Εκτύπωση

Διάλογος μ’ ἕναν ἄπιστο

 

Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου

ΑΠΙΣΤΟΣ.: Κοιτάξτε. Κι’ ἑγὼ παραδέχομαι ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν σπουδαῖος φιλόσοφος καὶ μεγάλος ἐπαναστάτης, ἀλλὰ μὴν τὸν κάνουμε καὶ Θεὸ τώρα.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ.: Ἄχ παιδί μου, ὅλοι οἱ μεγάλοι ἄπιστοι τῆς ἱστορίας ἐκεῖ σκάλωσαν. Τὸ ψαροκόκκαλο πού τοὺς κάθισε στό λαιμὸ καὶ δεν μπορούσαν νά τὸ καταπιοῦν ἦταν αὐτὸ ἀκριβῶς. Τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι καὶ Θεός. Ἀλλὰ ἂν ὁ Χριστὸς δέν εἶναι Θεός, τότε πρόκειται γιά τὴν ἀπαισιωτέρα μορφὴ τῆς ἱστορίας.

ΑΠ.: Τὶ εἴπατε;

ΓΕΡ.: Αὐτό πού ἄκουσες. Γιά σκέψου πόσα ἑκατομμύρια ἀνθρώπων θυσίασαν τὰ πάντα γιά χάρι Του, ἄκομα κι’ αὐτὴ τή ζωή τους. Ποῖος ἄνθρωπος, ὄσο μεγάλος, ὄσο σπουδαῖος, ὄσο σοφὸς κι’ ἂν ἦταν, θὰ ἄξιζε αὐτὴ τὴν μεγάλη προσφορὰ καὶ θυσία; Ποῖος; Πές μου. Αὐτὸς τὴν ἄξιζε, γιατὶ εἶναι Θεός.

ΑΠ.: Καὶ ποῖος μπορεῖ νά τὸ βεβαιώσει αὐτό;

ΓΕΡ.: Σοῦ εἶπα καὶ προηγουμένως ὅτι τὰ πειστήρια τῆς Θεότητός Του εἶναι τὰ ὑπερφυσικὰ γεγονότα πού συνέβησαν, ὅσον καιρὸ ἦταν ἐδῶ στήν γῆ. Ἀλλά, πρὶν ἀναφερθῶ σ’ αὐτά, πρέπει νά παραδεχθεῖς ὅτι ὁ Χριστὸς ἔταμε τὴν Ἱστορία. Πές μου. Ποῖος τόλμησε ποτέ νά εἰσχωρήσει στίς ἱερώτερες σχέσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ νά πεὶ «ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ἢ τέκνα ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων πάνω καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ζωὴ τους;» Κανεὶς καὶ πουθενά. Μόνο ἕνας Θεὸς θὰ μποροῦσε νά τὸ κάνει αὐτό. Φαντάζεσαι  τὸν Μαρξ νά ἔλεγε κάτι τέτοιο; Ἢ θὰ τὸν περνούσαν γιά τρελλὸ ἢ δέν θὰ βρισκόταν κανεὶς νά τὸν ἀκολουθήσει. Πές μου ἀκόμη. Ποῖος τόλμησε ποτέ νά πεῖ ὅτι «ΕΓΩ εἶμαι ἡ ἀλήθεια καὶ ΕΓΩ εἶμαι ἡ ζωή;» Καὶ δέν ἠρκέσθη μόνον νά πεῖ αὐτά πού εἶπε, ἀλλὰ ἐπεκύρωσε τοὺς λόγους Του μὲ πλῆθος θαυμάτων: Ἔκανε τυφλοὺς νά βλέπουν, παραλύτους νά περπατοῦν, ἔθρεψε μὲ δύο ψάρια καὶ πέντε ψωμιά πέντε χιλιάδες ἄνδρες καὶ πολλαπλάσιες γυναῖκες καὶ παιδιά, διέτασσε τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως καὶ αὐτὰ ὑπήκουαν, ἀνέστησε νεκρούς, ὅπως τὸν Λάζαρο, ποὺ ἤδη εἶχε ἀρχίσει νά μυρίζει.

