ploigisi h3

bottom neo

Mesopentikosti03sΤήν Τετάρτη μετά τήν Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία μας μία μεγάλη δεσποτική ἑορτή, τήν ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς. Τά βυζαντινά χρόνια, ἡ ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἦταν ἡ μεγάλη ἑορτή τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί συνέτρεχαν κατ’ αὐτή στόν μεγάλο Ναό πλήθη λαοῦ. Δέν ἔχει κανείς παρά νά ἀνοίξει τήν Ἔκθεση τῆς Βασιλείου Τάξεως (Κέφ. 26) τοῦ Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου γιά νά δεῖ τό ἐπίσημο τυπικό τοῦ ἑορτασμοῦ, ὅπως ἐτελεῖτο μέχρι τήν Μεσοπεντηκοστή τοῦ ἔτους 903 μ.Χ. στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Μωκίου στήν Κωνσταντινούπολη, μέχρι δηλαδή τήν ἡμέρα πού ἔγινε ἡ ἀπόπειρα κατά τῆς ζωῆς τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ τοῦ Σοφοῦ (11 Μαΐου 903 μ.Χ.). Ἐκεῖ ὑπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή τοῦ λαμπροῦ πανηγυρισμοῦ, πού καταλαμβάνει ὁλόκληρες σελίδες καί καθορίζει μέ τήν γνωστή βυζαντινή ὁρολογία, πώς ὁ αὐτοκράτωρ τό πρωί τῆς ἑορτῆς μέ τά ἐπίσημα βασιλικά του ἐνδύματα καί τήν συνοδεία του ξεκινοῦσε ἀπό τό ἱερό παλάτι γιά νά μεταβεῖ στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Μωκίου, ὅπου θά ἐτελεῖτο ἡ θεία λειτουργία. Σέ λίγο ἔφθανε ἡ λιτανεία μέ ἐπί κεφαλῆς τόν πατριάρχη, καί βασιλεύς καί πατριάρχης εἰσήρχοντο ἐπισήμως στόν Ναό. Ἡ θεία λειτουργία ἐτελεῖτο μέ τήν συνήθη στίς μεγάλες ἑορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά ἀπό αὐτήν ὁ αὐτοκράτωρ παρέθετε πρόγευμα, στό ὁποῖο ἔπαιρνε μέρος καί ὁ πατριάρχης. Καί πάλι ὁ βασιλεύς ὑπό τίς ἐπευφημίες τοῦ πλήθους «Εἰς πολλούς καί ἀγαθούς χρόνους ὁ Θεός ἀγάγει τήν βασιλείαν ὑμῶν» καί μέ πολλούς ἐνδιαμέσους σταθμούς ἐπέστρεφε στό ἱερό παλάτι.

   Ἀλλά καί στά σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στό Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τά ἴχνη τῆς παλαιᾶς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σάν μία μεγάλη δεσποτική ἑορτή, μέ τά ἐκλεκτά της τροπάρια καί τούς διπλούς της κανόνες, ἔργα τῶν μεγάλων ὑμνογράφων, τοῦ Θεοφάνους καί τοῦ Ἀνδρέου Κρήτης, μέ τά ἀναγνώσματά της καί τήν ἐπίδρασή της στίς πρό καί μετά ἀπό αὐτήν Κυριακές καί μέ τήν παράταση τοῦ ἑορτασμοῦ της ἐπί ὀκτώ ἡμέρες κατά τόν τύπο τῶν μεγάλων ἑορτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.

   Ποιό ὅμως εἶναι τό θέμα τῆς ἰδιορρύθμου αὐτῆς ἑορτῆς; Ὄχι πάντως κανένα γεγονός τῆς εὐαγγελικῆς ἱστορίας. Τό θέμα τῆς εἶναι καθαρά ἐορτολογικό καί θεωρητικό. Ἡ Τετάρτη τῆς Μεσοπεντηκοστῆς εἶναι ἡ 25η ἀπό τοῦ Πάσχα καί ἡ 25η πρό τῆς Πεντηκοστῆς ἡμέρα. Σημειώνει τό μέσον της περιόδου τῶν 50 μετά τό Πάσχα ἐορτάσιμων ἡμερῶν. Εἶναι δηλαδή ἕνας σταθμός, μία τομή. Ὡραία τό τοποθετεῖ τό πρῶτο τροπάριο τοῦ ἑσπερινοῦ της ἑορτῆς:

«Πάρεστιν μεσότης μερν,
τ
ν κ σωτηρίου ρχομένων γέρσεως
Πεντηκοστ
δέ τ θεί σφραγιζομένων,
καί λάμπει τάς λαμπρότητας
μφοτέρωθεν χουσα
καί
νοσα τάς δύο
καί παρε
ναι τήν δόξαν προφαίνουσα
τ
ς δεσποτικς ναλήψεως σεμνύνεται».

