ploigisi h3

bottom neo

 

                              ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΔΡΕΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΗΤΗΣ

  evagelismos φθασε σήμερα ἡ χαρὰ ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ καταργεῖ τὴν πρώτη κατάρα. Ἔφθασε Αὐτός πού εὑρίσκεται παντοῦ, γιά νά τὰ γέμιση ὅλα μὲ χαρά. Πῶς ἦλθε ὅμως; Χωρὶς νά περιβάλλεται ἀπὸ δορυφόρους, χωρὶς να σύρει πίσω του τίς στρατιὲς τῶν ἀγγέλων, δίχως μεγαλοπρεπῆ προσέλευση, ἀλλὰ ἥσυχα καὶ ἤρεμα. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτό, γιά νά διαφύγει τὴν προσοχὴ τοῦ ἄρχοντος τοῦ σκότους, γιά νά παγίδευση μὲ τὸ σοφὸ αὐτὸ τέχνασμα τὸν ὄφι, νά ἐξαπατήσει τὸν δράκοντα, τὸν Ἀσσύριο πού ἔθεσε ὑπὸ τὴν ἐξουσία του ὅλη τὴν ἀνθρωπίνη εὐγένεια καὶ ἔτσι τελικὰ νά ἀρπάξει τὸ λάφυρο. Διότι δέν ἀνέχθηκε ἡ ἄπειρη εὐσπλαχνία Του νά ὑποστεῖ καταστροφὴ αὐτὸ τὸ τόσο σπουδαῖο ἔργο, ὁ ἄνθρωπος, γιά χάρι τοῦ ὁποίου Ἐκεῖνος ἔστησε τοὺς οὐρανοὺς σὰν καμάρα, στερέωσε τὴν γῆ, σκόρπισε τὸν ἀέρα, ἄπλωσε τὴν θάλασσα καὶ κατασκεύασε ὁλοκλήρη τὴν ὀρατὴ κτίσῃ. Γι’ αὐτὸ ὃ Θεὸς κατέβηκε στήν γῆ, βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὸν οὐρανό, ᾖλθε ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, κυοφορήθηκε ἀπὸ Παρθένο, αὐτός πού δέν τὸν χωρεῖ ὁλόκληρο τὸ σύμπαν. Λοιπὸν ἂς ἀγάλονται τὰ σύμπαντα σήμερα καὶ ἡ φύσις ἂς σκιρτᾶ. Διότι ἀνοίγεται ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ὑποδέχεται κρυφὰ τὸν Βασιλέα τοῦ παντός. Ἡ Ναζαρὲτ μιμεῖται τὴν Ἐδὲμ καὶ δέχεται στούς κόλπους τῆς τὸν φυτουργὸ τῆς Ἐδέμ. Ὃ Πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν μόνος του μνηστεύεται τὴν ἀνθρωπίνη εὐτέλεια διὰ μέσου τοῦ μόνου γεννηθέντος ἀπὸ αὐτόν. Καὶ ὃ Γαβριὴλ ὑπηρετεῖ τὸ μυστήριο καὶ προσφωνεῖ ἥσυχα τὴν Παρθένο μὲ τὸ Χαῖρε, γιά νά διασώσει ἡ θυγάτηρ τοῦ Ἀδάμ, ποὺ ἀνέτειλε ἀπὸ τὸν Δαβίδ, τὴν χαρά που ἔχασε ἡ προμήτωρ. Σήμερα ὃ Πατὴρ τῆς δόξῃς εὐσπλαχνίσθηκε τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ κοίταξε μὲ συμπάθεια τὴν φύση πού ἐφθάρη ἀπὸ τὸν Ἀδάμ. Σήμερα ὁ χορηγὸς τῆς εὐσπλαχνίας φανερώνει τὴν ἄβυσσο τῶν παναγάθων σπλάγχνων του καὶ διοχετεύει στήν κτίσῃ τὸ ἔλεός Του, ποὺ εἶναι ἄφθονο σὰν τὸ νερό πού καλύπτει τίς θάλασσες.

  Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός πού πανηγυρίζουμε τώρα• καὶ αὐτὴν τὴν παραγγελία δέχεται ὃ Γαβριὴλ καὶ μεσιτεύει ἀνάμεσα στήν θεότητα καὶ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ πρῶτος εὐαγγελίζεται στήν Παρθένο τίς ἐγγυήσεις τῆς ὁλοκληρωτικῆς συνδιαλλαγῆς. Διότι ὁ Πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν συμπόνεσε τὸ γένος μας ποὺ εἶχε ἤδη καταφθαρὴ ἀπὸ τὸ ὀλίσθημα τῆς ἁμαρτίας καὶ ἐνθυμήθηκε τὸ ἔργο τῶν χειρῶν του. Καὶ ἐπειδὴ δέν ὑπέφερε νά μᾶς βλέπῃ νά χανόμαστε ἕως τέλους, κατὰ πρῶτον ἔδωσε στά χέρια τοῦ Μωϋσέως τὸν νόμο, ποὺ ἤταν γραμμένος σὲ λίθινες πλάκες. Καθὼς ὅμως ὁ νόμος δέν εἶχε κανένα ἀποτέλεσμα, ἀπέστειλε πνευματοφόρους ἄνδρες, ἐννοῶ τοὺς διορατικοὺς προφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἔδειχναν ὄλες τίς εὐθεῖες ὁδοὺς τοῦ Θεοῦ. Παρ` ὅλο δέ πού ἔκλεισαν τίς αἰσθήσεις τους αὐτοὶ πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπεστάλησαν καὶ δέν βελτιώθηκαν καθόλου, ὡστόσο οὔτε τότε παρέβλεψε ὁ Πλάστης τὸ πλάσμα μας, ἀλλὰ ἐξαπέστειλε σὲ μᾶς τοὺς ἀναξίους, εἰς οὖς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησε, τὸν ὁμόθρονο καὶ ἰσοσθενὴ καὶ ἰσάγαθο Υἱὸ του, ὁ ὁποῖος προῆλθε ἀπὸ τοὺς ὑπεράγαθους καὶ πανάμωμους κόλπους του. Διότι ἔκρινε πῶς πρέπει μᾶλλον να ἐργασθεῖ γιά τὴν σωτηρία αὐτῶν πού ἔχουν ναυαγήσει, παρὰ νά παράβλεψη αὐτὸ τὸ τόσο σπουδαῖο πλάσμα πού ἐφτιαξε.

