ploigisi h3

bottom neo

 

                                                                         ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου Πα­λα­μᾶ

 eisodia   ­ὰν τὸ δέν­δρο ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν καρ­πό, καὶ τὸ κα­λὸ δέν­δρο πα­ρά­γει ἐ­πί­σης κα­λὸ καρ­πό, ἡ μη­τέ­ρα τῆς αὐ­το­α­γα­θό­τη­τος, ἡ γεν­νή­τρι­α τῆς αἰ­ώ­νι­ας καλ­λο­νῆς, πὼς δὲν θὰ ὑ­πε­ρεῖ­χε ἀ­σύγ­κρι­τα κα­τὰ τὴν κα­λο­κα­γα­θί­α ἀ­πὸ κά­θε ἀ­γα­θὸ ἐγ­κό­σμι­ο καὶ ὑ­περ­κό­σμι­ο; Δι­ό­τι ἡ δύ­να­μη ποὺ καλ­λι­έρ­γη­σε τὰ πάν­τα, ὁ προ­αι­ώ­νι­ος καὶ ὑ­πε­ρού­σι­ος Λό­γος, ἀ­πὸ ἀ­νέκ­φρα­στη φι­λαν­θρω­πί­α καὶ εὐ­σπλα­χνί­α γιὰ χά­ρη μας θέ­λη­σε νὰ πε­ρι­βλη­θεῖ τὴ δι­κή μας εἰ­κό­να, γιὰ νὰ ἀ­να­κα­λέ­σει τὴ φύ­ση ποῦ σύρ­θη­κε στὸν ἅ­δη καὶ νὰ τὴν ἀ­να­και­νί­σει, για­τί εἶ­χε πα­λαι­ω­θεῖ καὶ νὰ τὴν ἀ­να­βι­βά­σει πρὸς τὸ ὑ­πε­ρου­ρά­νι­ο ὕ­ψος τῆς βα­σι­λεί­ας καὶ θε­ό­τη­τός Του. Καὶ βρί­σκει αὐ­τὴν τὴν ἀ­ει­πάρ­θε­νη ἡ ὁ­ποί­α ὑ­μνεῖ­ται ἀ­πὸ μᾶς σή­με­ρα ποὺ γι­ορ­τά­ζου­με τὴν πα­ρά­δο­ξη εἴ­σο­δό της στὰ ἅ­γι­α τῶν ἁ­γί­ων καὶ τὴν ἐ­κλέ­γει ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ ὅ­λους ἀ­νὰ τοὺς αἰ­ῶ­νες ἐ­κλε­κτοὺς καὶ θαυ­μα­στοὺς καὶ πε­ρι­βό­η­τους γιὰ τὴν εὐ­σέ­βει­α καὶ σύ­νε­ση καὶ σὲ λό­γι­α καὶ σὲ ἔρ­γα. Ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το ἡ ὑ­ψί­στη καὶ ὑ­πε­ρά­νω τοῦ νοῦ κα­θα­ρό­της, ὁ σαρ­κω­θεῖς Λό­γος, νὰ ἑ­νω­θεῖ μὲ μο­λυ­σμέ­νη φύ­ση, για­τί ἕ­να μό­νο πράγ­μα εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το στὸ Θε­ό, τὸ νὰ ἔλ­θει σὲ ἕ­νω­ση μὲ ἀ­κά­θαρ­το, πρὶν αὐ­τὸ κα­θα­ρι­σθεῖ. Γι' αὐ­τὸ καὶ χρει­α­ζό­ταν κατ' ἀ­νάγ­κη μί­α τε­λεί­ως ἀ­μό­λυν­τη καὶ κα­θα­ρό­τα­τη παρ­θέ­νο γιὰ κυ­ο­φο­ρί­α καὶ γέν­νη­ση ἐ­κεί­νου ποὺ εἶ­ναι καὶ ἐ­ρα­στής της καὶ δο­τή­ρας τῆς κα­θα­ρό­τη­τας, ἡ ὁ­ποί­α καὶ προ­ο­ρί­σθη­κε καὶ φα­νε­ρώ­θη­κε καὶ τὸ σχε­τι­κὸ μὲ αὐ­τὴν μυ­στή­ρι­ο τε­λέ­σθη­κε, μὲ πολ­λὰ πα­ρά­δο­ξα γε­γο­νό­τα. Πρῶ­τα ἡ γέν­νη­σή της