ploigisi h3

bottom neo

grigoriose

Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε΄ 

Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

Ποίημα του Αριστοτέλους Βαλαωρίτου, εκφωνηθέν στα αποκαλυπτήρια του αδριάντα του Γρηγορίου του Ε΄,

στα προπύλαια του Πανεπιστημίου των Αθηνών, το έτος 1872.

Πώς μας θωρείς ακίνητος;… Πού τρέχει ο λογισμός σου,τα φτερωτά σου τα όνειρα;… Γιατί στο μέτωπό σουνα μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές αχτίδες,όσες μάς δίδ’ η όψη σου παρηγοριές κι ελπίδες;…Γιατί στα ουράνια χείλη σου να μη γλυκοχαράζει,πατέρα, ένα χαμόγελο;… Γιατί να μη σπαράζειμέσα στα στήθη σου η καρδιά, και πώς στο βλέφαρό σουούτ’ ένα δάκρυ επρόβαλε, ούτ’ έλαμψε το φως σου;…

Ολόγυρά σου τα βουνά κι οι λόγγοι στολισμένοι το λυτρωτή τους χαιρετούν… Η θάλασσ’ αγριωμένηαπό μακρά σ’ εγνώρισε και μ’ αφρισμένο στόμαφιλεί, πατέρα μου γλυκέ, το ελεύθερο το χώμα,που σε κρατεί στα σπλάχνα του… Θυμάται την ημέρα,οπού κι αυτή στον κόρφο της σαν τρυφερή μητέρα,πατέρα μου, σ’ εδέχτηκε… Θυμάται στο λαιμό σουτο ματωμένο το σχοινί, και στ’ άγιο πρόσωπό σουτ’ άτιμα τα ραπίσματα… το βόγκο… τη λαχτάρα…του κόσμου την ποδοβολή… Θυμάται την αντάρα…την πέτρα που σου εκρέμασαν… τη γύμνια του νεκρού σου…το φοβερό το ανάβρασμα του καταποντισμού σου…Δεν ελησμόνησε τη γη που σὄγινε πατρίδα,ούτε το χέρι που εύσπλαχνο μ’ ολόχρυση χλαμύδατη σάρκα σου εσαβάνωσε τη θαλασσοδαρμένη,όταν, πατέρα μου, άκαρδοι, γονατισμέν’ οι ξένοι το αίμα σου έγλειφαν κρυφά στα νύχτα του φονιά σου… Τώρα σε βλέπει γίγαντα, πατέρα, η θάλασσά σου…Το λείψανό σου το φτωχό, το ποδοπατημένο,τ’ ανάστησε η αγάπη μας κι εδώ μαρμαρωμένοθα στέκει ολόρθο, ακλόνητο κι αιώνιο θε να ζήσει,να ’ναι φοβέρα αδιάκοπη σ’ Ανατολή και Δύση…

Πενήντα χρόνοι επέρασαν σα να ’τανε μια μέρα!…Για σας οπού είσθε αθάνατοι φεύγουν γλυκιές, πατέραπετούν οι ώρες άμετρες στου τάφου το λιμάνι…Για μας… και μόνη μια στιγμή αρκεί να μας μαράνει…Πενήντα χρόνοι επέρασαν κι ακόμ’ η ανατριχίλαβαθιά μάς βόσκει την καρδιά… Με τα χλωρά τα φύλλαανθοβολεί κι ο τάφος σου και στο μνημόσυνό σουυψώνεται στον ουρανό το νεκρολίβανό σουμε των ανθών τη μυρωδιά και με το καρδιοχτύπι του κόσμου που εζωντάνεψες… Γέροντα τί σου λείπει;…Πώς μας θωρείς ακίνητος;… Πού τρέχει ο λογισμός σου;…Ποιός είν’ ο πόθος σου ο κρυφός και ποιό το μυστικό σου;…