  Ἀφοῦ λοιπὸν ὥρισε σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς πρώτους του ἀγγέλους νά διακονήσει στό μυστήριο, νομίζω ὅτι αὐτὰ τοῦ παρήγγειλε μὲ τὸ νεῦμα τῆς οἰκείας του μεγαλειότητας: «Ἐμπρὸς λοιπόν, Γαβριήλ, πήγαινε στῇ Ναζαρέτ, τὴν πόλη τῆς Γαλιλαίας, στην ὁποία κατοικεῖ κόρη Παρθένος μνηστευμένη μὲ ἄνδρα πού ὀνομάζεται Ἰωσήφ. Τὸ ὄνομα τῆς Παρθένου εἶναι Μαρία». Λέγει, στή Ναζαρέτ. Για ποιό λόγο; Γιά νά συλλέξει ὁ Παντοκράτωρ τὸ θεοχαρίτωτο κάλλος τῆς παρθενίας, ὅπως ἀκριβῶς τὸ τριαντάφυλλο, ἀπὸ ἀκανθωτὴ χώρα• καὶ γιά τὴν προφητεία, ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται. Ποῖος; Αὐτός που ἀνακηρύσσεται κατόπιν ἀπὸ τὸν Ναθαναὴλ Υἱὸς Θεοῦ καὶ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. Εἶναι βέβαια συνήθεια ὁ Γαβριὴλ να διακονεῖ στά μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὸ εἴδαμε στήν περίπτωση τοῦ Δανιήλ. «Πήγαινε λοιπὸν στην πόλη τῆς Γαλιλαίας Ναζαρέτ• καὶ σὰν φθάσεις σ' αὐτήν, σπεῦσε πρῶτα να ἀνακοινώσῃς στήν Παρθένο αὐτὸ τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς χαρᾶς, τὸ ὅποιο εἶχε χάσει προηγουμένως ἡ Εὕα. Καὶ πρόσεξε μὴν τῆς ταράξεις τὴν ψυχὴ• διότι τὸ μήνυμα εἶναι χαράς, ὄχι καταστροφῆς• ὃ ἀσπασμὸς εἶναι εὐφροσύνης καὶ ὄχι ἀθυμίας. Γιατὶ ποία χαρὰ ἦταν ἢ θὰ εἶναι μεγαλύτερη για τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀπὸ τὸ να γίνη συμμέτοχος τῆς θείας φύσεως καί, μὲ τὴν πρὸς Αὐτὸν ἀμέση ἐπαφή, να ἐνωθεῖ καὶ νά γίνη ἕνα μὲ Αὐτὸν καθ' ὑπόστασιν; Ποιό πρᾶγμα εἶναι πιὸ θαυμαστό, ἀπὸ τὸ να βλέπεις τὴν συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ, ποὺ φθάνει μέχρι καὶ τὴν κυοφορία μέσα στήν μήτρα μιᾶς γυναίκας; Ὤ, τὶ παράδοξα πράγματα! Ὃ Θεὸς μέσα στα μόρια μιᾶς γυναίκας, ὁ τὸν οὐρανὸν θρόνο ἔχων καὶ ὑποπόδιο τὴν γῆν. Ὃ Θεὸς νά εὑρίσκεται μέσα στήν κοιλία μιᾶς γυναίκας, αὐτός πού εἶναι ὑπερουράνιος καὶ σύνθρονος τῆς πατρικῆς ἀϊδιότητος. Καὶ ποιό πρᾶγμα εἶναι πιὸ παράδοξο ἀπὸ αὐτό, ἀπὸ τὸ να παρουσιάζεται δηλ. ὁ Θεὸς ἀνθρωπόμορφος, χωρὶς να ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν θεότητά Του; Καὶ ἀπὸ τὸ να βλέπουμε τὴν ἀνθρωπίνη φύση νά εἶναι ὁλοκλήρη συνενωμένη μὲ τὸν Πλάστη της, γιά νά θεωθεῖ ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος ποῦ ἔπεσε πρῶτος στήν ἁμαρτία;