Χωρίς δηλαδή νά ἔχει δικό της θέμα ἡ ἡμέρα αὐτή συνδυάζει τά θέματα, τοῦ Πάσχα ἀφ’ ἑνός καί τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀφ’ ἑτέρου, καί «προφαίνει» τήν δόξα τῆς ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, πού θά ἑορτασθεῖ μετά ἀπό 15 ἡμέρες. Ἀκριβῶς δέ αὐτό τό μέσον τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν ἔφερνε στό νοῦ καί ἕνα ἑβραϊκό ἐπίθετό του Κυρίου, τό «Μεσσίας». Μεσσίας στά ἑλληνικά μεταφράζεται Χριστός. Ἀλλά ἠχητικά θυμίζει τό μέσον. Ἔτσι καί στά τροπάρια καί στό συναξάρι τῆς ἡμέρας ἡ παρετυμολογία αὐτή γίνεται ἀφορμή νά παρουσιασθεῖ ὁ Χριστός σάν Μεσσίας - μεσίτης Θεοῦ καί ἀνθρώπων, «μεσίτης καί διαλλάκτης ἠμῶν καί τοῦ αἰωνίου αὐτοῦ Πατρός». «Διά ταύτην τήν αἰτίαν τήν παροῦσαν ἑορτήν ἑορτάζοντες καί Μεσοπεντηκοστήν ὀνομάζοντες τόν Μεσσίαν τέ ἀνυμνοῦμεν Χριστόν», σημειώνει ὁ Νικηφόρος Ξανθόπουλος στό συναξάρι. Σ’ αὐτό βοήθησε καί ἡ εὐαγγελική περικοπή, πού ἐξελέγη γιά τήν ἡμέρα αὐτή (Ἰω. 7, 14-30). Μεσούσης τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Πάσχα ὁ Χριστός ἀνεβαίνει στό ἱερό καί διδάσκει. Ἡ διδασκαλία Τοῦ προκαλεῖ τόν θαυμασμό, ἀλλά καί ζωηρά ἀντιδικία μεταξύ αὐτοῦ καί τοῦ λαοῦ καί τῶν διδασκάλων. Εἶναι Μεσσίας ὁ Ἰησοῦς ἡ δέν εἶναι; Εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ ἐκ Θεοῦ ἤ δέν εἶναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ὁ Χριστός εἶναι διδάσκαλος. Αὐτός πού ἐνῶ δέν ἔμαθε γράμματα κατέχει τό πλήρωμα τῆς σοφίας, γιατί εἶναι ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ ἡ κατασκευάσασα τόν κόσμο. Ἀκριβῶς ἀπό αὐτόν τόν διάλογο ἐμπνέεται μεγάλο μέρος τῆς ὑμνογραφίας τῆς ἑορτῆς. Ἐκεῖνος πού διδάσκει στόν ναό, στό μέσον τῶν διδασκάλων τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, στό μέσον της ἑορτῆς, εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πού ἀποδοκιμάζεται ἀπό τούς δῆθεν σοφούς του λαοῦ Τοῦ εἶναι ἡ τοῦ Θεοῦ Σοφία. Ἐκλέγομε ἕνα ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά τροπάρια, τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. δ’ ἤχου:

«Μεσούσης τς ορτς
διδάσκοντός σου, Σωτήρ,
λεγον οουδαοι·
Π
ς οτος οδε γράμματα, μή μεμαθηκώς;
γνοοντες τι σύ ε Σοφία
κατασκευάσασα τόν κόσμον.
Δόξα σοι».

