράγματα ἀρχίζουν ἀπὸ μικρὰ καὶ αὐξάνουν μὲ τὴν πολυκαιρίαν, μὲ ἀνάλογον τρόπον καὶ ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας φθάνει μὲ τὴν πολυκαιρία σὲ τόσην αὔξηση, ὥστε γίνεται ἀκατανίκητος. Γράφει μὲ πολὺν πόνο στὸ χρυσὸν βιβλίον τῶν Ἐξομολογήσεών του ὁ μέγας Αὐγουστίνος: ἀνεστέναζα δεμένος. Ἀπὸ ποῖον ὢ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; Ὄχι ἀπὸ ἄλλον, λέγει, ὄχι ἀπὸ ξένην ἁλυσίδα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἰδικήν μου σιδηρᾶν συνήθεια, ἡ ἰδική μου θέλησις ἦταν ὁ τύραννος. Ἡ ἄρρηκτος ἅλυσις ἦταν ἡ συνήθεια, ἡ ὁποία μὲ ἔδεσε τόσον ποὺ μὲ ἔφερε σὲ ἀκολασίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο, μὴν ἠμπορώντας νὰ ἀποκόψω, ἔγινεν ἀνάγκη, καὶ ἡ ἀνάγκη κατέληξε νὰ γίνη φύσις. Ὅθεν μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ φωνάζει: κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβη πόσην δυσκολίαν ἔχει, πόσον πόνον, πόσον πόλεμον, τὸ νὰ ἀποκόψη κάποιος μίαν παλαιὰν συνήθεια, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀγωνισθῆ. Γιὰ ποῖον λόγον ὅμως, ἐξήγησέ μας καθαρώτερα, διδάσκαλε τῆς οἰκουμένης; Διότι, λέγει, ὁ πονηρὸς λογισμὸς γεννᾶ ἡδονήν, ἀπὸ αὐτὴν πάλι γεννᾶται ἡ συγκατάθεσις, καὶ ἀπὸ τὴν συγκατάθεσιν ἡ πρᾶξις, καὶ ἀπὸ τὴν πρᾶξιν ἡ συνήθεια, καὶ ἀπὸ τὴν συνήθεια γεννᾶται ἡ ἀνάγκη, καὶ αὐτὴν ἀκολουθεῖ ὁ θάνατος. Ὅθεν δὲν σφάλλεις ἂν παρομοιάσης τὸν ἁμαρτωλὸν ἐκεῖνον ποὺ ἄφησε τὴν ἁμαρτία νὰ γίνη στὴν ψυχὴ τοῦ συνήθεια, δὲν σφάλλεις λέγω, ἐὰν τὸν παρομοιάσης μὲ κάποιον ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια ἐνὸς ἀσπλάχνου καὶ ἀνελεήμονος τυράννου, τὸν ὁποῖον, θέλοντας ἐκεῖνος ὁ τύραννος νὰ θανατώση, τὸν ἔκλεισε σὲ μία σκοτεινὴν φυλακήν, χωρὶς νὰ τὸν κλειδώση. Πλὴν ὅμως ἔχασε τὴν πόρτα καὶ δὲν εὑρίσκει ἀπὸ ποὺ νὰ ἐξέλθη. Ὅθεν τριγυρίζοντας ἀποθνῄσκει ἐκεῖ μέσα. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σ’ ἐκεῖνον γιὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἁμαρτία ἔχει γίνει συνήθεια. Αἰσθάνεται πὼς εὑρίσκεται σὲ μία σκοτεινὴ φυλακὴ καὶ τριγυρίζει νὰ εὕρη τὴν πόρταν, πλὴν ὅμως τὴν ἔχει κλεισμένην ἡ πονηρὰ συνήθεια. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἀναβάλλει συνεχῶς νὰ εὕρη τὴν πόρτα τῆς ἐλευθερίας, εὑρίσκει τὸν θάνατον τῆς παντελοῦς ἀπωλείας, καθὼς ἔχει γραφή: «συνήθειαν λαβοῦσα ἡ ἁμαρτία, ἕλκει εἰς παντελῆ ἀπώλειαν». Ἦλθε σὲ μεγάλην ἀνάγκην ὁ βασιλεὺς Σαούλ, στὸν πόλεμον ἐκεῖνον ποὺ ἐκήρυξεν ἐναντίον τοῦ ὁ ὑπερήφανος Γολιάθ, γι’ αὐτὸ ἠναγκάσθη νὰ ἐνδύση μὲ τὰ ἰδικὰ τοῦ βασιλικὰ ἅρματα τὸν Δαβίδ. Ἐκεῖνος τὰ ἐφόρεσε μετὰ πολλῆς χαρᾶς, ὅμως ἐκεῖ ποὺ ἔκαμε νὰ σαλεύση γιὰ νὰ ὑπάγη ἐναντίον τοῦ Γολιάθ, βλέπει ὅτι ἀπὸ τὰ ἅρματα ἐκεῖνα περισσότερον ἐμποδίζεται παρὰ βοηθεῖται. Ἐνθυμούμενος λοιπὸν ὁ Δαβὶδ ὅτι αὐτὸς δὲν ἐσυνήθιζε ποτὲ νὰ νικᾶ ἐχθροὺς μὲ τοιαῦτα ὅπλα, ἀλλὰ μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἰδικὴν τοῦ ποιμαντικὴν σφενδόνα, λέγει στὸν βασιλέα: «Ὑψηλότατε βασιλεῦ, εὐχαριστῶ γιὰ τὴν τιμὴν πού μου ἔκαμες. Λαμπρὰ καὶ πολύτιμα εἶναι τὰ ἅρματά σου, ἀλλὰ δὲν εἶναι γιὰ ἐμένα, διότι ἐγὼ δὲν ἐσυνήθισα νὰ νικῶ ἐχθροὺς μὲ τοιαῦτα ἅρματα.