   Τὶ ἔκανε λοιπὸν ὃ Γαβριήλ; Ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ καὶ κατάλαβε πώς  διαταγὴ εἶναι βέβαια ἐπικυρωμένη μὲ θεϊκὴ ἀπόφαση ἀλλά ξεπερνᾶ τὴν δύναμή του, ἔμεινε μετέωρος ἀνάμεσα στόν φόβο καὶ τὴν χαρὰ καὶ τοῦ ἦταν φανερό πῶς δεν πρέπει νά ξεθαρρεύει• ἀλλὰ ἐπίσης δέν ἔκρινε καὶ ἀσφαλὲς τὸ νά ἀντιλέγει. Ἀκολουθώντας λοιπὸν τὸ θεϊκὸ πρόσταγμα, πέταξε κάτω πρὸς τὴν Παρθένο καὶ φθάνοντας στή Ναζαρέτ, στάθηκε στό δωμάτιο. Ἔπειτα ἔμεινε σκεπτικὸς καὶ βασανιζόταν ἀπὸ διαφόρους λογισμούς, σὰν νά βρισκόταν σὲ ἀμηχανία• καὶ νομίζω πῶς αὐτὰ ἀναλογιζόταν: «Ἀπὸ ποῦ ν' ἀρχίσω να ἐκτελῶ τὴν ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ; Νά εἰσέλθω βιαστικὰ στόν θάλαμο; Ἄλλα τότε θὰ ταράξω τὴν ψυχὴ τῆς Παρθένου. Νά προχωρήσω πιὸ ἀργά; Ἄλλα ἢ κόρη θὰ νομίσει πῶς μπῆκα αὐθαίρετα. Νά χτυπήσω τὴν πόρτα; Ἄλλα πῶς; Δεν εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν ἀγγέλων αὐτό, οὔτε κάτι ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ μπορεῖ να ἐμποδίσῃ τὸ ἀσώματο. Νά ἀνοίξω πρῶτα τὴν πύλη; Ἄλλα καὶ ἂν ἀκόμη αὐτὴ εἶναι κλειστή, ἐγὼ μπορῶ να εἰσέλθω. Νά τὴν καλέσω μὲ τὸ ὄνομά της; Ἄλλα θὰ τρομάξω τὴν κόρη. Αὐτὸ λοιπὸν θὰ κάνω. Θὰ ἐνεργήσω ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπιθυμία Αὐτοῦ πού μ' ἔστειλε• διότι ἔχει σκοπὸ νά σώσει τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ ἡ ἐπιθυμία Του βέβαια ἂν καὶ εἶναι κάπως παράδοξη, εἶναι ὅμως γεμάτη εὐσπλαχνία καὶ σύμβολο καταλλαγῆς. Πῶς ἄραγε νά πλησιάσω τὴν Παρθένο; Γιά ποιό πρᾶγμα νά τῆς μιλήσω πρῶτα; Για τὸ χαρμόσυνο μήνυμα ἢ για τὴν ἐνοίκησι τοῦ Κυρίου μου; Γιά τὴν ἐπέλευση τοῦ Πνεύματος ἢ για τὴν ἐπισκίαση τοῦ Ὑψίστου; Θὰ χαιρετήσω λοιπὸν τὴν Παρθένο, θὰ τῆς ἀνακοινώσω τὸ θαῦμα, θὰ τὴν πλησιάσω, θὰ τῆς ἀπευθύνω τὸν χαιρετισμὸ καὶ θὰ τῆς προσφωνήσω ἤρεμα τὸ .Χαῖρε. Αὐτὸ θὰ μὲ βοηθήσει νά τῆς μιλήσω μὲ παρρησία. Ἂς προπορευθεῖ, ὡς ἐγγυήση γιά τὴν συνομιλία μου μὲ αὐτήν, τὸ Χαῖρε.  Αὐτὰ λοιπὸν ἀφοῦ ἀποφάσισε ὁ ἀρχάγγελος, πορεύθηκε στήν παστάδα καὶ πλησίασε τὸν θάλαμο μέσα στόν ὁποῖο κατοικοῦσε ἡ Παρθένος. Προσήγγιζε ἥσυχα στήν θύρα καί, ἀφοῦ εἰσῆλθε, προσφώνησε τὴν Παρθένο μὲ ἤρεμη φωνή: Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Αὐτός πού ὑπάρχει πρὶν ἀπὸ σένα, σήμερα γίνεται μαζὶ μὲ σένα καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο θὰ προέλθει ἀπὸ σένα• τότε ἀΐδιος, τώρα χρονικῶς. Πώ, πώ, τὶ ἀμετρήτη φιλανθρωπία! Πόσο μεγάλη ἀγαθοσύνη!! Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Χαῖρε, σῦ πού εἶσαι τὸ ὄργανο τῆς χαρᾶς μὲ τὸ ὅποιο ἐλύθη ἡ καταδίκη τῆς κατάρας καὶ τὴν θέση τῆς κατέλαβε δίκαια ἢ χαρά. Χαῖρε, σῦ που εἶσαι ἀληθινὰ εὐλογημένη• χαῖρε, ἡ λελαμπρυσμένη• χαῖρε, τὸ καλλωπισμένο ἀνάκτορο τῆς θείας δόξης• χαῖρε, τὸ ἱερὸ παλάτι τοῦ βασιλέως• χαῖρε, νυμφών, εἰς τὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς ἐνυμφεύθη τὴν ἀνθρωπότητα• χαῖρε, σῦ πού ἐξελέγης ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὶν νά γεννηθεῖς• χαῖρε, τὸ μέσο συνδιαλλαγῆς τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους• χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ἀκηράτου ζωής• χαῖρε, οὐρανέ, ὑπερουράνιο οἴκημα τοῦ Ἡλίου τῆς δόξης• χαῖρε, εὐρύχωρο χωρίο τοῦ Θεοῦ πού δέν εἶναι χωρητὸς πουθενὰ ἐκτὸς μόνον ἀπὸ σένα- χαῖρε, γῆ ἁγία παρθενική, ἀπὸ τὴν ὁποία δημιουργήθηκε μὲ ἄρρητο θεοπλαστία ὁ νέος Ἀδὰμ γιά νά διασώσει τὸν παλαιὸ• χαῖρε, ζύμη ἁγία θεόπλαστη, ἀπὸ τὴν ὁποία ζυμώθηκε ὅλο τὸ φύραμα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί, ἀφοῦ μετεβλήθη σὲ ἄρτο ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀποτέλεσε ἕνα παράδοξο κρᾶμα.

