ploigisi h3

bottom neo

Ὁ θαυματουργς κν τθνηκε Σπυρδων,
Τοῦ θαυματουργεν οκ ληξεν εστι.
μφ δωδεκτην Σπυρδων βοτον λπε τνδε.

Spyridwn

   Ἅγιος Σπυρίδων γεννήθηκε τό 270 μ.Χ. στό τώρα κατεχόμενο χωριό Ἄσσια (Ἄσκια) τῆς Κύπρου (καί ὄχι στήν Τριμυθούντα - σημερινή Τρεμετουσιά - ὅπως γράφουν πολλοί) ἀπό οἰκογένεια βοσκῶν, πού ἦταν κάπως εὔπορη. Ἄν καί μορφώθηκε ἀρκετά δέν ἄλλαξε ἐπάγγελμα. Συνέχισε καί αὐτός νά εἶναι βοσκός.

Σάν χαρακτήρας, ὁ Ἅγιος, ἦταν ἁπλός, ἀγαθός, γεμᾶτος ἀγάπη γιά τόν πλησίον του. Τίς Κυριακές καί τίς γιορτές, συχνά ἔπαιρνε τούς βοσκούς καί τούς ὁδηγοῦσε στούς ἱερούς ναούς, καί κατόπιν τούς ἐξηγοῦσε τήν εὐαγγελική ἤ τήν ἀποστολική περικοπή. Ὁ Θεός τόν εὐλόγησε νά γίνεται συχνά προστάτης χήρων καί ὀρφανῶν.

Νυμφεύθηκε εὐσεβῆ σύζυγο καί ἀπέκτησε μία κόρη, τήν Εἰρήνη. Γρήγορα, ὅμως, ἡ σύζυγός του πέθανε. Γιά νά ἐπουλώσει τό τραῦμα τοῦ ὁ Σπυρίδων ἀφοσιώθηκε ἀκόμα περισσότερο στή διδαχή τοῦ θείου λόγου.

Μετά ἀπό πολλές πιέσεις, χειροτονήθηκε ἱερέας. Καί πράγματι, ὑπῆρξε ἀληθινός ἱερέας τοῦ Εὐαγγελίου, ἔτσι ὅπως τόν θέλει ὁ θεῖος Παῦλος: «Ἀνεπίληπτον, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, τέκνα ἔχοντα ἐν ὑποταγή μετά πάσης σεμνότητας» (Ἅ' πρός Τιμόθεον γ' 2-7). Δηλαδή ἀκατηγόρητο, προσεκτικό, ἐγκρατῆ, σεμνό, φιλόξενο, διδακτικό, καί νά ἔχει παιδιά πού νά ὑποτάσσονται μέ κάθε σεμνότητα. Ἔτσι καί ὁ Σπυρίδων, τόσο σωστός ὑπῆρξε σάν ἱερέας, ὥστε ὅταν χήρεψε ἡ ἐπισκοπή Τριμυθοῦντος στήν Κύπρο, διά βοῆς λαός καί κλῆρος τόν ἐξέλεξαν ἐπίσκοπο.

Ἀπό τή θέση αὐτή ὁ Σπυρίδων προχώρησε τόσο ποῦ στήν ἀρετή, ὥστε τόν ἀξίωσε ὁ Θεός νά κάνει πολλά θαύματα.

Νά σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι ὁ Ἅγιος Σπυρίδων μέ τό κύρος τῆς ἁγίας καί ἠθικῆς ζωῆς του στήν Ἅ' Οἰκουμενική σύνοδο, πού ἔγινε στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας (Μικρά Ἀσία) καί στήν ὁποία συμμετεῖχε, κατατρόπωσε τούς Ἀρειανούς καί ἀναδείχτηκε ἀπό τούς λαμπρούς ὑπερασπιστές τῆς Ὀρθόδοξης πίστης. Μάλιστα, ὅπως ἀναφέρει ἡ παράδοση, ἀφοῦ μίλησε γιά λίγο, κατόπιν ἔκανε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καί μέ τό ἀριστερό χέρι, πού κρατοῦσε ἕνα κεραμίδι, εἰς τύπον τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶπε: «Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός» καί ἔκανε νά φανεῖ πρός τά ἐπάνω ἀπ' τό κεραμίδι φωτιά, διά τῆς ὁποίας εἶχε ψηθεῖ αὐτό. Ὅταν δέ εἶπε: «Καί τοῦ Υἱοῦ», ἔρρευσε κάτω νερό, διά τοῦ ὁποίου ζυμώθηκε τό χῶμα τοῦ κεραμιδιοῦ. Καί ὅταν πρόσθεσε: «Καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» ἔδειξε μέσα στή χούφτα τοῦ μόνο τό χῶμα πού ἀπέμεινε.