Βλέπεις πόσην δύναμιν ἔχει ἡ συνήθεια, ὥστε νὰ ὑπερβαίνη καὶ τὴν δύναμη τῶν βασιλικῶν ἁρμάτων; Πόσοι εὐγενεῖς, πόσοι βασιλικοῦ αἵματος, πόσοι βασιλικοῦ νοός, πόσοι σοφίας θρέμματα; Καὶ ὅμως δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀντιπαλαίσουν ἕναν Γολιάθ, ἕνα πάθος, ἕναν θυμόν, μίαν μέθην, μίαν παλλακίδα, μίαν φιλαργυρίαν, μίαν κενὴν δόξαν; Ἀλλὰ ἁρματωμένοι μὲ βασιλικὰ καὶ λαμπρὰ ὅπλα σύρονται στὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὴν πονηρᾶν συνήθειαν τῶν καταφρονεμένων ἐκείνων παθῶν, τὰ ὁποία καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸ ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι ἐπονείδιστα, πὼς εἶναι θανατηφόρα. Ἀναστενάζουν αὐτοὶ οἱ βασιλικοὶ ἄνδρες, οἱ λαμπροφορεμένοι γίγαντες, κάτω ἀπὸ τὰ πόδια ἐνὸς ὑβριστοῦ καὶ βλασφήμου Γολιάθ, ἀναστενάζουν κάτω ἀπὸ τὴν τυραννία μιᾶς πολυκεφάλου Ὕδρας, τὴν ὁποίαν ὁ νέος Ἡρακλῆς Δαβὶδ θανατώνει εὐκολότατα μὲ μίαν σφενδόνα, μὲ μίαν φυγήν, μὲ μίαν γρήγορον ἀποκοπὴν τῆς ἁμαρτίας. Ὢ κατηραμένη συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ποὶος θὰ ἀναλογισθῆ τὴν δύναμη ποὺ ἔχεις καὶ δὲν θὰ ἀναστενάξη; Ποὶος θὰ ἀναλογισθῆ τὴν καταφρόνηση καὶ τὸ ὄνειδος ποὺ προξενεῖς στοὺς βασιλικοὺς καὶ εὐγενικοὺς ἄνδρες, καὶ δὲν θὰ εἰπῆ μὲ τὸν μεγαλοφωνότατον Ἠσαΐαν «Οὐαὶ οἱ ἐπισπώμενοι τᾶς ἁμαρτίας αὐτῶν ὡς σχοινίω μακρῶ»;

Ἅς σας ἀπαριθμήσω ὅμως μὲ συντομίαν τὰ ἄλλα ὅσα προξενεῖ στὴν ψυχὴ αὐτὴ ἡ πονηρὰ συνήθεια: Πρῶτον, κάμνει τὰ ἁμαρτήματα βαρύτερα, ἐπειδὴ οἱ ρίζες τους, τὰ πάθη, προχωροῦν ὅλο καὶ βαθύτερα. Εἶναι φανερὸν γιὰ κάθε σκεπτόμενον ἄνθρωπον αὐτὸ ποὺ λέγω, ὅτι δηλαδὴ κάθε ἁμαρτία, ὅσον ἀργοπορεῖ στὸν ἄνθρωπο, τόσο γίνεται βαρυτέρα, τόσον αὐξάνει ἡ κακία της. Δεύτερον, ἡ πονηρὰ συνήθεια σμικρύνει τὰ ἔμφυτα ἀγαθά, καὶ τούτη ἡ ζημία δὲν χρειάζεται ἀπόδειξιν σὲ κάποιον ποὺ στοχάζεται τὴν εὐλάβειαν, τὴν ἀγάπην ποὺ εἶχε πρὸς τὸν Θεὸν κάθε ψυχὴ πρὶν νὰ κυριευθῆ ἀπὸ κάποιο θανάσιμον πάθος, ἢ καὶ τὴν κλίσιν ποὺ εἶχε στὸ νὰ ἐλεῆ καὶ νὰ σπλαχνίζεται τοὺς ἄλλους πρὶν νὰ κυριευθῆ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν. Αὐτὲς τὶς ἀρετὲς ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος πρὶν νὰ πέση στὶς