  Εὐλογημένη σῦ ἐν γυναιξὶν καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Καὶ πολὺ σωστὰ εὐλογημένη. Διότι σὲ εὐλόγησε ὁ Θεός, ἐσένα τὸ σκήνωμα Του, ποὺ ἐκυοφόρησες ἀπεριλήπτως τὸν ὑπερπλήρη τῆς Πατρικῆς δόξης ἄνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ εἶναι καὶ Θεός, τέλειος κατά τις φύσεις ἀπό τις ὅποιες καὶ στίς ὅποιες συνέστη. Εὐλογημένη σῦ ἐν γυναιξίν, ἡ ὁποία ἐχώρησες ἀστενοχωρήτως μέσα εἰς τὸ ἀσύλητο ταμεῖο τῆς παρθενίας σου τὸν οὐράνιο θησαυρό, ἐν ὢ πάντες εἰσὶν οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι. Σῦ εἶσαι ἀληθινὰ εὐλογημένη• διότι καρποφόρησες ἀσπερμάτως καὶ ἀγεωργήτως καρπὸ εὐλογίας, τὸν στάχυ τῆς ἀφθαρσίας Χριστό, καθὼς προσέφερες στόν γεωργὸ τῆς σωτηρίας μας πλούσιο θερισμό, χιλιάδες μακαρίων ψυχῶν. Ἐσὺ εἶσαι ἀληθινὰ εὐλογημένη, ἡ ὁποία μόνη ἀπ' ὄλες τίς μητέρες προετοιμάσθηκες νά γίνεις μητέρα τοῦ Κτίστου σου καὶ ὅμως ἀπέφυγες ὅσα παθαίνουν οἱ μητέρες. Διότι δέν διεφθάρη ἀπὸ μητρικὲς ὠδῖνες ἡ ἐξαίρετή σου παρθενία, καθὼς ὁ παρθενικὸς σου βλαστὸς διαφύλαξε σώα τὰ σήμαντρα τῆς ἁγνείας σου. Σῦ εἶσαι πραγματικὰ εὐλογημένη, ἡ μόνη πού κυοφόρησες δίχως ἄνδρα αὐτόν πού ἄπλωσε τοὺς οὐρανοὺς καὶ οὐράνωσε ξενοπρεπὼς τὴν γῆ τῆς παρθενίας σοῦ. Εὐλογημένη σῦ ἐν γυναιξίν, ἡ μόνῃ που ἀξιώθηκε τὴν εὐλογία τὴν ὁποία ὑποσχέθηκε ὃ Θεὸς μὲ τὸν Ἀβραὰμ στα ἔθνη. Ἐσὺ εἶσαι ἀληθινὰ εὐλογημένη, γιατὶ μόνο ἐσὺ χρημάτισες μητέρα τοῦ εὐλογημένου παιδίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρα μας, διὰ μέσου τῆς ὁποίας κράζουν τὰ ἔθνη: « Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου καί, Εὐλογητὸ τὸ ὄνομα τῆς δόξῃς αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα• καὶ πληρωθήσεται τῆς δόξης αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ• γένοιτο, γένοιτο».