        Μείζων δὲ πάντων τῶν γεγονότων τούτων, ἡ Ἀνάστασίς Του. Ὅλο τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Χριστιανισμοῦ στηρίζεται στό γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτὸ δεν τὸ λεὼ ἐγώ. Τὸ λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Εἰ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ἡμῶν». Ἂν ὁ Χριστὸς δέν ἀναστήθηκε, ὅλα καταρρέουν. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἀνέστη, ποὺ σημαίνει ὅτι εἶναι Κύριος τῆς Ζωῆς καὶ τοῦ Θανάτου, ἄρα Θεός.

ΑΠ.: Ἐσεῖς τὰ εἴδατε ὅλα αὐτά; Πῶς τὰ πιστεύτετε;

ΓΕΡ.: Ὄχι, ἐγὼ δέν τὰ εἶδα. Ἀλλ’ αὐτοί πού τὰ εἶδαν, δηλ. οἱ Ἀπόστολοι, τὰ ἐβεβαίωσαν καὶ προσυπέγραψαν αὐτὴν τὴν μαρτυρία τους μὲ τὸ αἷμα τους. Ἡ μαρτυρία τῆς θυσίας τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑψίστη μαρτυρία.

       Φέρε μου καὶ σὺ κάποιον, ποὺ νά μοῦ πεῖ ὅτι ὁ Μαρξ πέθανε καὶ ἀνέστη καὶ νά πεθάνη γι’ αὐτό πού λέει καὶ ἑγὼ θὰ τὸν πιστέψω, ὡς τίμιος ἄνθρωπος.

ΑΠ.: Νά σᾶς πῶ. Χιλιάδες μαρξιστὲς βασανίσθηκαν καὶ πέθαναν γιά τὴν ἰδεολογία τους. Γιατὶ δέν ἀσπάζεσθε καὶ σεῖς τὸν μαρξισμό;

ΓΕΡ.: Τὸ εἶπες καὶ μόνος σου. Οἱ μαρξιστὲς πέθαναν για τὴν ἰδεολογία τοὺς. Δέν πέθαναν γιά γεγονότα. Σὲ μιά ἰδεολογία ὅμως εἶναι πολὺ εὔκολο νά ὑπεισέλθη πλάνη. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἴδιον τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς νά θυσιάζεται γιά κάτι πού πιστεύει, ἐξηγεῖται γιατὶ πολλοὶ μαρξιστὲς πέθαναν γιά τὴν ἰδεολογία τους. Αὐτὸ δέν μᾶς ὑποχρεώνει νά τὴν δεχθοῦμε σὰν σωστή. Ἄλλο νά πεθαίνεις γιά ἰδέες καὶ ἄλλο νά πεθαίνεις γιά γεγονότα.

      Οἱ Ἀπόστολοι ὅμως δέν πέθαναν γιά ἰδέες. Οὔτε γιά τὸ «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», οὔτε γιά τὶς ἄλλες ἠθικὲς διδασκαλίες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Οἱ Ἀπόστολοι πέθαναν μαρτυροῦντες ὑπερφυσικὰ γεγονότα. Καὶ ὅταν λέμε γεγονός, ἐννοοῦμε ὅτι ὑποπίπτει στίς αἰσθήσεις μας καὶ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπ’ αὐτές. Οἱ Ἀπόστολοι ἐμαρτύρησαν «δι’ ἃ ἀκηκόασι καὶ ἐθεάσαντο καὶ αἱ χεῖρες αὐτῶν ἐψηλάφησαν». Καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης αὐτὸ ἀκριβῶς λέγει: «ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε», δηλ. ἐγὼ ὁ ἴδιός πού γράφω αὐτά, ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶδα τὸν ἑκατόνταρχο νά λογχίζει τὴν πλευρὰν Του καὶ να ἐξέρχεται αἷμα καὶ νερὸ ἀπὸ αὐτήν.