Είχαν ξυπνήσει ανέλπιστα οι νεκρωμένοι δούλοικι από το γερο-Δούναβη ώς τ’ άγριο Κακοσούλι έβραζε γη και θάλασσα… Σεισμός, φωτιά, τρομάρα,σπαθί και ψυχομάχημα και δάκρυ και κατάρα…Εβρόντουν κι άστραφταν παντού τα κλέφτικα λημέρια…Γοργά του Χάρου εθέριζαν τ’ αχόρταγα τα χέρια,κι ήτον ο πόλεμος χαρά· τα φονικά, παιχνίδια…Μεμιάς θολώνουν του Όλυμπου τα χιονισμένα φρύδιακαι μαύρα νέφη απλώνονται στου Κίσσαβου τη ράχη…Ανατριχιάζουν τα κλαριά και τα νερά κι οι βράχοιμένουν παράλυτα, νεκρά, σα να ’χε διαπεράσεικρυφό μαχαίρι αυτήν τη γη κι εσκότωσε την πλάση…

Είχε προβάλει από μακρά πουλί κυνηγημένοσα σύγνεφο με το βοριά και μαυροφορεμένο,σκοτίδιασε τον ουρανό με τα πλατιά φτερά του,και με φωνή που εξέσχιζε σκληρά τα σωθικά του,ερέκαξε κι εβρόντησε… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!…Απ’ άκρη σ’ άκρη ο χαλασμός… Κρεμούν τον Πατριάρχη!»…

 

Του μυστικού διαλαλητή πέφτει στη γη, στο κύματο φλογερό το μήνυμα κι από ένα τέτοιο κρίμαεφύτρωσε άσβεστη φωτιά και με τη δύναμή σουεθέριεψε, εζωντάνεψε τ’ άτιμο το σχοινί σου κι έγινε φίδι φτερωτό στον κόρφο του φονιά σου…Καλόγερε, πώς δεν ξυπνάς να ιδείς τα θαύματά σου;…

Αναστυλώνεται ο Μοριάς… Η Ρούμελη μουγκρίζει…Ιδρώνουν αίμα τα βουνά, το δάκρυ πλημμυρίζει…Παντού παράπονο βαθύ κι αλαλαγμοί και θρήνοι…Διαβαίνει μαύρ’ η άνοιξη… Τα ρόδα μας, οι κρίνοιλησμονημένοι τήκονται, και τα πουλιά σκιασμένααφήνουν έρμη τη φωλιά και φεύγουνε στα ξένα…Στου Γερμανού το μέτωπο κρυφά γλυκοχαράζειτου Γένους το ξημέρωμα… Πάσα ματιά του σφάζει…Διωγμέν’ από τον Κάλαμο, με την ψυχή στο στόμα,χιλιάδες γυναικόπαιδα δε βρίσκουν φούχτα χώμανα μείνουν ακυνήγητα… Κι ο Χάρος δεκατίζει…Ρυάζεται ο Βάλτος, σα θεριό τη χαίτη του ανεμίζει…Φλόγα παντού και σίδερο… δε θ’ απομείνει λώθρα…Στην Κιάφα νεκρανάσταση… στου Πέτα καταβόθρα…Πέτρα δε μένει ασάλευτη… κλαρί χωρίς κρεμάλα…Ερμιά και ξεθεμέλιωμα στην Τρίπολη, στου ΛάλαΚι όταν το χέρι εχόρταινε κι έπεφτε στομωμένονα ξανασάνει το σπαθί στη θήκη αποσταμένο, εφώναζε ο αντίλαλος… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!…Απ’ άκρη σ’ άκρη ο χαλασμός… Κρεμούν τον Πατριάρχη!».

Φριμάζουν τα Καλάβρυτα… Καπνίζει το Ζητούνικι η Μάνη η ανυπόταχτη τεντώνει το ρουθούνισαν το καθάριο τ’ άλογο, να μυρισθεί τ’ αγέρι που, ταχυδρόμος τ’ ουρανού, με τα φτερά του φέρειτου Διάκου τη σπιθοβολή και την αναλαμπή του…Ο γιος τ’ Ανδρούτσου στη Γραβιά στυλώνει το κορμί τουκι επάνω του, σα να ’τανε θεόχτιστο κοτρόνι,συντρίβεται η Αρβανιτιά με τον Ομέρ ΒριόνηΦεγγοβολούν τα πέλαγα στην Τένεδο, στη Σάμοκαι κάθε κύμα πὄρχεται να ξαπλωθεί στον άμμοξερνώντας αίμα και φωτιά, φωνάζει… «Πολεμάρχοι!…Εκδίκηση… άσπλαχνη… παντού… Κρεμούν τον Πατριάρχη!»…