ἀντίθετες αὐτῶν τῶν ἀρετῶν ἁμαρτίες, ἐὰν τὶς μετρήσης ὕστερα, εὑρίσκεις ὅτι ἐξέπεσαν πολὺ ἀπὸ τὸν πρώτον τοὺς βαθμόν. Τρίτον, κάμνει ἡ συνήθεια τὸν ἄνθρωπον εὐάλωτον στὰ λοιπὰ ἁμαρτήματα, ἐπειδὴ ἀνοίγει δρόμον ἡ μία ἁμαρτία στὴν ἄλλη, τὸ ἕνα βοηθᾶ τὸ ἄλλο. Τέταρτον, μὲ τὸ βάρος ποὺ δίδει στὴν ψυχὴν ἡ συνήθεια, δὲν παρακινεῖ πλέον ὅπως στὴν ἀρχήν, ἀλλὰ ἐξαναγκάζει, βιάζει, στενοχωρεῖ τὸν ἄνθρωπο, πολλὲς φορές, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλη, νὰ ἁμαρτάνη. Πέμτον ἀποτέλεσμα τῆς συνηθείας εἶναι ἡ ἀπελπισία, καὶ τελευταῖον ἡ αἰώνιος κόλασις. Ὅθεν ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος παρομοιάζει τὴν κακὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, μὲ ἕναν ὕπνο βαθύ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ὅταν ξυπνήση ὁ ἄνθρωπος, θέλει νὰ περιπατήση, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ, ἐπειδὴ ἐμποδίζεται ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ ὕπνου. Ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ εἶναι κυριευμένος ἀπὸ τὴν πολυκαιρινὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ἀκούει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ποὺ λέγει: «ἀπολιπέτω ὁ ἀσεβὴς τᾶς ὁδοὺς αὐτοῦ, καὶ ἀνὴρ ἄνομος τᾶς βουλᾶς αὐτοῦ, καὶ ἐπιστράφητε πρὸς μέ, καὶ ἐλεήσω ὑμᾶς, καὶ ἀφήσω τᾶς ἁμαρτίας ὑμῶν». Θέλει νὰ ἐπιστρέψη στὸν Θεόν, ἐπιθυμεῖ νὰ ἀφήση τὶς ἁμαρτίες, ὅμως δὲν ἠμπορεῖ, ἐμποδιζόμενος ἀπὸ τὴν συνήθειαν. Καὶ ἐὰν καμμίαν φορᾶν φαίνεται πὼς ἐπιστρέφει πρὸς τὸν Θεόν, ἡ ἐπιστροφή του δὲν εἶναι ἀληθινή, ἀλλὰ ἐπίπλαστος. Καὶ καθώς, ὅταν πέση ἡ βροχὴ στὴν γῆ, φαίνονται πὼς βρέχονται καὶ οἱ πέτρες, ἀλλὰ ἀπὸ ἔξω, καὶ ἐὰν τὶς ἰδῆς στὸ ἐσωτερικόν τους εἶναι κατάξηροι καὶ ἔρημοι ἀπὸ τὴν δρόσον τῆς βροχῆς, τὸ ἴδιο γίνεται καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ἡ καρδία τοὺς ἐσκληρύνθη ἀπὸ τὴν πονηρᾶν συνήθειαν. Ἐξωτερικῶς φαίνονται πὼς ἐδέχθησαν τὴν θείαν δρόσον τῆς μετανοίας, ὅθεν πολλὲς φορὲς καὶ ἀναστενάζουν καὶ κλαίουν, ὅμως ἀπὸ μέσα ἡ καρδία τοὺς εἶναι ξηρὰ καὶ ἔρημος ἀπὸ τὴν δρόσον τῆς Θείας μετανοίας, ἐπειδὴ ἡ πονηρὰ συνήθεια δὲν ἐπιτρέπει στὴν δρόσον τοῦ Θείου λόγου νὰ φθάση μέχρι τὰ ἐνδότερα μέρη τῆς ψυχῆς.