       Ὁ Πασκὰλ κάμνει ἔναν πολὺ ὡραῖο συλλογισμό. Λέγει, λοιπόν, ὅτι μὲ τοὺς Ἀποστόλους συνέβη ἐν ἐκ τῶν τριῶν: Ἢ ἠπατήθησαν ἢ μᾶς ἐξηπάτησαν ἢ μᾶς εἶπαν τὴν ἀλήθεια.

      Ἂς πάρουμε τὴν πρώτη ἐκδοχή. Δέν εἶναι δυνατὸν νά ἠπατήθησαν οἱ Ἀπόστολοι, διότι δέν τὰ ἔμαθαν ἀπὸ ἄλλους. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἦσαν αὐτήκοοι καὶ αὐτόπται μάρτυρες τῶν θαυμάτων τοῦ Χριστοῦ.

     Ἡ δεύτερη ἐκδοχή. Μήπως μᾶς ἐξηπάτησαν; Μήπως μᾶς εἴπαν ψέμματα; Ἀλλὰ γιατὶ νά μᾶς ἐξαπατήσουν; Τὶ θὰ κέρδιζαν λέγοντας ἕνα τέτοιο ψέμμα; Μήπως χρήματα; Μήπως ἀξιώματα; Μήπως δόξα; Γιά νά πεῖ κάποιος ἕνα ψέμμα, περιμένει κάποιο ὄφελος. Ἀντιθέτως οἱ Ἀπόστολοι κηρύσσοντες Χριστὸν καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον καὶ ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν, τὰ μόνα πού ἐξησφάλισαν ἦσαν ταλαιπωρίες, κόπους, μαστιγώσεις, λιθοβολισμούς, ναυάγια, πεῖνα, δίψα, γυμνότητα, κινδύνους ἀπὸ ληστές, ῥαβδισμούς, φυλακίσεις καὶ τέλος τὸν θάνατον. Κι’ ὅλα αὐτὰ γιά ἕνα ψέμμα;

       Καὶ κάτι ἄλλο. Τὶ ἦσαν οἱ Ἀπόστολοι πρὶν τοὺς καλέσει ὁ Χριστός; Μήπως ἦσαν φιλόδοξοι πολιτικοὶ ἢ ὀραματιστὲς φιλοσοφικῶν καὶ κοινωνικῶν συστημάτων, ποὺ περίμεναν τὴν εὐκαιρία νά κατακτήσουν τὴν ἀνθρωπότητα καὶ να ἰκανοποιήσουν ἔτσι τὴν φιλοδοξία τοὺς; Κάθε ἄλλο. 

      Ἀγράμματοι ψαράδες ἦσαν καὶ τὸ μόνο πού τοὺς ἐνδιέφερε ἦταν νά πιάσουν κανένα ψάρι, γιά νά θρέψουν τίς οἰκογένειές τους. Γι’ αὐτὸ καὶ μετὰ τὴν σταύρωση τοῦ Κυρίου, παρὰ τὰ ὅσα εἶχαν ἀκούσει καὶ ἴδῃ, ἐπέστρεψαν στά πλοιάριά τους καὶ στά δίκτυά τους. Δέν ὑπῆρχε σ’ αὐτοὺς οὔτε ἴχνος προδιαθέσεως γιά ὅσα ἀργότερα ἐπρόκειτο νά γίνουν. Καὶ μόνον μετὰ τὴν Πεντηκοστή, «ὅτε ἔλαβον δύναμιν ἐξ ὕψους», ἔγιναν οἱ δάσκαλοι τῆς οἰκουμένης. Ἄρα δέν εἶχαν λόγο νά μᾶς ἐξαπατήσουν οἱ Ἀπόστολοι.

       Μένει ἑπομένως ἡ τρίτη ἐκδοχή. Ὅτι μᾶς εἶπαν τὴν ἀλήθεια.

ΑΠ.:Ἀποκλείεται να ἔγινε, στην περίπτωση τοῦ Χριστοῦ, νεκροφάνεια; Τὶς προάλλες ἔγραψαν οἱ ἐφημερίδες ὅτι Ἕναν Ἰνδὸ τὸν ἔθαψαν καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες τὸν ξέθαψαν καὶ Ἦταν ζωντανός.