   Ἢ δέ, λέγει, ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ διεταράχθη καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὃ ἀσπασμὸς οὗτος. Λέγει ὅτι ταράχθηκε, ὄχι γιατὶ ἔπεσε σὲ ἀπιστία• ἀποκλείεται. Ἀντίθετα μᾶλλον ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὴν παράξενη προσφωνήσῃ, διότι τῆς φάνηκε σὰν μαντεία αὐτό που ἔβλεπε. Οὔτε ἔπαθε αὐτό που συνέβη στον Ζαχαρία μέσα στα ἄδυτα ἀπὸ τὴν ἀπιστία του, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας δέχθηκε τὴν τιμωρία ἀπὸ τὰ γεννητικὰ στά φωνητικὰ ὄργανα καὶ ἀντάλλαξε τὴν ἀτεκνία μὲ τὴν ἀφωνία. Ἄλλα καθὼς ἦταν καθαρή ἀπὸ κάθε ψόγο καὶ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἐπιμειξία πρὸς ἄνδρα καὶ ἀπὸ κάθε ἐλευθεριάζουσα συνήθεια καὶ εἶχε συνηθίσει να προσηλώνει τὸ νοῦ της στήν ἀκλινῆ θεωρία τῶν οὐρανίων, δέχθηκε μέσα στήν ψυχὴ της ταραχὴ ἀπὸ τὸν ἀσπασμό, ἐπειδὴ ἦταν φυσικό, μιά καὶ ἦταν ἀπαρρησίαστη, νά διστάσει ἐκείνη τὴν στιγμὴ καὶ νά ἀνακρίνει μὲ τὸ λογικὸ αὐτό πού τῆς εἶχε λεχθεῖ καὶ ὄχι ν' ἀνοίξει τ' αὐτιὰ της ὡς ἔτυχε καὶ ἀπερίσκεπτα σ' αὐτόν πού τῆς μιλοῦσε. Γιά αὐτό, πολὺ σοφὰ ὁ εὐαγγελιστὴς τὸ ἐπισήμανε καὶ εἶπε• -ἡ δὲ διελογίζετο . Σὰν νά ἐξέταζε τοὺς διαλογισμοὺς της μὲ τὸ κριτήριο τῆς καθαρᾶς διανοίας, ὥστε νά μὴν παραδεχθεῖ χωρὶς κρίσῃ τοὺς λόγους.

   Τὶ ἔκανε λοιπὸν ὁ Γαβριήλ; Ἀμέσως μόλις κατάλαβε πῶς ἡ κόρη ταράχθηκε, δέν σκέφθηκε τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ ἀμέσως τῆς εἶπε• Μὴ φόβου, Μαριάμ• εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. Ἀφοῦ πρῶτα τῆς κατασίγασε τὸ φόβο, ὕστερα τῆς ἔδωσε θάρρος λέγοντας «μὴ φοβάσαι, γιατὶ βρῆκες χάρι ἀπὸ τὸν Θεό»• αὐτήν πού ἔχασε ἢ Εὕα. Μὲ τὸ νά πεῖ χάριν, διέλυσε τὴν ἀμφιβολία τῆς γνώμης της καὶ τὸ ὅτι τῆς φάνηκέ πῶς πρέπει νά σκεφθεῖ καλὰ τὸ πρᾶγμα. Καὶ προσθέτοντας τὸ εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θε πιθανῶς νά ἀντέκρουσε τὸν φόβο τῆς Παρθένου.     Καὶ πρόσεξε τὴν συνέση τῆς Παρθένου. Διότι, ὅταν τὰ πληροφορήθηκε αὐτὰ καὶ κατάλαβε τὸ ἄτρεπτο τῆς ὑπεροχικῆς ἐξουσίας τοῦ Θείου θελήματος, εἶπε πρὸς τὸν ἄγγελον πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Παράξενα μοῦ ὑπόσχεσαι, λέγει, μοῦ ἀναγγέλλεις πράγματα πού ξεπερνοῦν τὴν φύση. Δέν ἔχω πεῖρα γάμου• διότι ἔχω μνηστευθεῖ βέβαια, ἀλλὰ δέν ἔχω ὑπανδρευθεῖ. Τὸν Ἰωσὴφ τὸν γνωρίζω ὡς μνηστῆρα καὶ ὄχι ὡς ἄνδρα. Ὃ μνηστῆρας εἶναι σύνοικος καὶ ὄχι σύνευνος. Ἄσπορη ἡ γαστέρα, ἄλλα ὄχι ἀρόσιμη. Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Διότι μήπως μόνον ἔμενα, λέγει, ἢ φύσις θὰ μὲ ἀναδείξῃ μητέρα δίχως γάμο; Μήπως μόνη ἐγὼ ἀντίθετα ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς φύσεως θὰ εἰσαγάγω στήν φύση παράξενη γέννησι; Δέν προηγήθηκε γάμος, δέν ἔχω πεῖρα ἀπὸ ἄνδρα. Διότι δεν γνώρισα τὸν Ἰωσήφ• γιά μένα ὑπῆρξε φύλακας καὶ ὄχι ἄνδρας. Καὶ πῶς ἔσται μοι τοῦτο;