Λίγες σειρές πιό κάτω στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου, ἀμέσως μετά τήν περικοπή πού περιλαμβάνει τόν διάλογο τοῦ Κυρίου μέ τούς Ἰουδαίους «Τῆς ἑορτῆς μεσούσης», ἔρχεται ἕνας παρόμοιος διάλογος, πού ἔλαβε χώρα μεταξύ Χριστοῦ καί τῶν Ἰουδαίων «τῇ ἐσχάτη ἡμέρα τή μεγάλη τῆς ἑορτῆς», δηλαδή κατά τήν Πεντηκοστή. Αὐτός ἀρχίζει μέ μία μεγαλήγορο φράση τοῦ Κυρίου.« Ἐάν τίς διψᾶ, ἐρχέσθω πρός μέ καί πινέτω.ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθώς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. 7, 37-38). Καί σχολιάζει ὁ Εὐαγγελιστής.« Τοῦτο δέ εἶπε περί τοῦ Πνεύματος, οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν» (Ἰω. 7, 39). Δέν ἔχει σημασία ὅτι οἱ λόγοι αὐτοί τοῦ Κυρίου δέν ἐλέχθησαν κατά τήν Μεσοπεντηκοστή, ἀλλά λίγες ἡμέρες ἀργότερα. Ποιητική ἀδεία μπῆκαν στό στόμα τοῦ Κυρίου στήν ὁμιλία Του κατά τήν Μεσοπεντηκοστή. Ταιρίαζαν ἐξ’ ἄλλου τόσο πολύ μέ τό θέμα τῆς ἑορτῆς. Δέν μποροῦσε νά βρεθεῖ πιό παραστατική εἰκόνα γιά νά δειχθεῖ ὁ χαρακτήρας τοῦ διδακτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Στό διψασμένο ἀνθρώπινο γένος ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἦλθε σάν ὕδωρ ζῶν, σάν ποταμός χάριτος πού δρόσισε τό πρόσωπο τῆς γῆς. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ πηγή τῆς χάριτος, τοῦ ὕδατος τοῦ ἀλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον, πού ξεδιψᾶ καί ἀρδεύει τίς συνεχόμενες ἀπό βασανιστική δίψα ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ποῦ μεταβάλλει τούς πίνοντας σέ πηγές.« Ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσι ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. 7, 38). «Καί γενήσεται αὐτῷ πηγή ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον», εἶπε στήν Σαμαρείτιδα» (Ἰω. 4, 14). Ποῦ μετέτρεψε τήν ἔρημο τοῦ κόσμου σέ θεοφύτευτο παράδεισο ἀειθαλῶν δένδρων φυτεμένων παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τό γόνιμο αὐτό θέμα ἔδωσε νέες ἀφορμές στήν ἐκκλησιαστική ποίηση καί στόλισε τήν ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς μέ ἐξαίρετους ὕμνους. Διαλέγομε τρεῖς, τούς πιό χαρακτηριστικούς: Τό κάθισμα τοῦ πλ. δ’ ἤχου πρός τό «Τήν Σοφίαν καί Λόγον», πού ψάλλεται μετά τήν γ’ ὠδή τοῦ κανόνος στήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου:

«Τς σοφίας τό δωρ καί τς ζως
ναβρύζων τ κόσμ, πάντας, Σωτήρ,
καλε
ς τορύσασθαι
σωτηρίας τά νάματα·
τόν γάρ θε
ον νόμον σου
δεχόμενος
νθρωπος,
ν ατ σβεννύει
τ
ς πλάνης τούς νθρακας.
θεν ες αἰῶνας
ο
διψήσει, ο λήξει
το
κόρου σου δέσποτα, βασιλεπουράνιε.
Διά το
το δοξάζομεν
τό κράτος σου, Χριστέ
Θεός,
τ
ν πταισμάτων φεσιν ατούμενοι
καταπέμψαι πλουσίως
το
ς δούλοις σου».

Τό ἀπολυτίκιο καί τό κοντάκιο τῆς ἑορτῆς, τό πρῶτο τοῦ πλ. δ’ καί τό δεύτερό τοῦ δ’ ἤχου:

«Μεσούσης τς ορτς
διψ
σάν μου τήν ψυχήν
ε
σεβείας πότισον νάματα·
τι πσι, Σωτήρ βόησας·
διψν ρχέσθω πρός με καί πινέτω.
πηγή τς ζως, Χριστέ Θεός, δόξα σοι».

«Τ
ς ορτς τς νομικς μεσαζούσης
τν πάντων ποιητής καί δεσπότης
πρός τούς παρόντας
λεγες, Χριστέ Θεός·
Δε
τε καί ρύσασθαι δωρ θανασίας.
θεν σοι προσπίπτομεν καί πιστς κβομεν·
Τούς ο
κτιρμούς σου δώρησαι μν,
σύ γάρ
πάρχεις πηγή τς ζως μν».

   Αὐτή μέ λίγα λόγια εἶναι ἡ ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς. Ἡ ἔλλειψη ἱστορικοῦ ὑποβάθρου τῆς στέρησε τόν ἀπαραίτητο ἐκεῖνο λαϊκό χαρακτήρα, πού θά τήν ἔκανε προσφιλῆ στόν πολύ κόσμο. Καί τό  θεωρητικό της θέμα ἄς βοηθήσει τούς χριστιανούς, πού δέν ἔχουν τίς ἀπαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, νά ξεπεράσουν τήν ἐπιφάνεια καί νά εἰσδύσουν στήν πανηγυριζόμενη δόξα τοῦ διδασκάλου Χριστοῦ, τῆς Σοφίας καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τῆς πηγῆς τοῦ ἀκενώτου ὕδατος.

footer
  • Τρίτη
    15 Οκτωβρίου

    Λουκιανού, Σαβίνου οσίου, Βάρσου ομολογητού


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