ΓΕΡ.: Ἄχ, παιδάκι μου. Θὰ θυμηθῶ καὶ πάλι τὸν λόγο τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου. «Ἄπιστοι, δέν εἶσθε δύσπιστοι, εἶσθε οἱ πλέον εὔπιστοι. Δέχεσθε τὰ πιὸ ἀπίθανα, τὰ πιὸ παράλογα, τὰ πιὸ ἀντιφατικά, γιά νά ἀρνηθῆτε τὸ θαῦμα».

      Ὄχι, παιδί μου, δέν ἔγινε νεκροφάνεια στόν Χριστό.

       Πρῶτα πρῶτα, ἔχομε τὴν μαρτυρία τοῦ Ῥωμαίου κεντυρίωνος, ὁ ὁποῖος βεβαιώνει τὸν Πιλάτο ὅτι «ἤδη τέθνηκε» ὁ ἐσταυρωμένος.

      Ἔπειτα, τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Κύριος, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀνάστασίν Του, συνεπορεύθη καὶ συνεζήτη μὲ δυο μαθητὲς Του, στόν δρόμο πρὸς Ἐμμαούς. Φαντάζεσαι κάποιον νά ἔχει ὑποστεῖ ὅσα ὑπέστη ὁ Χριστὸς καὶ τρεῖς ἡμέρες μετὰ νά τοῦ συνέβαινε νεκροφάνεια; Ἂν μή τί ἄλλο, θὰ ‘πρέπε γιά σαράντα ἡμέρες νά τὸν ποτίζουν κοτόζουμο, γιά νά μπορεῖ νά ἀνοίγει τὰ μάτια του καὶ ὄχι νά περπατᾶ καὶ νά συζητᾶ, σὰν νά μὴ συνέβη τίποτε.

     Ὄσο γιά τὸν Ἰνδό, φέρε τον ἐδῶ νά τὸν μαστιγώσωμε, νά τὸν φραγγελώσωμε -καὶ ξέρεις τί ἐστί φραγγέλιο; Δερμάτινες λουρίδες πού στήν ἄκρη τους εἶναι στερεωμένα κομμάτια ἀπὸ σπασμένα κόκκαλα-, φέρε τὸν λοιπὸν νά τοῦ φορέσωμε κι’ ἕνα ἀκάνθινο στεφάνι, νά τὸν σταυρώσωμε, νά τοῦ δώσωμε χολὴ καὶ ξύδι, νά τοῦ λογχεύσωμεν τὴν πλευράν, νά τὸν βάλωμεν καὶ στόν τάφο καὶ ἂν ἀναστηθεῖ, τότε τὰ λέμε πάλι.

ΑΠ.: Παρὰ ταῦτα, ὄλες οἱ μαρτυρίες πού ἐπικαλεσθήκατε προέρχονται ἀπὸ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει κάποια μαρτυρία περὶ τῆς Θεότητος τοῦ Χριστοῦ, ποῦ να μὴν προέρχεται ἀπὸ τὸν κύκλο τῶν μαθητῶν Του;

ΓΕΡ.: Βεβαίως, τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὁ Παῦλος, ὄχι μόνο δέν ἀνῆκε στόν κύκλο τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ μετὰ μανίας ἐδίωκε τὴν Ἐκκλησίαν.

ΑΠ.: Γι’ αὐτὸν λένε ὅτι ἔπαθε ἡλίαση.

ΓΕΡ.: Βρέ παιδάκι μου, ἂν πάθαινε ἡλίαση ὁ Παῦλος, αὐτό πού θὰ ἀνεδύετο θὰ ἦταν τὸ ὑποσυνείδητό του. Καὶ στό ὑποσυνείδητο τοῦ Παύλου θέσιν περιωπῆς κατεῖχαν οἱ Πατριάρχες καὶ οἱ Προφῆτες. Τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Μωϋσὴ ἔπρεπε νά ἴδῃ καὶ ὄχι τὸν Ἰησοῦ, τὸν ὁποῖον θεωροῦσε λαοπλάνο καὶ ἀπατεῶνα. Φαντάζεσαι καμιὰ πιστὴ γριούλα στό παραμιλητὸ της να βλέπῃ τὸν Βούδα ἢ τὸν Δία; Τὸν Αἱ Νικόλα θὰ ἴδῃ καὶ τὴν Ἁγία Βάρβαρα. Διότι αὐτοὺς πιστεύει.