ἀ­πὸ τὸ ζεῦ­γος ποὺ ζη­τοῦ­σε μὲ ἄ­σκη­ση καὶ προ­σευ­χὴ τὴ λή­ξη τῆς ἀ­τε­κνί­ας τους καὶ ἔ­λα­βαν τὴν ὑ­πό­σχε­ση καὶ συ­νέ­λα­βαν τὴ τω­ρι­νὴ Θε­ο­μή­τω­ρα. Καὶ ἐ­πει­δὴ οἱ πο­λυ­ά­ρε­τοι γο­νεῖς της πέ­τυ­χαν τὸ ζη­τού­με­νο, ἔ­σπευ­σαν νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σουν τὴν πρὸς τὸ Θε­ὸ ὑ­πό­σχε­σή τους καὶ με­τὰ τὸν ἀ­πο­γα­λα­κτι­σμὸ τὴν ὁ­δη­γοῦν στὸ ἱ­ε­ρό τοῦ Θε­οῦ καὶ στὸν ἱ­ε­ράρ­χη ποὺ εὐ­ρί­σκε­το ἐ­κεῖ, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὴ μό­νη της μὲ ἐ­λεύ­θε­ρη γνώ­μη προ­σῆλ­θε στὸ Θε­ὸ καὶ δι­έ­με­νε στὰ ἅ­γι­α τῶν ἁ­γί­ων. Τρε­φό­ταν δὲ ἀ­πὸ πά­νω μὲ ἄγ­γε­λο μὲ ἀ­πόρ­ρη­τη τρο­φὴ ποὺ δυ­νά­μω­νε κα­λύ­τε­ρα τὴ φύ­ση της καὶ τε­λει­ο­ποι­οῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τὸ της κα­τὰ τὸ σῶ­μα, ὥ­στε τὸ κα­τάλ­λη­λο και­ρὸ νὰ ἀ­νοι­χθοῦν οἱ οὐ­ρά­νι­ες μο­νὲς καὶ νὰ δο­θοῦν γιὰ αἰ­ώ­νι­α κα­τοί­κη­ση σὲ ὅ­σους πι­στεύ­ουν στὴ πα­ρά­δο­ξη γέν­να της. Ἔ­χον­τας πλέ­ον ἀ­πὸ τὴ μη­τρι­κὴ ἀ­κό­μη κοι­λιὰ τέ­τοια θεί­α χα­ρί­σμα­τα καὶ φυ­σι­κὰ δῶ­ρα, δὲν δέ­χθη­κε οὔ­τε κα­μι­ὰ ἄλ­λη ἐ­πί­κτη­τη φύ­ση (δι­ό­τι ἔ­τσι νο­μί­ζω ὅ­τι πρέ­πει νὰ ὀ­νο­μά­ζου­με τὰ ἀ­πὸ τοὺς δα­σκά­λους ἀ­πο­κτή­μα­τα) νὰ εἰ­σφέ­ρει μέ­σα τῆς φοι­τών­τας σὲ δα­σκά­λους. Ἀν­τί­θε­τα, ἀ­φοῦ πα­ρέ­δω­σε στὸ Θε­ὸ τὸν ἡ­γε­μο­νι­κὸ νοῦ ὡς ὑ­πή­κο­ο σὲ ὅ­λα, ἐγ­κα­τέ­λει­ψε δὲ τε­λεί­ως τὰ δι­δάγ­μα­τα τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ ἔ­τσι δέ­χθη­κε ἄ­φθο­νη τὴν ἀ­πὸ τὰ ἄ­νω σο­φί­α, στὸ ση­μεῖ­ο τῆς ἡ­λι­κί­ας ποὺ οἱ γο­νεῖς το­πο­θε­τοῦν τὰ παι­διὰ χω­ρὶς τὴ θέ­λη­σή τους ὡς νή­πι­α κά­τω ἀ­πὸ τὴ κα­θο­δή­γη­ση νη­πι­α­γω­γοῦ καὶ τὰ πα­ρα­δί­δουν σὲ γραμ­μα­το­δι­δα­σκά­λους, αὐ­τὴ πα­ρα­κά­θε­ται μα­ζὶ μὲ τὸ Θε­ὸ σὲ ἅ­γι­α ἄ­δυ­τα σὰν θε­σπέ­σι­α ἀ­νά­κτο­ρα, ὡς βα­σι­λι­κὸς ἔμ­ψυ­χος θρό­νος ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πὸ κά­θε ἕ­δρα, στο­λι­σμέ­νος ὁ­λό­κλη­ρος μὲ ἀ­ρε­τὲς ποὺ πρέ­πουν σὲ τέ­τοιο βα­σι­λέ­α ποὺ κά­θε­ται σὲ αὐ­τόν.