Το Σούλι το ανυπόμονο ψηλά στο Καρπενήσι του Μπότσαρή του την ψυχή για να σε προσκυνήσεισου στέλλει αιματοστάλαχτη… Στον τάφο του κλεισμένοτο Μισολόγγι σκέλεθρο, γυμνό, ξεσαρκωμένο,δεν παραδίδει τ’ άρματα, δε γέρνει το κεφάλι…Κρατεί για νεκροθάφτη του το Χρήστο τον Καψάλη,το ράσο του Δεσπότη του φορεί για σάβανό του,και φλογερό μετέωρο πετά στον ουρανό τουκαι θάφτεται ολοζώντανο… Στο διάβα του τρομάζουντ’ αστέρια που το κοίταζαν, και ταπεινά μεριάζουν…Κλαρί δεν φαίνεται χλωρό και το στερνό χορτάρι πὄμενε ακόμα πράσινο, τ’ αράπικο ποδάριτο μάρανε, το σκότωσε… Χορτάσαν οι κοράκοι…Στη Ράχωβα, στο Δίστομο με τον Καραϊσκάκηαδελφωμένο πολεμά της Λιάκουρας το χιόνι…Θερίζει τ’ άσπλαχνο σπαθί κι ο πάγος σαβανώνει…

Πλαταίνει πάντα η ερημιά και το σχοινί σου σφίγγειτου λύκου μας του εφτάψυχου τ’ αχόρταγο λαρύγγι…Ο κόσμος ανταριάζεται… Και τα σκυλόδοντά τουξεριζωμένα πνίγονται με τα ρυασίματά τουστου Ναβαρίνου τα νερά… και φεύγει… Ανάθεμά τον!…Εσκόρπισαν τα σύγνεφα με τ’ αστραπόβροντά τωνκαι κούφια απέμεινε η βοή του μαύρου καταρράχτη…

Μ’ αυτά… μ’ αυτά τα κόκαλα, τα τρίμματα, τη στάχτηεχτίσαμε, πατέρα μου, τη φτωχική φωλιά μας,κι εκείθ’ εφύτρωσε η μυρτιά και τα δαφνόκλαρά μας π’ ανθοβολούν τριγύρω σου… Γιατί τα δάχτυλά σου,ακίνητα, δεν ευλογούν τα μαύρα τα παιδιά σου;…Στ’ ανδρειωμένα σπλάχνα σου, μακρ’ από την Ελλάδαερίζωσε τόσο βαθιά του Χάρου η φαρμακάδα,π’ ούτε του Ρήγα η συντροφιά, καλόγερε, δε φθάνειτα σφραγισμένα χείλη σου ν’ ανοίξει, να γλυκάνει;… *Ούτε το φως το ακοίμητο, που στο πλευρό σου χύνειαυτό μας το περήφανο, το φλογερό καμίνι;… *Ούτε τα δέντρα, τα πουλιά, τα πράσινα χορτάρια…Ούτε τα Βασιλόπουλα, του Θρόνου μας βλαστάρια, που θα ’ρχονται να χαιρετούν του ποιητή τη λύρα,και να ρωτούν πώς έγινε το ράσο σου πορφύρα;…

Τί θέλεις, γέροντ’, από μας;… Δε νιώθεις μια ματιά σουπόσες θα εφλόγιζε καρδιές, κι από τα σωθικά σουπόση θα εβλάστανε ζωή;… Πώς δεν ξυπνάς, πατέρα;…Δε φέγγει μες στο μνήμά σου ούτε μια τέτοια μέρα;…

Το μάρμαρο μένει βουβό… Και θε να μείνει ακόμαποιός ξέρει ώς πότ’ αμίλητο το νεκρικό του στόμα…Κοιμάται κι ονειρεύεται… Και τότε θα ξυπνήσει,όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα, βροντήσει το φοβερό μας κήρυγμα… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!…Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!»…

Αριστοτέλους Βαλαωρίτου

footer
  • Τετάρτη
    18 Σεπτεμβρίου

    Ευμενίου Γορτύνης, Αριάδνης


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