       Καὶ κάτι ἀκόμη. Στόν Παῦλο, ὅπως σημειώνει ὁ Παπίνι, ὑπάρχει καὶ τὸ ἑξῆς θαυμαστόν: Πρῶτον, τὸ αἰφνίδιον τῆς μεταστροφῆς. Κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὴν ἀπιστίαν εἰς τὴν πίστιν. Δέν μεσολάβησε προπαρασκευή. Δεύτερον, τὸ ἰσχυρὸν τῆς πίστεως. Ξαφνικὴ πίστις καὶ ἰσχυροτάτη. Οὐδέποτε ἐταλαντεύθη ὁ Παῦλος. Καὶ τρίτον, πίστις διὰ βίου. Πιστεύεις ὅτι αὐτὰ μποροῦν νά συμβοῦν μετὰ ἀπὸ μία ἡλίαση; Αὐτὰ δέν ἐξηγοῦνται. Ἂν μπορεῖς ἐξήγησέ τα. Ἂν δέν μπορεῖς, παραδέξου τὸ θαῦμα. Καὶ ἀσφαλῶς θὰ γνωρίζῃς ὅτι ὁ Παῦλος γιά τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς του ἦταν ἄνδρας ἐξόχως πεπαιδευμένος. Δέν ἤταν κανένα ἀνθρωπάκι, νά μὴν ξέρη τί τοῦ γίνεται.

      Θὰ σοῦ πῶ ὅμως καὶ κάτι ἀκόμη: Ἐμεῖς, παιδί μου, σήμερα ζοῦμε σὲ ἀποκαλυπτικὴ ἐποχή. Ζοῦμε τὸ θαῦμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὁ Χριστὸς εἶπε γιά τὴν Ἐκκλησία Του ὅτι «πύλαι ᾄδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς», οἱ μαθηταὶ Του ἀριθμοῦσαν μερικὲς δεκάδες μέλῃ. Ἔκτοτε, πέρασαν δύο χιλιάδες χρόνια. Διαλύθηκαν αὐτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικὰ συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ παραμένει φάρος τῆς οἰκουμένης. Αὐτὸ δεν εἶναι θαῦμα;

       Καὶ κάτι ἄλλο: Στό κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον ἀναφέρεται πῶς, ὅταν ἡ Παναγία μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ της ἐπεσκέφθη τὴν Ἐλισάβετ, τὴν μητέρα τοῦ Προδρόμου, ἐκείνη μὲ φωνὴ μεγάλη τὴν ἐμακάρισε: «Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί» τῆς εἶπε. Καὶ ἡ Παναγία ἀπάντησε ὡς ἐξῇς: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον… ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσι μὲ πᾶσαι αἱ γενεαί». Τὶ ἤταν τότε ἡ Παναγία; Μιά ἄσημη κόρη τῆς Ναζαρέτ. Ποῖος τὴν ἤξερε; Ἄντε νά τὴν γνώριζαν οἱ συγγενεῖς της καὶ ἴσως μερικοὶ ἀκόμη κάτοικοι τῆς Ναζαρέτ. Καὶ ἀπὸ τότε, ξεχάστηκαν αὐτοκράτειρες, ἔσβησαν λαμπρὰ ὀνόματα γυναικῶν, λησμονήθηκαν σύζυγοι καὶ μητέρες στρατηλατῶν. Ποῖος ξέρει ἢ θυμᾶται τὴν μητέρα τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου; Σχεδὸν κανείς. Ὅμως, ἐκατομμύρια χείλη, σ’ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς γῆς καὶ σ’ ὅλους τοὺς αἰῶνες, ὑμνοῦν τὴν ταπεινὴ κόρη τῆς Γαλιλαίας, «τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». Ζοῦμε ἢ δεν ζοῦμε ἐμεὶς σήμερα οἱ ἄνθρωποι τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος τὴν ἐπαλήθευσι τοῦ προφητικοῦ λόγου τῆς Παναγίας; Εἶναι ἢ δέν εἶναι αὐτὸ ἕνα θαῦμα; Ἂν μπορεῖς, ἐξήγησε τὸ. Ἂν δεν μπορεῖς, ὅμως, παραδέξου τὸ θαῦμα.