Ὁ Ἅγιος Σπυρίδων κοιμήθηκε στίς 12 Δεκεμβρίου τοῦ 350 μ.Χ.

Τά 648 μ.χ. ἡ Κύπρος ἀντιμετώπιζε μεγάλες ἐπιδρομές ἀπό τούς Σαρακηνούς καί τό λείψανο μεταφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό. Τοποθετήθηκε στόν Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων μαζί μέ τό λείψανο τῆς Αὐγούστας Θεοδώρας . Παρέμεινε στήν βασιλίδα τῶν πόλεων μέχρις ὅτου ὁ ἱερέας Γρηγόριος Πολυευκτος λίγες μέρες πρίν τήν πτώση πῆρε τά δύο λείψανα καί τά μετέφερε μέσω Σερβίας, Θράκης καί Μακεδονίας στή Παραμυθιά τῆς Ἠπείρου. Τρία χρόνια περιπλανήθηκε ἀπό τόπο σέ τόπο μέχρις ὅτου φτάσει στήν Κέρκυρα. Ὅλο αὐτό τό διάστημα εἶχε τοποθετήσει τά λείψανα σέ σακιά μέ ἄχυρα καί ὅποιος τόν ρωτοῦσε τούς ἔλεγε πώς εἶναι τροφή γιά τό ὑποζύγιό του. Τό 1456 μ.Χ. ἔφτασε στήν Κέρκυρα γιατί πίστευε πώς τά λείψανα θά ἦταν ἀσφαλισμένα. Τά Ἑπτάνησα ἐκείνη τήν ἐποχή βρίσκονταν κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τῶν Ἐνετῶν. Ὁ ἱερέας Γρηγόριος Πολυευκτος βρῆκε ἕνα συμπολίτη τοῦ πρόσφυγα τόν ἱερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη καί τοῦ κληροδότησε τό λείψανο τοῦ Ἁγίου.

Μετά τόν θάνατο του ὁ Γεώργιος Καλοχαιρέτης ἄφησε κληρονομιά στούς γιούς του στό Λουκᾶ καί Φίλιππο τό λείψανο τοῦ Ἅγιου Σπυρίδωνα Οἱ δύο ἀδελφοί θέλησαν νά μεταφέρουν τό λείψανο στήν Βενετία. Ἡ ὑπόθεση μάλιστα ἐκδικάστηκε ἀπό τήν Ἑνετική Γερουσία. Τό ἀνώτατο δικαστικό ὄργανο τοῦ κράτους ἀποφάσισε ὅτι τό λείψανο ἀποτελεῖ ἰδιοκτησία τῶν ἀδελφῶν, ἄρα διατηροῦν τό ἀναφαίρετο δικαίωμα νά τό μεταφέρουν ὅπου ἐκεῖνοι ἐπιθυμοῦν. Τελικά ὅμως ἡ μεταφορά δέν πραγματοποιήθηκε διότι ὑπῆρξαν ἔντονες ἀντιδράσεις ἀπό τόν Κερκυραϊκό λαό καί τό ἀνώτατο δικαστικό ὄργανο δέν ἐπέμεινε καί ἐπικράτησε ἡ σκέψη ὅτι δέν ἔπρεπε νά δημιουργοῦνται δυσαρέσκειες στούς λαούς οἱ ὁποῖοι βρίσκονται κάτω ἀπό τή Βενετική σημαία. Τό 1512 μ.Χ. συντάχθηκε στήν Ἄρτα δωρητήριο συμβόλαιο στό ὄνομα τῆς Ἀσημίνας Καλοχαιρέτη, κόρη τοῦ Φιλίππου, ἡ ὁποία παντρεύτηκε τόν Σταμάτιο Βούλγαρη καί ἡ ὁποία μέ τή σειρά τῆς ἄφησε διαθήκη πού χρονολογεῖται ἀπό τίς 25 Νοεμβρίου 1571 μ.Χ. καί ὁρίζει πώς τό Ἱερό Λείψανο τοῦ Ἁγίου παραμένει ὡς κληρονομιά στούς γιούς της καί στούς ἀπογόνους τους.