 

Ἕνας διδάσκαλος παρομοιάζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι κυριευμένοι ἀπὸ συνήθεια μιᾶς ἁμαρτίας, μὲ ἕνα παιγνίδι ποὺ παίζουν τὰ παιδιά. Πιάνουν πολλὲς φορὲς κανένα ἄγριον πουλὶ καὶ τὸ δένουν ἀπὸ τὸ πόδι μὲ κλωστήν. Τὸ ἀφήνουν νὰ πετάξη, καὶ αὐτὸ πετὰ στὸ ὕψος γιὰ νὰ φύγη, ἀλλὰ ἐκεῖνα τὸ σύρουν πάλι χαμηλά. Τὸ ἴδιο παιγνίδι φαίνεται πὼς κάμνει καὶ ὁ διάβολος μὲ ἐκείνους ποὺ ἔχει δεμένους μὲ τὸ σχοινὶ τῆς συνηθείας. Πολλὲς φορὲς τοὺς ἀφήνει νὰ πετάξουν στὸ ὕψος τῆς ἀρετῆς, καὶ βλέπεις ὅτι, ἐνῷ εὑρίσκονται ἀκόμη μέσα στὰ πάθη, στὰ δεσμὰ τῶν προηγουμένων ἁμαρτιῶν, ἀρχίζουν νὰ ἐγκρατεύωνται, νὰ νηστεύουν, νὰ κατηγοροῦν τὴν ζωὴ ποὺ ἔκαμαν, νὰ ψέγουν τὴν δουλεία τῆς ἁμαρτίας, νὰ ἐπαινοῦν τὴν ἐλευθερία τῆς ἀρετῆς. Ὅμως, ἐνῷ κάμνουν αὐτὸ τὸ καλὸν προοίμιον τῆς ἀρετῆς, τοὺς βλέπεις πάλι νὰ κρημνίζωνται στὸ βάραθρον τῆς κακίας, ἐπειδὴ ὁ διάβολος τοὺς ἔχει δεμένους μὲ τὸ σχοινὶ τῆς συνηθείας, γι’ αὐτὸ τοὺς ἀφήνει νὰ πετάξουν λίγο μόνον στὸ ὕψος τῆς ἀρετῆς, πρὸς αἰσχύνην καὶ ὄνειδός τους, καὶ πρὸς ἡδονὴν καὶ χαρὰν ἰδικήν του, διότι ποτὲ δὲν ἐγνώρισεν ἄλλην ἀπόλαυσιν, ἄλλην ἡδονὴν ἀπὸ τότε ποὺ ἐξωρίσθη ἀπὸ τὰ κάλλη τοῦ οὐρανοῦ, ἀπὸ τὸ νὰ ἐμπαίζη τὸν ταλαίπωρον ἄνθρωπον μὲ τὴν συνήθειαν τῆς ἁμαρτίας.

Γράφουν οἱ Ἱστορικοὶ γιὰ τὸν Μιθριδάτην, ἐκεῖνον τὸν περιβόητον τύραννον, ὅτι μεταχειριζόμενος συχνὰ γιὰ τροφὴν τὸ δηλητήριο ποὺ λέγεται κώνειον, ἔφθασε σὲ τοιαύτην ἕξιν, ὥστε καὶ ἀναγκαζόμενος κάποτε νὰ θανατωθῆ ἀπὸ τὴν μεγάλην του δυστυχίαν, ἐζήτησε αὐτὸ τὸ δηλητήριο καὶ ἔφαγε πολύ. Ὅμως αὐτὸ δὲν ἐνήργησε, δὲν τοῦ ἐπέφερε ἐκεῖνο ποὺ ἐπιθυμοῦσε, δηλαδὴ τὸν θάνατον, τὸν ὁποῖον ἐθεωροῦσε προτιμότερον ἀπὸ τὸ νὰ πέση στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν του καὶ νὰ γίνη παιγνίδι ἰδικό τους. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὸν ταλαίπωρον ἁμαρτωλόν. Ἐπειδὴ ἡ καθημερινὴ μεταχείρισις τῆς ἁμαρτίας γίνεται γι’ αὐτὸν δευτέρα φύσις, συμμετέχει χωρὶς ὄρεξη καὶ πόθο στὰ Μυστήρια. Ὅμως μὲ τὴν συχνὴ καταφρόνηση ποὺ κάμνει σ’ αὐτά, παρακινημένος ἀπὸ τὴν συνήθεια, τελικὰ τὰ εὑρίσκει ἀνενέργητα. Τοῦ συμβαίνει κάτι παρόμοιον καθὼς σὲ ἕναν διαβάτην, ὁ ὁποῖος ἐρχόμενος νὰ περάση ἕνα ποταμόν, εὑρίσκει στὴν ἀρχὴ μία μικρὴ ξύλινη γέφυρα, ἀλλὰ τὴν καταφρονεῖ καὶ προχωρεῖ νομίζοντας ὅτι θὰ εὕρη ἄλλην μεγαλύτερη γέφυρα πέτρινη. Κοπιάζει ὅμως πολὺ καὶ δὲν τὴν εὑρίσκει, γι’ αὐτὸ ἀναγκάζεται νὰ γυρίση πίσω, γιὰ νὰ τὸν περάση τάχα ἀπὸ ἐκείνη τὴν ξύλινη. Ὅμως μέχρι νὰ ἔλθη αὐτός, ὁ ποταμὸς αὐξάνει ἀπὸ τὴν βροχή, κατεβαίνει ρεῦμα πολύ, σκεπάζεται ἡ γέφυρα ἐκείνη ἡ ξύλινη, ὁπότε ὁ διαβάτης ἀπομένει στὴν ἐρημία καὶ ἀκολούθως στὸν θάνατο. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ στὸν δυστυχισμένον ἁμαρτωλόν, ὁ ὁποῖος δεμένος μὲ τὴν συνήθεια στὴν ἁμαρτίαν, εὑρίσκει στὴν ἀρχὴν εὔκολο νὰ λυθῆ μὲ τὴν οὐράνιο γέφυρα τῆς μετανοίας. Ἐπειδὴ ὅμως στὴν ἀρχὴ τὴν καταφρονεῖ, παρακινεῖται ὕστερα νὰ τὴν ζητήση, ἀλλὰ δὲν τὴν εὑρίσκει, ἐπειδὴ ἡ συνήθεια ἔχει κατεβάσει πολλὰ ρεύματα παθῶν καὶ ἁμαρτιῶν, καὶ σκεπάζει τὴν συντριβὴ τῆς καρδίας, παχύνει τὸν νοῦ, ψυχραίνει τὴν θείαν ἀγάπην, ὁπότε δὲν ἀπομένει ἄλλο στὸν ταλαίπωρον ἁμαρτωλὸν ἀπὸ τοῦ νὰ κρημνίζεται ἀπὸ τὸ μικρότερο βάραθρο τῆς ἁμαρτίας στὸ μεγαλύτερο, καὶ τελικῶς στὰ τάρταρα τοῦ ᾅδου. Γιὰ νὰ πληροφορηθῆς αὐτὸ πού σου λέγω, γύρισε μίαν φορᾶ τὸ βλέμμα σου στὴν αὐλὴν τοῦ Καϊάφα. Θὰ ἰδῆς ἐκεῖ τὸν Πέτρον, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἠρωτήθη στὴν ἀρχὴ ἂν εἶναι καὶ αὐτὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, λέγει: «Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», καὶ πάλιν, ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγην ὥραν ἠρωτήθη γιὰ δευτέρα φορᾶ, κάμνει καὶ ὅρκον ὅτι δὲν γνωρίζει. Τὴν δὲ τρίτην φορᾶ ποὺ ἠρωτήθη, προσθέτει καὶ ἀνάθεμα. «Τότε ἤρξατο καταναθεματίζειν καὶ ὀμνύειν ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον». Ὢ κατηραμένη συνήθεια, καὶ τί δὲν ἠμπορεῖς νὰ κάμης; Ποὶον δὲν ἠμπορεῖς νὰ κρημνίσης; Ἃς ἀποφύγωμε λοιπόν, ὢ ἀγαπημένοι μου, τὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ἃς μὴν καταφρονήσωμε τὴν μικρὰ συνήθεια, γιὰ νὰ μὴν κυριευθοῦμε ἀπὸ τὴν μεγάλη. Ὁ Πέτρος, ἂν δὲν ἄφηνε νὰ χωρέση στὴν ψυχὴ τοῦ αὐτὴ ἡ παραμικρὴ πρότασις «οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», δὲν θὰ ἔφθανε σὲ τόσην ἀνάγκη, ὥστε σ’ ἐκεῖνο τὸ «οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», νὰ προσθέση ὅρκον καὶ ἀνάθεμα. Εἶναι ἀξιέπαινον, ἂν καὶ φαίνεται ἀξιοκατάκριτον, τὸ ἔργον ποὺ ἔκαμε ὁ νέος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον παίρνοντας οἱ δήμιοι γιὰ νὰ τὸν κρεμάσουν, ἐπειδὴ ἦταν κλέπτης, παρεκάλεσε τοὺς δημίους νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ πλησιάση τὴν μητέρα του, ἡ ὁποία ἦταν ἐκεῖ κοντὰ καὶ ἔκλαιε. Ἐκεῖνοι, ἂν καὶ ἄσπλαχνοι στὶς συμφορὲς τῶν ἄλλων, ὅμως τότε δὲν γνωρίζω πώς, ἐφάνησαν συμπαθητικοὶ καὶ ἔδωσαν ἄδεια στὸν καταδικασμένον ἐκεῖνον νέο νὰ πάει κοντὰ στὴν μητέρα του, νομίζοντας ὅτι θέλει ἴσως νὰ τὴν ἀσπασθῆ καὶ νὰ τῆς εἰπῆ τὸ τελευταῖον «ὑγίαινε», ἀφοῦ ἐκείνη τὴν ὥρα ἐπρόκειτο νὰ ἀποχωρισθοῦν μὲ τοιοῦτον χωρισμόν. Ἄφησαν λοιπὸν οἱ δήμιοι τὸν νέον, ἂν καὶ δεμένον, καὶ ἐπλησίασε τὴν μητέρα του, καὶ ἐκεῖ ποὺ ἔκαμε πὼς θέλει νὰ τῆς εἰπῆ ἕνα λόγον κρυφόν, αὐτὸς ἁρπάζει μὲ τὰ δόντια τὸ αὐτὶ τῆς μητέρας καὶ τὸ κόπτει. Αὐτὸ τὸ ἀσεβὲς ἔργον ἐτάραξε πολὺ τοὺς παρευρισκομένους ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς ὁ νέος ἦταν ἄδικος ὄχι μόνον στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ στὴν ἰδία τὴν μητέρα του. Ἐκεῖνος ὅμως ἀποκρίνεται «αὐτὴ εἶναι αἴτιος τούτου τοῦ θανάτου μου καὶ ὅλης της ἄλλης μου κακίας. Διότι ἐάν μου ἔκοπτε τὴν συνήθεια ποὺ εἶχα στὴν νεότητά μου νὰ κλέπτω τὶς πλάκες ποὺ εἶχαν γιὰ νὰ γράφουν οἱ συμμαθηταί μου, δὲν θὰ τολμοῦσα νὰ κλέψω καὶ τὴν Ὀκτώηχο ἐκείνη, καὶ ἀκολούθως τὰ μεγαλύτερα, καὶ ἔτσι νὰ ἔλθω σὲ αὐτὴν τὴν συμφορά.»