  Μό­λις τρι­ῶν ἐ­τῶν ποὺ μό­λις εἶ­χε ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­πὸ τὸ θή­λα­σμα καὶ τὴ δί­αι­τα τῆς ἀγ­κα­λιᾶς, δεί­κνυ­ε τὸ πρέ­πον σὲ ὅ­σους γνω­ρί­ζουν νὰ κρί­νουν ἀ­λά­θευ­τα. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε κον­τὰ στὰ πρό­θυ­ρα τοῦ ἱ­ε­ροῦ, ἐ­νῶ νε­ά­νι­δες εὐ­γε­νεῖς ντυ­μέ­νες ἐ­πά­ξι­α πρὸς τὸ γέ­νος τους τὴν πε­ρι­στοί­χι­ζαν κρα­τών­τας λαμ­πά­δες καὶ ἔ­τσι μὲ ἐ­πι­ση­μό­τα­τη πομ­πὴ τὴν προ­έ­πεμ­παν μὲ εὐ­τα­ξί­α πρὸς τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό, σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο φά­νη­κε ὅ­τι αἰ­σθα­νό­ταν κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ­λους ὅ­σα συμ­βαί­νουν καὶ πρό­κει­ται νὰ τῆς συμ­βοῦν. Σε­μνὴ τό­τε καὶ χα­ρού­με­νη καὶ θαυ­μα­στὴ μὲ τὸ κα­τάλ­λη­λο πα­ρά­στη­μα καὶ ἦ­θος καὶ φρό­νη­μα προ­χω­ροῦ­σε καὶ ἔρ­χε­ται σὲ συ­νάν­τη­ση μὲ τὸν ἀρ­χι­ε­ρέ­α. Καὶ ἀ­μέ­σως ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὅ­λους γο­νεῖς, τρο­φούς, συ­νο­μή­λι­κες καὶ ἀ­πο­χω­ρί­σθη­κε ἀ­πὸ τοὺς συ­ναγ­μέ­νους, μό­νη ἐν­τε­λῶς, χα­ρού­με­νη προ­χω­ρεῖ στὸν ἀρ­χι­ε­ρέ­α ὁ ὁ­ποῖ­ος τὴν εἰ­σή­γα­γε στὰ ἅ­γι­α τῶν ἁ­γί­ων καὶ ἔ­πει­σε ὅ­λους τους τό­τε ζών­τας νὰ δέ­χον­ται τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τό, μὲ τὴ σύμ­πρα­ξη καὶ τὴ συ­να­πό­φα­ση τοῦ Θε­οῦ. Δι­ό­τι ἐ­πρό­κει­το νὰ γί­νει σκεῦ­ος ἐ­κλο­γῆς, ὄ­χι ὅ­πως ἡ κι­βω­τὸς γε­μά­το σκι­ὲς καὶ τύ­πους, ἀλ­λὰ γε­μά­το ἀ­λή­θει­α, γιὰ νὰ βα­στά­σει κυ­ο­φο­ρών­τας ἐ­κεῖ­νον τὸν ἴ­διο, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ ὄ­νο­μα εἶ­ναι θαυ­μα­στό. Τί σπου­δαῖ­ο θαῦ­μα; Ἂς δοῦ­με λοι­πόν, πὼς τί­θε­ται τέ­λος στοὺς τύ­πους, πὼς πά­νω σὲ ἐ­κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ σκι­α­γρα­φί­α τε­λε­τουρ­γεῖ­ται ἡ μορ­φὴ τῆς ἀ­λή­θει­ας. Εἰ­σῆλ­θε στὰ πρό­σκαι­ρα ἅ­γι­α τῶν ἁ­γί­ων ἡ παν­το­τι­νὴ ἁ­γί­α τῶν ἁ­γί­ων. Εἰ­σῆλ­θε