Ὁ ναός ὁ ὁποῖος στεγάζει σήμερα τό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου, κτίστηκε στά 1589 μ.Χ. καί ἀνήκει στό ρυθμό τῆς μονόκλιτης βασιλικῆς. Τό ψηλό καί πυργωτό καμπαναριό, ὡς συμπλήρωμα τοῦ ναοῦ, κτίστηκε τό 1620 μ.Χ. Τό σημερινό τέμπλο τοῦ ναοῦ, κατασκευασνμένο ἀπό μάρμαρο τῆς Πάρου, κατασκευάστηκε τό 1864 μ.Χ. καί εἶναι ἔργο τοῦ αὐστριακοῦ ἀρχιτέκτονα Μάουερς. Ἡ οὐρανία εἶναι ζωγραφισμένη ἀπό τόν Κερκυραῖο ζωγράφο Νικόλαο Ἀσπιώτη τό 1852 μ.Χ., ἐνῶ οἱ εἰκόνες τοῦ τέμπλου εἶναι φτιαγμένες ἀπό τόν ἐπίσης Κερκυραῖο ζωγράφο, Σπύρο Προσαλένδη. Ἡ σημερινή λάρνακα φτιάχτηκε στή Βιέννη τό 1867 μ.Χ. Εἶναι ἀπό σκληρό, πολυτελές ξύλο μέ ἐξωτερική ἀσημένια ἐπένδυση. Βρίσκεται τοποθετημένη μέσα στήν κρύπτη, ἡ ὁποία δημιουργήθηκε εἰδικά γιά νά δεχθεῖ τό λείψανο τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνα, τό ὁποῖο ἐπισκέπτονται χιλιάδες ξένοι καί ντόπιοι ἐπισκέπτες. Εἶναι ἕνα ἀπό τά τρία ἄφθορα λείψανα στό Ἰόνιο, τοῦ Ἅγιου Σπυρίδωνα, τοῦ Ἅγιου Γεράσιμου καί τοῦ Ἁγίου Διονυσίου.

Στήν Κέρκυρα τό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος λιτανεύεται τέσσερις φορές τό χρόνοΤήν Κυριακή τῶν Βαΐων γιά τήν ἀπαλλαγή τοῦ νησιοῦ ἀπό ἐπιδημία πανώλης τό 1629 μ.Χ. Τό Μεγάλο Σάββατο γιατί τό ἔτος 1533 μ.Χ. τό νησί ἐπλήγη ἀπό μεγάλη καταστροφή τῆς σοδιᾶς τῶν σιτηρῶν. Τήν 11η Αὐγούστου γιά τήν διάσωση τοῦ νησιοῦ ἀπό σφοδρή ἐπιδρομή τῶν Τούρκων τό 1716 μ.Χ. καί τήν πρώτη Κυριακή του μηνός Νοεμβρίου γιά δεύτερη ἐπιδημία πανώλης τό 1673 μ.Χ.

        Θαύματα τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνα

     Μία μέρα, ἕνας πτωχός μέ πολυμελῆ οἰκογένεια κτύπησε τήν πόρτα τῆς ἐπισκοπῆς τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνα. Πλησίασε τόν ἅγιο καί μέ δάκρυα τοῦ ζήτησε ἕνα δάνειο. Τό ἤθελε γιά νά πληρώσει κάποιο χρέος τοῦ σ' ἕνα πλούσιο, πού ἀπειλοῦσε νά τοῦ πωλήσει τό σπίτι του. Ποῦ νά βρεῖ ὅμως ὁ ἅγιος ἕνα τόσο μεγάλο ποσό;

Στόν πόνο πού τοῦ δημιουργοῦσαν τά πικρά δάκρυα τοῦ πτωχοῦ, πού ἀπό τή θλίψη σπάραζε, ὁ στοργικός ἐπίσκοπος καταστενοχωρημένος ἄρχισε νά βηματίζει. Ξάφνου ἐκεῖ μπροστά του, πῆρε τό μάτι τοῦ ἕνα φίδι νά σέρνεται μέσα στήν πρασινάδα. Σάν ἀστραπή πέρασε ἀπό τόν νοῦ τοῦ τό ραβδί τοῦ Ἀαρῶν, πού στό παλάτι τοῦ Φαραώ τ' ἀφῆκε νά πέσει στή γῆ κι ἔγινε φίδι. «Ἄς ἦταν, Κύριε, τό φίδι αὐτό νά γινόταν χρυσάφι γιά τόν πτωχό αὐτόν οἰκογενειάρχη, εἶπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Ἄς γινόταν χρυσάφι, γιά νά βοηθηθεῖ τό δυστυχισμένο αὐτό πλάσμα σου», ξανάπε καί σήκωσε τό χέρι. Τό φίδι σταμάτησε. Κι ὁ ἅγιος ἔσκυψε καί τό πῆρε. Στό χέρι τοῦ τό σιχαμερό ἑρπετό μεταμορφώθηκε κι ἄστραψε τώρα χρυσαφένιο. O πτωχός γεμάτος χαρά πῆρε τό χρυσάφι κι ἔτρεξε καί τό 'δωκε ἐνέχυρο στόν πλούσιο δανειστή.

Ὅταν ἀργότερα μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ πλήρωσε τό χρέος του, ὁ δανειστής τοῦ ἐπέστρεψε τό χρυσαφένιο ἐνέχυρο. Κι ὁ πτωχός τό πῆρε καί μέ δάκρυα εὐγνωμοσύνης τό γύρισε στόν ἅγιο. Αὐτός, ἀφοῦ τό ἔλαβε στά χέρια, ἔστρεψε τά μάτια στόν οὐρανό, δόξασε τόν Θεό γιά τήν ἄπειρη φιλανθρωπία του κι ὕστερα τό ἔρριξε στή γῆ. Καί ὤ τοῦ θαύματος! Τό χρυσάφι ἔγινε καί πάλι φίδι κι ἔφυγε ἀπό μπροστά τους.

     Κάποια ἄλλη φορᾶ ὁ Ἅγιος Σπυρίδωνας, ὕστερα ἀπό μακρινή ὁδοιπορία γιά διδαχή τοῦ λαοῦ του μπῆκε κουρασμένος στό σπίτι ἑνός ἀπό τούς πιστούς του, γιά νά ξεκουραστεῖ. Στό ἄκουσμα τῆς εἴδησης κόσμος πολύς ἀπό τά γειτονικά σπίτια στήν ἀρχή κι ἔπειτα ἀπό ὅλη τήν κοινότητα ἔτρεξαν νά τόν συναντήσουν καί νά πάρουν τήν εὐλογία του. Ἀνάμεσα στά πλήθη ἦταν καί μία ἁμαρτωλή γυναίκα, πού ἦρθε κι αὐτή νά δεῖ τόν Ἅγιο. Κάποια στιγμή μάλιστα ἔπεσε καί κάτω, γιά νά ἀσπασθεῖ τά πόδια του. Μέ τή χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὁ Ἅγιος, σάν τήν κοίταξε, γνώρισε ἀμέσως τήν ἁμαρτία της. Χωρίς νά τόν ἀκούσει κανένας, μέ τρόπο γλυκύ καί ταπεινό, ψιθύρισε στή γυναίκα: «Κυρά μου, μή μέ ἐγγίσεις». Ἐκείνη ὅμως ἐπέμενε. Καί τότε ὁ Ἅγιος μέ αὐστηρότητα φανέρωσε μπροστά σέ ὅλους τήν ἁμαρτία της. Ἡ γυναίκα θαύμασε καί μέ συντριβή καρδιᾶς ἔσκυψε κι ἄρχισε μέ δάκρυα νά ζητᾶ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μπροστά στή μετάνοιά της ὁ στοργικός πατέρας τῆς εἶπε μέ συγκίνηση τά λόγια ἐκεῖνα, πού κάποτε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπηύθυνε σέ μία τέτοια ἁμαρτωλή: «Θάρσει, θύγατερ. ἀφέωνται σοί αἵ ἁμαρτίαι». Πήγαινε στό καλό καί πρόσεχε μελλοντικά. Μέ τόν τρόπο τοῦ ὁ ἅγιος βοήθησε τήν ἁμαρτωλή ἐκείνη γυναίκα νά μετανοήσει. Ἀλλά κι ἔδωκε ἕνα μάθημα σέ ὅλους. Μόνο ἡ μετάνοια ἡ εἰλικρινής ξεπλένει τήν ψυχή καί ἀποκαθιστᾶ τόν ἄνθρωπο στή θέση τήν τιμητική, νά εἶναι παιδί τοῦ Θεοῦ.