  Ἀποκρίνεται ἀμέσως ὃ Γαβριὴλ καὶ ἀπολεπτύνει τὴν παχύτητα τῆς ἐρωτήσεως μὲ τὸ ὕψος τῆς ἀποκρίσεως καὶ λέγει μέ σαφήνεια. Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι. Διότι αὐτός πού γεννᾶται δέν θὰ προέλθει ἀπὸ θέλημα σαρκός• οὔτε θὰ μεσιτεύσει στόν τοκετὸ τῆς μητέρας τοῦ Θεοῦ ἡ ἡδονὴ τῆς σάρκας. Κανένα πάθημα δεν θὰ συμβεὶ στην ἐπίγεια κύηση, ἀπ' αὐτά πού συνήθως τὴν ἀκολουθοῦν, ὅπως κανένα δέν συνέβη στήν οὐράνια γέννησι. Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι.  Τὶ λέγει λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο; Εἶπε δὲ Μαριάμ• ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου• γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμα σου. Εἶδες συνέση; Εἶδες ὑπερβολὴ εὐγενικῆς συστολῆς; ἀφοῦ κατάλαβε καλὰ τὴν συλλήψη τοῦ τοκετοῦ, τὴν γέννησι τοῦ τέκνου, ποῖος καὶ τίνος θὰ εἶναι υἱὸς καὶ ποῖος θὰ ὀνομαστεῖ καὶ ποιοῦ θρόνου εἶναι διάδοχος καὶ σὲ ποίους θὰ βασιλεύσει καὶ τέλος ὅτι αὐτός πού θὰ γεννηθεὶ δέν θὰ ἐκπέσει ἀπὸ τὴν βασιλεία, ἄφησε καὶ αὐτὴ νά βγεῖ ἀπ' τὸ στόμα της ἀντίστοιχη χαρουμένη φωνή ἰδοὺ -ἡ δούλη Κυρίου• γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμα σου.

Καὶ λέγει: καὶ ἀπῆλθε ἀπ' αὐτῆς ὁ ἄγγελος, ἀφοῦ ἐκπλήρωσε τὸ λειτούργημα πού τοῦ εἶχε ἀνετεθεῖ. Ἔφυγε ἀπ' αὐτὴν ὁ ἄγγελος, ἀλλὰ δέν ἀπομακρύνθηκε ὁ Κύριος. Διότι ὁ ἔνας εἶναι περιγραπτός, κι ἂν ἀκόμη εἶναι ἀσωματος• ἐνῶ ὁ ἄλλος εἶναι ἀπερίγραπτος, κι ἂν ἀκόμη εἶναι χωρητὸς μέσα στό σῶμα καὶ τὴν κοιλία τῆς Παρθένου. Καὶ ὁ ἔνας προκατήγγειλε ὅτι ὁ ἐρχόμενος κυοφορεῖται ἀπὸ τὴν Παρθένο γιά τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἐνῶ ὁ ἄλλος, ἀνέλαβε τὴν οὐσία μας καὶ τὴν ἀναμόρφωσε στόν ἑαυτὸ του, ἀποδιδόντας στήν φύσῃ τὸ κατ' εἰκόνα καὶ τὸ πρῶτο ἀξίωμα, τὸ ὁποῖο τὸ ἔχασε ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία τῶν πρωτοπλάστων. Καὶ ἀφοῦ τὸ ἀνύψωσε τὸ ἔβαλε να καθίσει ἐν τοῖς ἐπουράνιος ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ δυνάμεως καὶ κυριότητος καὶ παντὸς ὀνόματος ὀνομαζόμενου οὐ μόνον ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἄλλα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Σ' αὐτὸν ἀνηκεῖ ἢ δόξᾳ καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχό Του Πατέρα καὶ τὸ πανάγιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

footer
  • Δευτέρα
    22 Ιουλίου

    Μαρίας Μαγδαληνής, Μαρκέλλης μάρτ.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