Του μυστικού διαλαλητή πέφτει στη γη, στο κύματο φλογερό το μήνυμα κι από ένα τέτοιο κρίμαεφύτρωσε άσβεστη φωτιά και με τη δύναμή σουεθέριεψε, εζωντάνεψε τ’ άτιμο το σχοινί σου κι έγινε φίδι φτερωτό στον κόρφο του φονιά σου…Καλόγερε, πώς δεν ξυπνάς να ιδείς τα θαύματά σου;…
Αναστυλώνεται ο Μοριάς… Η Ρούμελη μουγκρίζει…Ιδρώνουν αίμα τα βουνά, το δάκρυ πλημμυρίζει…Παντού παράπονο βαθύ κι αλαλαγμοί και θρήνοι…Διαβαίνει μαύρ’ η άνοιξη… Τα ρόδα μας, οι κρίνοιλησμονημένοι τήκονται, και τα πουλιά σκιασμένααφήνουν έρμη τη φωλιά και φεύγουνε στα ξένα…Στου Γερμανού το μέτωπο κρυφά γλυκοχαράζειτου Γένους το ξημέρωμα… Πάσα ματιά του σφάζει…Διωγμέν’ από τον Κάλαμο, με την ψυχή στο στόμα,χιλιάδες γυναικόπαιδα δε βρίσκουν φούχτα χώμανα μείνουν ακυνήγητα… Κι ο Χάρος δεκατίζει…Ρυάζεται ο Βάλτος, σα θεριό τη χαίτη του ανεμίζει…Φλόγα παντού και σίδερο… δε θ’ απομείνει λώθρα…Στην Κιάφα νεκρανάσταση… στου Πέτα καταβόθρα…Πέτρα δε μένει ασάλευτη… κλαρί χωρίς κρεμάλα…Ερμιά και ξεθεμέλιωμα στην Τρίπολη, στου Λάλα…Κι όταν το χέρι εχόρταινε κι έπεφτε στομωμένονα ξανασάνει το σπαθί στη θήκη αποσταμένο, εφώναζε ο αντίλαλος… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!…Απ’ άκρη σ’ άκρη ο χαλασμός… Κρεμούν τον Πατριάρχη!».
Φριμάζουν τα Καλάβρυτα… Καπνίζει το Ζητούνι…κι η Μάνη η ανυπόταχτη τεντώνει το ρουθούνισαν το καθάριο τ’ άλογο, να μυρισθεί τ’ αγέρι που, ταχυδρόμος τ’ ουρανού, με τα φτερά του φέρειτου Διάκου τη σπιθοβολή και την αναλαμπή του…Ο γιος τ’ Ανδρούτσου στη Γραβιά στυλώνει το κορμί τουκι επάνω του, σα να ’τανε θεόχτιστο κοτρόνι,συντρίβεται η Αρβανιτιά με τον Ομέρ Βριόνη…Φεγγοβολούν τα πέλαγα στην Τένεδο, στη Σάμοκαι κάθε κύμα πὄρχεται να ξαπλωθεί στον άμμοξερνώντας αίμα και φωτιά, φωνάζει… «Πολεμάρχοι!…Εκδίκηση… άσπλαχνη… παντού… Κρεμούν τον Πατριάρχη!»…
Το Σούλι το ανυπόμονο ψηλά στο Καρπενήσι του Μπότσαρή του την ψυχή για να σε προσκυνήσεισου στέλλει αιματοστάλαχτη… Στον τάφο του κλεισμένοτο Μισολόγγι σκέλεθρο, γυμνό, ξεσαρκωμένο,δεν παραδίδει τ’ άρματα, δε γέρνει το κεφάλι…Κρατεί για νεκροθάφτη του το Χρήστο τον Καψάλη,το ράσο του Δεσπότη του φορεί για σάβανό του,και φλογερό μετέωρο πετά στον ουρανό τουκαι θάφτεται ολοζώντανο… Στο διάβα του τρομάζουντ’ αστέρια που το κοίταζαν, και ταπεινά μεριάζουν…Κλαρί δεν φαίνεται χλωρό και το στερνό χορτάρι πὄμενε ακόμα πράσινο, τ’ αράπικο ποδάριτο μάρανε, το σκότωσε… Χορτάσαν οι κοράκοι…Στη Ράχωβα, στο Δίστομο με τον Καραϊσκάκηαδελφωμένο πολεμά της Λιάκουρας το χιόνι…Θερίζει τ’ άσπλαχνο σπαθί κι ο πάγος σαβανώνει…
Πλαταίνει πάντα η ερημιά και το σχοινί σου σφίγγειτου λύκου μας του εφτάψυχου τ’ αχόρταγο λαρύγγι…Ο κόσμος ανταριάζεται… Και τα σκυλόδοντά τουξεριζωμένα πνίγονται με τα ρυασίματά τουστου Ναβαρίνου τα νερά… και φεύγει… Ανάθεμά τον!…Εσκόρπισαν τα σύγνεφα με τ’ αστραπόβροντά τωνκαι κούφια απέμεινε η βοή του μαύρου καταρράχτη…
Μ’ αυτά… μ’ αυτά τα κόκαλα, τα τρίμματα, τη στάχτηεχτίσαμε, πατέρα μου, τη φτωχική φωλιά μας,κι εκείθ’ εφύτρωσε η μυρτιά και τα δαφνόκλαρά μας π’ ανθοβολούν τριγύρω σου… Γιατί τα δάχτυλά σου,ακίνητα, δεν ευλογούν τα μαύρα τα παιδιά σου;…Στ’ ανδρειωμένα σπλάχνα σου, μακρ’ από την Ελλάδαερίζωσε τόσο βαθιά του Χάρου η φαρμακάδα,π’ ούτε του Ρήγα η συντροφιά, καλόγερε, δε φθάνειτα σφραγισμένα χείλη σου ν’ ανοίξει, να γλυκάνει;… *Ούτε το φως το ακοίμητο, που στο πλευρό σου χύνειαυτό μας το περήφανο, το φλογερό καμίνι;… *Ούτε τα δέντρα, τα πουλιά, τα πράσινα χορτάρια…Ούτε τα Βασιλόπουλα, του Θρόνου μας βλαστάρια, που θα ’ρχονται να χαιρετούν του ποιητή τη λύρα,και να ρωτούν πώς έγινε το ράσο σου πορφύρα;…
Τί θέλεις, γέροντ’, από μας;… Δε νιώθεις μια ματιά σουπόσες θα εφλόγιζε καρδιές, κι από τα σωθικά σουπόση θα εβλάστανε ζωή;… Πώς δεν ξυπνάς, πατέρα;…Δε φέγγει μες στο μνήμά σου ούτε μια τέτοια μέρα;…
Το μάρμαρο μένει βουβό… Και θε να μείνει ακόμαποιός ξέρει ώς πότ’ αμίλητο το νεκρικό του στόμα…Κοιμάται κι ονειρεύεται… Και τότε θα ξυπνήσει,όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα, βροντήσει το φοβερό μας κήρυγμα… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!…Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!»…
Αριστοτέλους Βαλαωρίτου