    Ὁ Ἅγιος κατά τή Μεγάλη Σαρακοστή συνήθιζε νά νηστεύει ἀπόλυτα. Δέν ἔτρωγε τίποτα, οὔτε αὐτός οὔτε κι ἡ κόρη του. Κάποια βραδυά, σέ περίοδο νηστείας, ἕνας ἄγνωστος ὁδοιπόρος κτύπησε τήν πόρτα τῆς ἐπισκοπῆς του. Ὁ Ἅγιος ἔσπευσε μέ προθυμία νά τοῦ ἀνοίξει καί νά τόν ὑποδεχθεῖ. Τοῦ πρόσφερε νερό νά ξεπλυθεῖ καί πῆγε νά βρεῖ κάτι, γιά νά τοῦ δώσει νά δειπνήσει. Κοίταξε παντοῦ, μά τίποτα δέν βρῆκε. Οὔτε ψωμί δέν εἶχε. Στήν ἀμηχανία τοῦ ὁ ἅγιος θυμήθηκε πῶς σέ κάποια γωνιά βρισκόταν κρεμάμενο ἕνα κομμάτι διατηρημένο χοιρινό κρέας ἀπό τίς ἡμέρες τῆς κρεοφαγίας. Χωρίς νά χάσει καιρό, φώναξε τήν κόρη του νά ψήσει λίγο γιά τόν φιλοξενούμενό τους. Ἡ κόρη ἑτοίμασε τό τραπέζι. Ἔβαλε πάνω τό ψητό κρέας καί κάλεσαν τόν ξένο νά φάγει. Ὁ ξένος, σάν εἶδε τό προσφερόμενο, ἀρνήθηκε νά τό δοκιμάσει λέγοντας: «Δέσποτά μου, συγχώρεσε μέ. Νηστεύω. Εἶμαι χριστιανός». «Ναί! παιδί μου», εἶπε ὁ ἅγιος, «κι ἐγώ νηστεύω. Εἶμαι κι ἐγώ χριστιανός. Μά μία καί δέν ἔχουμε τίποτε ἄλλο στό σπίτι κι ἐσύ πρέπει νά τονωθεῖς ὕστερα ἀπό τήν τόση ὁδοιπορία, θά φᾶς ἀπό αὐτό πού βρίσκεται. Νά! ἐγώ καταλύω πρῶτος τή νηστεία. Φάγε, παιδί μου, νά τονωθεῖς». Κι ὁ Ἅγιος, γιά νά ἐνθαρρύνει τόν ξένο, ἔφαγε κι ἔδωσε καί σ' ἐκεῖνο λέγοντάς του. «Πάντα καθαρά τοῖς καθαροῖς, ὁ θεῖος ἀπεφήνατο Λόγος». Τήν ἄλλη μέρα φυσικά συνέχισε καί πάλι τή νηστεία του.

 Τό περιστατικό αὐτό δείχνει τήν πλατιά ἀντίληψη τοῦ Ἁγίου γιά τή νηστεία, πού εἶναι κι ἡ μόνη ὀρθή. «Τό Σάββατον ἐγένετο διά τόν ἄνθρωπον οὔχ ὁ ἄνθρωπος διά τό Σάββατον». (Μάρκ. β', 27).