ΑΠ.: Παραδέχομαι ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα σας εἶναι ἰσχυρά. Ἔχω ὅμως μιά ἀπορία ἀκόμη. Δέν νομίζετε ὅτι ὁ Χριστὸς ἄφησε τὸ ἔργο του ἡμιτελές; Ἐκτὸς καὶ ἂν μᾶς ἐγκατέλειψε. Δέν μπορῶ νά φαντασθῶ ἕνα Θεὸ νά παραμένει ἀδιάφορος στό δρᾶμα τοῦ ἀνθρώπου. Ἐμεῖς νά βολοδέρνουμε ἔδω κι’ ἐκεῖνος ἀπὸ ψηλὰ νά στέκει ἀπαθής.

ΓΕΡ.: Ὄχι, παιδί μου, δέν ἔχεις δίκιο. Δέν ἄφησε τὸ ἔργο Του ἡμιτελές. Ἀντιθέτως, στήν ἱστορία εἶναι ἡ μοναδικὴ περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν βεβαιότητα ὅτι ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο Του καὶ ὅτι δέν εἶχε τίποτε ἄλλο νά κάνει καὶ νά εἴπη. Ἀκόμη καὶ ὁ μέγιστος τῶν σοφῶν, ὁ Σωκράτης, ὁ ὁποῖος μιά ζωή ἔλεγε καὶ διδάσκε, στό τέλος συνέθεσε καὶ μιά περίτεχνον ἀπολογία καὶ ἂν ζοῦσε θἆχε καὶ ἄλλα νά πεῖ.

        Μόνον ὁ Χριστός, σὲ τρία χρόνια, εἶπε ὅτι εἶχε νά πεῖ, ἔπραξε ὅτι ἤθελε νά πράξει, καὶ εἶπε καὶ τὸ «τετέλεσται». Δεῖγμα καὶ αὐτὸ τῆς Θεϊκὴς Του τελειότητος καὶ αὐθεντίας. Ὅσο γιά τὴν ἐγκαταλείψη πού εἶπες, σὲ καταλαβαίνω. Χωρὶς Χριστὸ ὁ κόσμος εἶναι θέατρο τοῦ παραλόγου. Χωρὶς Χριστὸ δέν μπορεῖς νά ἐξηγήσης τίποτε. Γιατὶ οἱ θλίψεις, γιατὶ οἱ ἀδικίες, γιατὶ οἱ ἀποτυχίες, γιατὶ οἱ ἀσθένειες, γιατί; Γιατί; Γιατί; Χιλιάδες πελώρια «γιατί». Κατάλαβέ το. Δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά προσεγγίσει, μὲ τὴν πεπερασμένη λογικὴ του, τὴν ἀπαντήση ὅλων αὐτῶν τῶν «γιατί». Μόνο μὲ τὸν Χριστὸ ὅλα ἐξηγοῦνται. Μᾶς προετοιμάζουν γιά τὴν αἰωνιότητα. Ἴσως ἐκεῖ μᾶς ἀξιώσει νά πάρουμε ἀπάντηση σὲ μερικὰ «γιατί».

        Ἀξίζει τὸν κόπο νά σοῦ διαβάσω ἕνα ὡραῖο ποίημα ἀπὸ τὴν συλλογὴ τοῦ Κωνσταντίνου Καλλινίκου, «Δάφναι καὶ μυρσίναι», ποὺ ἔχει τίτλο: «Ἐρωτηματικά»

Εἶπα στόν γέροντα ἀσκητὴ τὸν ἑβδομηκοντάρη

ποῦ κυματοῦσε ἡ κόμη του σὰν πασχαλιᾶς κλωνάρι:

«Πές μου, πατέρα μου, γιατὶ σὲ τούτη δῶ τή σφαίρα

ἀχώριστα περιπατοῦν ἡ νύχτα καὶ ἡ μέρα;

Γιατὶ σὰν νἄσαν δίδυμα φυτρώνουνε ἀντάμα

τ’ ἀγκάθι καὶ τὸ λούλουδο, τὸ γέλιο καὶ τὸ κλάμα;

Γιατὶ στήν πιὸ ἐλκυστικὴ τοῦ δάσους πρασινάδα

σκορπιοὶ φωλιάζουν κι’ ὄχεντρες καὶ κρύα φαρμακάδα;

Γιατὶ προτοῦ τὸ τρυφερὸ μπουμπούκι ξεπροβάλει

καὶ ξεδιπλώσει μπρός στό φῶς τ’ ἀμύριστά του κάλλη

μαῦρο σκουλήκι ἔρχεται μιά μαχαιριὰ τοῦ δίνει

κι’ ἔνα κουρέλι ἄψυχο στήν κούνια του τ’ ἀφήνει;

Γιατὶ ἀλέτρι καὶ σπορὰ καὶ δουλευτάδες θέλει

τὸ στάχυ ὥσπου νά γενεῖ ψωμάκι καὶ καρβέλι

καὶ κάθε τι ὠφέλιμο κι’ εὐγενικὸ καὶ θεῖο, πληρώνεται

μὲ δάκρυα καὶ αἵματα στό βίο,

ἐνῶ ὁ παρασιτισμὸς αὐτόματος θεριεύει

κι’ ἡ προστυχιὰ ὅλη τή γή να καταπιεῖ γυρεύει;

Τέλος, γιατὶ εἰς τοῦ παντὸς τὴν τόση ἁρμονία

νά χώνεται ἡ σύγχυσις κι’ ἡ ἀκαταστασία;»

Ἀπήντησεν ὁ ἀσκητὴς μὲ τή βαριὰ φωνή του

πρὸς οὐρανοὺς ὑψώνοντας τὸ χέρι τὸ δέξι του:

«Ὀπίσω ἀπὸ τὰ χρυσά ἐκεῖ ἐπάνω νέφη

Κεντᾶ ὁ Μεγαλόχαρος ἀτίμητο γκερκέφι*.

Κι’ ἐφ’ ὅσον εἰς τὰ χαμηλὰ ἡμεῖς περιπατοῦμεν

τὴν ὄψι τὴν ξανάστροφη, παιδί μου, θεωροῦμεν.

Καὶ εἶναι ἄρα φυσικὸν λάθη ὁ νοῦς νά βλέπει, ἐκεῖ

ποῦ νά εὐχαριστεῖ καὶ να δοξάζει πρέπει.

Περίμενε σὰν Χριστιανὸς να ἔλθει ἡ ἡμέρα

ποῦ ἡ ψυχή σου φτερωτὴ θὰ σχίσει τὸν αἰθέρα

καὶ τοῦ Θεοῦ τὸ κέντημα ἀπ’ τὴν καλὴ κυττάξης καὶ τότε…

ὅλα σύστημα θὰ σοῦ φανοῦν καὶ τάξις».

       Ὁ Χριστός, παιδί μου, δέν μᾶς ἐγκατέλειψε ποτέ. Παραμένει μαζὶ μας μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων. Αὐτό, ὅμως, θὰ τὸ καταλάβεις μόνο ἂν γίνης συνειδητὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας Του καὶ συνδεθεῖς μὲ τὰ Μυστήριά της.

         Ὅμως, γι’ αὐτό, ὅποτε θελήσεις, ἔλα νά τὰ ξαναποῦμε.

(Τὸ ἄρθρο αὐτὸ εἶναι μιά συνομιλία τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου μὲ ἔναν ἄθεο.Εἶναι ἀναδημοσίευση ἀπό τό βιβλίο: «Διάλογος μ’ ἕναν ἄπιστο» τῆς Χριστιανικῆς Στέγης Καλαμάτας.)

*γκεργκέφι=κέντημα