Βλέπει ὁ Πλάτων ἕνα φίλον του ποὺ ἔπαιζε κύβους, καὶ ἀρχίζει εὐθὺς νὰ τὸν κατηγορῆ δριμύτατα καὶ νὰ τὸν ὑβρίζη χωρὶς ἔλεος. Καὶ ἐκεῖνος ὁ φίλος του Πλάτωνος, ἀπορώντας γιὰ τὴν ὑπερβολικὴν ἀντίδρασή του, τὸ μόνο ποῦ ἀπήντησε ἦταν: «ὡς ἐπὶ μικροίς» σὰν νὰ τοῦ ἔλεγε: «ὢ σοφότατε Πλάτων, γιὰ ἕνα τόσο μικρὸν ἁμάρτημά μου κάμεις τόσες ὕβρεις; Γιὰ τόσην ὀλίγην ἄνεσιν, ποῦ δίδω στὸ σῶμα μου μὲ τὸ ἀθῷον αὐτὸ παιγνίδι, μοῦ πλέκεις τόσους ὀνειδισμούς; Μοῦ δίδεις τόσες ὕβρεις; Τόσες πολλὲς κατηγορίες; Καὶ μάλιστα ἐμπρὸς σὲ τόσους πολλοὺς ἀνθρώπους; Μεγάλη ἀντίδρασις, γιὰ μικρὰ πράγματα. Μὲ ὑβρίζεις γιὰ τόσο μικρὸν πρᾶγμα». Καὶ ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίνεται: «Ὅταν ὅμως θὰ γίνη συνήθεια, δὲν θὰ εἶναι μικρόν». Ἀκούεις λόγον ἀπὸ στόμα ἕλληνος, ἀκούεις διδασκαλίαν χρυσὴν εὐαγγελικήν; Μικρὸν εἶναι τὸ ἁμάρτημα ποὺ κάμεις, φίλε μου, ὅμως ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα, ἀλλὰ θανατηφόρον, τὸ ὁποῖο κάμνει πολλοὺς νὰ κλείνουν τοὺς ὀφθαλμούς, γιὰ νὰ μὴ ἰδοῦν τὸν ἰατρὸν τῆς ψυχῆς τους. Αὐτὸ ἔχει θανατώσει καὶ καθημερινῶς θανατώνει πολλοὺς καὶ μάλιστα γίγαντες. Πράγματι, ἡ ἁμαρτία ὅταν γίνη συνήθεια δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ παράλυσις τῆς ψυχῆς, εἶναι ἡ ἁλυσίδα μὲ τὴν ὁποίαν ὁ διάβολος δένει τὸν ἄνθρωπον ἐπάνω στὸ κρεβάτι τῆς ἀναισθησίας. Δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα ἡ συνήθεια, ἀλλὰ μέγα καὶ φοβερόν, ἐπειδὴ προξενεῖ στὸν ἄνθρωπον τὴν φοβερὰν ἐκείνην καὶ ἀπαρηγόρητον κόλασιν. Δὲν εἶναι κάτι μικρὸν ἡ συνήθεια, διότι εἶναι ἀνίατος σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν γνωρίζουν τὰ θεραπευτικὰ μέσα, τὰ ὁποία εἶναι:

Τὸ πρώτον ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ κόψη τὶς ρίζες καὶ τὰ νεῦρα μιᾶς πονηρᾶς συνηθείας, δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ποὺ ἀχρόνως καὶ ἀκόπως θεραπεύει αὐτὸ τὸ ἀνίατον πάθος, ὅπως κηρύττει ὁ σημερινὸς παράλυτος μὲ τὸν κράββατο στὸν ὦμο. Αὐτὴ ὅμως ἡ παντοδυναμία δὲν ἐνεργεῖ μόνη της. Ὄχι πὼς δὲν ἠμπορεῖ, οὔτε πὼς δὲν θέλει, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν ἀναιρέση ἐκεῖνο ποὺ ἐχάρισεν ἅπαξ διὰ παντὸς στὸν ἄνθρωπο, τὸ προαιρετικόν. Χρειάζεται λοιπὸν πολλὰ ἡ παντοδυναμία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ἐνεργήση σ’ ἐμᾶς: τὴν ἀποχὴν τοῦ κακοῦ, τὸ μῖσος κατὰ τῆς ἁμαρτίας, τὴν συντριβὴν τῆς καρδίας, τὴν ἱκανοποίησιν, τὸ μυστήριον τῆς μετανοίας καὶ ἀληθινῆς ἐξομολογήσεως. Καὶ μαζὶ μὲ ὅλα αὐτά, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν θέληση τοῦ ἀνθρώπου νὰ κλίνη τὸν αὐχένα, καὶ μὲ θερμὰ δάκρυα νὰ ζητᾶ τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ λέγω γίνεται φανερὸν ἀπὸ τὸν σημερινὸν παράλυτον. Ἐγνώριζεν ὁ καρδιογνώστης μας Χριστὸς καὶ τοὺς πολλοὺς χρόνους ποὺ τὸν εἶχεν ἡ ἀσθένεια δεμένον στὸν κράββατον ἐπάνω, ἐγνώριζεν ἐπίσης καὶ τοὺς πόνους καὶ τὴν ταλαιπωρίαν τὴν πολλὴν ποὺ ὑπέμεινε. Δὲν ἀγνοοῦσε οὔτε τὴν ἐπιθυμίαν ποὺ εἶχεν ὁ ταλαίπωρος ἐκεῖνος νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν, οὔτε τὴν ἔλλειψη τῶν ἀναγκαίων, οὔτε τὴν ἐρημία τῶν φίλων καὶ τῶν συγγενῶν. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὅμως τὸν ἐρωτά: «θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» γιὰ νὰ τοῦ δώση ἀφορμὴ νὰ τὸν ὁμολογήση Κύριον καὶ Παντοδύναμον, καὶ μαζὶ μὲ τὴν ὁμολογία νὰ ζητήση καὶ τὴν θεραπείαν του. Ἀλλὰ γιὰ νὰ δώσει καὶ σ’ ἐσέ, ἄνθρωπε, νὰ καταλάβης πόσην δύναμη ἔχει ἡ πονηρὰ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νὰ χρειάζεται τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ τὴν κόψη.

Δεύτερον θεραπευτικὸ μέσον εἶναι ἡ ἐπιθυμία καὶ ἡ ἀγάπη τῶν ἀντιθέτων της ἁμαρτίας, πρᾶγμα ποὺ συμφωνεῖ καὶ μὲ τὸν ὁρισμὸν ποὺ δίδουν οἱ ἰατροί, «τὰ ἐναντία τοὶς ἐναντίοις ἰάματα». Θέλεις λοιπὸν νὰ κόψης τὴν πονηρᾶν συνήθειαν τῆς μέθης καὶ τῆς πολυφαγίας; Βάλε σὰν δραστικὸ βότανον ἐπάνω στὸ πάθος τὴν ἀγάπην καὶ ἐπιθυμίαν τῆς νηστείας. Σὲ κυριεύει πάθος σαρκικόν, εἶσαι δεμένος ἀπὸ τὴν συνήθεια τῆς κτηνώδους πορνείας καὶ μοιχείας; Ἀγάπησε, ζήτα νὰ ἀποκτήσης τὴν καθαρότητα καὶ τὴν παρθενίαν τῶν Ἀγγέλων, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐπαινετὴν καὶ ἁγίαν ὄρεξιν, κόπτεις τὴν πρώτην, τὴν βδελυκτὴν καὶ βρωμεράν. Σὲ κυριεύει τὸ πάθος τῆς μνησικακίας καὶ ἔχθρας; Ἀγάπησε τὴν ἀμνησικακίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀγάπην τῆς Εὐαγγελικῆς ζωῆς, καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν κόπτεις ἐκείνην τὴν συνήθεια. Σὲ κυριεύει τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας καὶ ἀσπλαχνίας; Ἀγάπησε τὴν Εὐαγγελικὴν αὐτάρκεια καὶ τὰ φιλάνθρωπα σπλάχνα τοῦ οὐρανίου σου Πατρός, καὶ τοιουτοτρόπως κόπτεις ἐκεῖνο τὸ πάθος τῆς Ἰουδαϊκῆς ἀναισθησίας. Σὲ κυριεύει ἡ διαβολικὴ ἀλαζονεία καὶ ἡ ὑπερηφάνεια; Ἀγάπησε τὴν ταπεινοφροσύνην τοῦ Δεσπότου σου, καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἰατρεύεις τὰ πονηρὰ μαθήματα τοῦ ἑωσφόρου.