Μία βραδυά, τήν ὥρα πού ὅλοι ἡσύχαζαν, μερικοί κλέφτες μπῆκαν στή μάνδρα, πού ἤσαν τά πρόβατα πού ἔτρεφε ὁ ἅγιος γιά τίς ἀνάγκες τῶν πτωχῶν του, γιά νά κλέψουν μερικά. Ξεχώρισαν αὐτά πού ἤθελαν καί δοκίμασαν νά φύγουν. Ἄδικα, ὅμως, προσπαθοῦν νά κινηθοῦν πρός τήν ἔξοδο. Τά πόδια καί τά χέρια τούς δέθηκαν ἀόρατα ἀπό Ἐκεῖνο, πού ὅλα τά βλέπει καί τά παρακολουθεῖ, Ὅλο τό βράδυ ἄγρυπνοι ἀγωνίζονταν χωρίς νά κατορθώσουν αὐτό πού ἤθελαν. Ὅταν ξημέρωσε καί πῆγε ὁ ἅγιος στή μάνδρα καί τούς εἶδε σέ κεῖνα τά χάλια, τούς σπλαγχνίστηκε. Τούς μίλησε μέ καλωσύνη καί τούς συνέστησε νά μήν ἐπαναλάβουν αὐτή τήν πράξη. Κι ἐκεῖνοι ντροπιασμένοι καί καταστενοχωρημένοι τοῦ τό ὑποσχέθηκαν. Τούς ἔλυσε τά δεσμά, μέ τά ὁποῖα ἤσαν δεμένοι, τούς εὐλόγησε καί τούς ἀπέλυσε. Τήν ὥρα, πού ἔφευγαν, τούς ἔδωσε κι ἕνα κριάρι γιά «τόν κόπο τῆς ἀγρυπνίας». Πόσο δίκαιο ἔχει ὁ λαός μας ὅταν λέγει: «Ἀγαπᾶ ὁ Θεός τόν κλέφτη· ἀγαπᾶ ὅμως καί τόν νοικοκύρη». Ὁ Πανάγαθος «θέλει πάντας σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Ἅ' Τιμοθ. β' 4).

πολυτκιον
χος α’. Το λίθου σφραγισθέντος.
Τ
ς Συνόδου τς πρώτης νεδείχθης πέρμαχος, κα θαυματουργς θεοφόρε, Σπυρίδων Πατρ μν· δι νεκρ σν τφ προσφωνες, καφιν ες χρυσον μετέβαλες· καν τ μέλπειν τς γίας σου εχάς, γγέλους σχες συλλειτουργούντάς σοι ερώτατε. Δόξα τ σ δοξάσαντι Χριστ· δόξα τ σ στεφανώσαντι· δόξα τνεργούντι δι σο, πσιν άματα.

Κοντκιον
χος β’. Τνω ζητν.
Τ
 πθ Χριστο τρωθες, ερώτατε, τν νον πτερωθείς, τ αγλ το Πνεύματος, πρακτικ θεωρία, τν πρξιν ερες θεόπνευστε, θυσιαστήριον θεον γενόμενος, ατούμενος πσι θείαν λλαμψιν.

Κθισμα
χος πλ. δ’. Τν Σοφαν κα Λγον.
κ ποιμνων προβτων τν το Χριστοκκλησαν ποιμανειν προχειρισθες, ποιμν θεοπρβλητος, σ Σπυρδων νλαμψας, κακοδοξας λκους, λσας τος λγοις σου, ν εσεβεας πόᾳ, ατν κτρεφμενος· θεν ναμσον, θεοφρων Πατρων, τν πστιν τρνωσας, τ σοφίᾳ το Πνεματος, ερρχα μακριε· Πρσβευε Χριστ τ Θε, τν πταισμτων φεσιν δωρσασθαι, τος ορτζουσι πθ, τν γαν μνμην σου.

 Οκος
Τ
ν κ κοιλας γιασμνον ερρχην Κυρου, νευφημσωμεν νν Σπυρδωνα, τν τς χριτος πλκας δεξμενον θεας δξης, καν θαμασι περιβητον πσι, κας θερμν κα ατπτην τς θεας λλμψεως, ς τν πεντων προσττην, κα τν μαρτανντων ψυχαγωγν· οτος γρ θων τ βματι το Χριστοερρχης πιστς ναδδεικται, ατομενος πσι θεαν λλαμψιν.

Μεγαλυνριον
Χαίροις των θαυμάτων ο ποταμός· Χαίροις ασθενούντων, και πασχόντων ο ιατρός· Χαίροις των λογίων του Πνεύματος ο σπόρος, Σπυρίδων Τριμυθούντος, ποιμήν τρισόλβιε.

footer
  • Πέμπτη
    17 Οκτωβρίου

    Ωσηέ προφήτου, Ανδρέου του εν Κρίσει, Ιλαρίας μάρτυρος


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