ἡ ἀ­χει­ρο­ποί­η­τη σκη­νὴ τοῦ Λό­γου, ἡ λο­γι­κὴ καὶ ἔμ­ψυ­χη κι­βω­τὸς τοῦ ἄρ­του τῆς ζω­ῆς ποὺ ἀ­λη­θι­νὰ ἀ­πο­στάλ­θη­κε σὲ ἐ­μᾶς ἀ­πὸ τοὺς οὐ­ρα­νούς. Εἰ­σῆλ­θε ἡ βί­βλος τῆς ζω­ῆς, ποὺ δὲν δέ­χθη­κε τύ­πους λό­γου, ἀλ­λὰ τὸν ἴ­διο τὸ Λό­γο τοῦ Πα­τρὸς ἀ­πορ­ρή­τως. Σὲ αὐ­τὴν τὴν ἀ­λη­θι­νὴ κι­βω­τὸ πα­ρί­σταν­ται ὄ­χι οἱ τύ­ποι τῶν ἀγ­γέ­λων, ἀλ­λὰ οἱ ἴ­διοι οἱ ἄγ­γε­λοι καὶ τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο εἶ­ναι ὅ­τι δὲν ἐ­πε­σκί­α­ζαν ἁ­πλά, ἀλ­λὰ δι­α­κο­νοῦ­σαν καὶ ὑ­πη­ρε­τοῦ­σαν στὴ δι­α­τρο­φή. Δι­α­τρο­φὴ ποὺ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ποῦ­με οὔ­τε τί ἦ­ταν, τό­σο ξε­περ­νοῦ­σε σὲ θαυ­μα­σμὸ καὶ τὸ πο­λυ­θρύ­λη­το ἐ­κεῖ­νο μάν­να. Ὁ δι­α­κο­μι­στῆς ἦ­ταν κα­θα­ρὸ σύμ­βο­λο τῆς ἀγ­γε­λι­κῆς πο­λι­τεί­ας τῆς Παρ­θέ­νου σὲ αὐ­τὸ τὸ στά­δι­ο τῆς ἡ­λι­κί­ας τὴν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε συ­νε­χῶς καὶ δὲν τὴν ἐ­πε­σκί­α­ζε, ὑ­πο­σχό­με­νος σὲ αὐ­τὴν τὸ μελ­λον­τι­κὸ με­γα­λεῖ­ο. Αὐ­τὴν ἄλ­λω­στε προ­κει­το νὰ ἐ­πι­σκι­ά­σει, ὄ­χι ἄγ­γε­λος οὔ­τε ἀρ­χάγ­γε­λος οὔ­τε τὰ ἴ­δια τὰ Χε­ρου­βὶμ καὶ τὰ Σε­ρα­φείμ, ἀλ­λὰ ἡ ἴ­δια ἡ ἐ­νυ­πό­στα­τη δύ­να­μη τοῦ Ὑ­ψί­στου. Τοῦ­το μά­λι­στα δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­σκί­α­ση ἀλ­λὰ κα­θα­ρὰ ἕ­νω­ση, ὄ­χι μό­νο στὴ γα­στέ­ρα ἀλ­λὰ καὶ μόρ­φω­ση. Καὶ τὸ μορ­φω­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ δύ­ο, δη­λα­δὴ ἀ­πὸ τὴ δύ­να­μη τοῦ Ὑ­ψί­στου καὶ στὴ πα­να­γί­α καὶ παρ­θε­νι­κὴ ἐ­κεί­νη γα­στέ­ρα ἦ­ταν ὁ Λό­γος Θε­οῦ σαρ­κω­μέ­νος. Πῶ πῶ, σὲ ποιὸ βά­θος μυ­στη­ρί­ου κα­τε­βά­σα­με τὸ λό­γο! Καὶ ἔ­τσι ζοῦ­σε λοι­πὸν σὰν στὸ πα­ρά­δει­σο, βί­ο ἀ­πα­ρά­σκευ­ο, ἀ­φρόν­τι­στο, ἀ­μέ­ρι­μνο, ἀ­μέ­το­χο ἀ­γε­νῶν πα­θῶν, ζών­τας μό­νο γιὰ τὸ Θε­ό, βλε­πό­με­νη μό­νο ἀ­πὸ τὸ Θε­ό, τρε­φό­με­νη μό­νο ἀ­πὸ τὸ Θε­ὸ καὶ γε­νι­κὰ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη συ­νε­χῶς στὸ Θεό.