Τρίτον θεραπευτικὸ μέσον εἶναι ἡ πλήρης ὑποταγὴ τοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖς νὰ τὸ νικήσης μὲ ἄλλον τρόπο ἀπὸ αὐτὸν πού σου ἔδειξεν ὁ ἐσταυρωμένος Ἰησοῦς ἐπάνω στὸν Γολγοθά, καὶ μὲ ὄλον τὸ παράδειγμα τῆς παναγίας ζωῆς του. Καθώς, λοιπόν, ἐκεῖνος παρέδωσε τὴν παναγίαν του σάρκα στὸ πικρότατον ἐκεῖνο πέλαγος τῶν φρικτῶν παθῶν, μὲ τὸν ἴδιο τρόπον καὶ σὺ μὴ λυπηθῆς τὴν σάρκα, γιὰ νὰ κερδίσης τὴν ψυχήν. Γνώρισε πὼς αὐτὸ τὸ σῶμα εἶναι δοῦλος, καὶ ἡ ψυχὴ εἶναι κύριός του. Μὴ λυπῆσαι τὸν δοῦλο μήπως πεινάση, μὴν ἱδρώση καὶ κοπιάσει, καὶ θὰ τιμηθῆ ἔτσι ὁ κύριός του. Μὴ λυπηθῆς τὸν δοῦλον, τὴν σάρκα σου, ἂν καταφρονηθῆ καὶ γυμνωθῆ προσκαίρως, διότι ἔτσι θὰ ἐνδυθῆ μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἀθῳότητος καὶ θὰ δοξασθῆ αἰωνίως ἡ ψυχή.

Αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ κόψη τὰ νεῦρα κάθε πονηρᾶς συνηθείας. Στοχάσου, ἄνθρωπε, καὶ τὴν εὐκολίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν ποὺ ἔχουν αὐτά. Ἐὰν λοιπὸν τὰ ἀποστραφῆς, γνώριζε ὅτι εἶσαι ἕνας παράλυτος, ὁ ὁποῖος καὶ ἄνθρωπον ἔχει γιὰ νὰ τὸν βοηθήση νὰ εἰσέλθη στὰ ὕδατα τῆς κολυμβήθρας, καὶ θεραπευτικὰ μέσα γιὰ νὰ τὸν ἐλευθερώσουν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀξιοδάκρυτον πάθος, καὶ μὲ τὸ ἰδικὸν τοῦ θέλημα τὸν ἀποστρέφεται. Σὺ εἶσαι ποὺ μὲ τὸ ἴδιο τὸ χέρι σου ὑπογράφεις στὴν διαθήκην τοῦ οὐρανίου Πατρὸς νὰ εἶσαι ἀπόκληρός της Βασιλείας Του.

Γράφει ὁ Ἀριστοτέλης στὰ «πολιτικά» του, πὼς στοὺς Σκύθες ὑπῆρχε νόμος ποὺ ὅριζε νὰ μὴν ἔχη δικαίωμα στὶς πανηγύρεις νὰ χρησιμοποιῆ τὸ ποτῆρι μὲ τὸ ὁποῖον ἔπιναν ὅλοι ὅποιος δὲν ἔχει θανατώσει ἔστω ἕναν ἐχθρόν της πόλεως. Αὐτὸ γνώριζε, ἄνθρωπε, ὅτι θὰ συμβῆ καὶ σ’ ἐσέ, ἂν δὲν θανατώσης, ἂν δὲν κόψης τὴν πονηρᾶν συνήθειαν τῆς ἁμαρτίας, στὴν ὁποίαν εὑρίσκεσαι δεμένος ἀπὸ τὴν ἔχθρα καὶ τὴν συμβουλὴ τοῦ ἐχθροῦ σου διαβόλου. Δὲν πρόκειται νὰ ἀξιωθῆς ποτὲ νὰ πῖης τὸ ποτήριον ἐκεῖνο τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὸ ποτήριον ἐκεῖνο τῆς οὐρανίου ζωῆς, τὴν κληρονομία τῆς ἄνω δόξης. Καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν δυστυχίαν, ἀπὸ αὐτὴν τὴν συμφοράν, ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῆ ἢ νὰ ἐννοηθῆ ἄλλη μεγαλυτέρα;

Λοιπόν, ἐσὺ ταλαίπωρε ἄνθρωπε, τὸ ὑποφέρεις γιὰ μίαν κακὴν συνήθεια νὰ χάσης τὴν οὐράνιο Βασιλείαν; Εἶναι τοῦτο ἔργο ψυχῆς λογικῆς, νὰ πωλῆ γιὰ τόσο λίγο, γιὰ μίαν πρόσκαιρον ἡδονήν, τὴν δόξαν, τὴν παρρησίαν, τὴν ἀγάπην τῆς τρισυποστάτου Θεότητος; Εἶναι τοῦτο ἔργον φρονίμου ἀνδρός, νὰ ἀφήση τὴν συντροφίαν τῶν Ἀγγέλων, τὴν συνοδείαν τῶν Ἀποστόλων, τὴν χαρὰν τῶν Προφητῶν, τὶς σκηνὲς τῶν δικαίων, γιὰ μίαν συνήθειαν κακὴν καὶ διεστραμμένην; Μή, παρακαλῶ, ἃς μὴν εὑρεθῆ κάποιος ἀπὸ ἐμᾶς τόσον ἀνόητος, ἀλλὰ ὅλοι, μὲ τὰ θεραπευτικὰ μέσα ποὺ εἶπα, ἃς κόψωμε κάθε πονηρᾶν συνήθεια, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε τῶν ἐπηγγελμένων ἠμὶν ἀγαθῶν, χάριτι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὢ πρέπει πάσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις σὺν τῷ ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ Ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.