Ζοῦ­σε τὴν ἱ­ε­ρὰ ἡ­συ­χί­α, τὴ στά­ση τοῦ νοῦ καὶ τοῦ κό­σμου, τὴ λη­σμο­νιὰ τῶν κά­τω, τὴν μύ­η­ση τῶν ἄ­νω, τὴν ἀ­πό­θε­ση τῶν νο­η­μά­των πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο, δι­ὰ τῆς παι­δεί­ας ἀ­πὸ τὴν ἡ­συ­χί­α ποὺ θε­ω­ροῦ­με μέ­σα τὸ Θε­ό. Ἀ­φοῦ λύ­θη­κε ἀ­πὸ κά­θε ὑ­λι­κὸ δε­σμὸ ἀ­νυ­ψώ­θη­κε πά­νω καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ συμ­πά­θει­α πρὸς τὸ σῶ­μα της, σύ­νη­ψε τὸ νοῦ της μὲ τὴ πρὸς τὸν ἑ­αυ­τὸ στρο­φὴ καὶ προ­σο­χὴ καὶ μὲ τὴ ἀ­δι­ά­λει­πτο θεί­α προ­σευ­χή. Καὶ δὶ' αὐ­τῆς ἐρ­χό­με­νη τε­λεί­ως στὸν ἑ­αυ­τό της καὶ ὑ­περ­βαί­νον­τας τὸ πο­λύ­μορ­φο συρ­φε­τὸ τῶν λο­γι­σμῶν, δι­έ­κρι­νε νέ­α καὶ ἀ­πόρ­ρη­τη ὁ­δὸ στοὺς οὐ­ρα­νούς, ποὺ θὰ τὴν ἔ­λε­γα νο­η­τὴ σι­γή. Ἀ­φοῦ ἔ­τσι μυ­ή­θη­κε στὰ ἀ­νώ­τα­τα μυ­στή­ρι­α μὲ αὐ­τὲς τὶς ἀ­κρό­τα­τες θε­ω­ρί­ες καὶ κα­τὰ τὸ τρό­πο αὐ­τὸν ἑ­νώ­θη­κε καὶ ἀ­φο­μοι­ώ­θη­κε μὲ τὸ Θε­ό, μό­νη αὐ­τὴ στοὺς αἰ­ῶ­νες ἐ­πε­τέ­λε­σε αὐ­τὴ τὴν ὑ­περ­φυ­ὰ πρε­σβεί­α γιὰ χά­ρη μας καὶ μό­νη της τὴν ἀ­πο­πε­ρά­τω­σε, πραγ­μα­το­ποι­ών­τας τὸ μέ­γα καὶ τὸ πά­νω ἀ­πὸ τὸ μέ­γα κα­τόρ­θω­μα. Δι­ό­τι δὲν ἔ­γι­νε μό­νο καθ' ὁ­μοί­ω­ση Θε­οῦ, ἀλ­λὰ καὶ ἔ­κα­με τὸ Θε­ὸ καθ' ὁ­μοί­ω­ση ἀν­θρώ­που. Καὶ δὲν τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ πεί­θον­τάς τον, ἀλ­λὰ καὶ τὸν κυ­ο­φό­ρη­σε ἀ­σπό­ρως καὶ τὸν γέν­νη­σε ἀ­φρά­στως, κα­τὰ τὴν χά­ρη ἀ­πὸ τὸ Θε­ὸ (γι' αὐ­τὸ καὶ προ­σα­γο­ρεύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν ἀρ­χάγ­γε­λο, κε­χα­ρι­τω­μέ­νη). Ποιὸς μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὰ με­γα­λεί­α σου, παρ­θέ­νε; Ἔ­γι­νες Θε­ο­μή­τωρ, ἕ­νω­σες τὸ νοῦ μὲ τὸ Θε­ό, ἕ­νω­σες τὸ Θε­ὸ μὲ τὴ σάρ­κα, ἔ­κα­νες τὸ Θε­ὸ υἱ­ὸ ἀν­θρώ­που καὶ τὸν ἄν­θρω­πο υἱ­ὸ Θε­οῦ, συμ­φι­λί­ω­σες τὸν κό­σμο μὲ τὸν ποι­η­τὴ τοῦ κό­σμου. Μᾶς δί­δα­ξες μὲ ἔρ­γα ὅ­τι τὸ θε­ω­ρεῖν δὲν προ­σγί­νε­ται μό­νο μὲ αἴ­σθη­ση ἢ καὶ λο­γι­σμὸ στοὺς πραγ­μα­τι­κοὺς ἀν­θρώ­πους (δι­ό­τι τό­τε θὰ ἤ­σαν λί­γο μό­νο κα­λύ­τε­ροι ἀ­πὸ τὰ ἄ­λο­γα), ἀλ­λὰ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὴ κά­θαρ­ση τοῦ νοῦ καὶ τὴ μέ­θε­ξη τῆς θεί­ας χά­ρι­τος, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐν­τρυ­φοῦ­με στὰ θε­ο­ει­δὴ κάλ­λη ὄ­χι μὲ λο­γι­σμούς, ἀλ­λὰ μὲ ἄ­υ­λες ἐ­πα­φές. Ἔ­κα­μες τοὺς ἀν­θρώ­πους ὁ­μο­δί­αι­τους μὲ τοὺς ἀγ­γέ­λους, ἢ μᾶλ­λον ἀ­ξί­ω­σες καὶ με­γα­λύ­τε­ρων βρα­βεί­ων, ἀ­φοῦ συ­νέ­λα­βες ἀ­πὸ τὸ ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα θε­αν­δρι­κὴ μορ­φὴ καὶ τὴν γέν­νη­σες πα­ρά­δο­ξα καὶ κα­τέ­στη­σες τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση ἀ­πορ­ρή­τως συμ­φυ­ῆ καί, θὰ λέ­γα­με, ὁ­μό­θε­η μὲ τὴ θεί­α φύ­ση. Ἂς φυ­λάτ­του­με ἑ­πο­μέ­νως τὴν πρὸς τὸ Θε­ὸ καὶ πρὸς ἀλ­λή­λους ἑ­νό­τη­τα, ποὺ ἔ­χει ἐν­τυ­πω­θεῖ σ' ἐ­μᾶς ἀ­πὸ τὸ Θε­ὸ θεί­ως, δι­ὰ τῶν δε­σμῶν τῆς ἀ­γά­πης. Ἂς βλέ­που­με πάν­το­τε πρὸς τὸν ἄ­νω γεν­νή­το­ρα. Ἂς ὑ­ψώ­σου­με ἄ­νω πρὸς Αὐ­τὸν τὴν καρ­διὰ μας. Ἂς πα­ρα­τη­ρή­σου­με τὸ μέ­γα τοῦ­το θέ­α­μα, τὴ φύ­ση μας νὰ συν­δι­αι­ω­νί­ζει ἀ­ΰ­λως μὲ τὸ πῦρ τῆς Θε­ό­τη­τος, καί, ἀ­πο­βάλ­λον­τας τοὺς δερ­μά­τι­νους χι­τῶ­νες ποὺ ἔ­χου­με ἐν­δυ­θεῖ ἀ­πὸ τὴ πα­ρά­βα­ση, ἂς στα­θοῦ­με σὲ ἁ­γί­α γῆ, ἀ­να­δει­κνύ­ον­τας ὁ κα­θέ­νας μας τὴ δι­κή του γῆ ἁ­γί­α δι­ὰ τῆς ἀ­ρε­τῆς καὶ τῆς πρὸς τὸν Θε­ὸ στα­θε­ρῆς ἀ­φο­σι­ώ­σε­ως, νὰ φω­τι­σθοῦ­με καὶ φω­τι­ζό­με­νοι νὰ συν­δι­αι­ω­νί­σου­με σὲ δό­ξα τῆς τρι­ση­λί­ας Θε­ό­τη­τος ποὺ πρέ­πει κά­θε δό­ξα, κρά­τος, τι­μὴ καὶ προ­σκύ­νη­ση τώ­ρα καὶ στοὺς ἀ­τέ­λειω­τους αἰ­ῶ­νες. Γέ­νοι­το...».

 

footer
  • Σάββατο
    20 Ιουλίου

    Ηλιού Θεσβίτου του προφήτου


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