ploigisi h3

bottom neo

τοῦ Κωνσταντίνου Κλάγκου

 

"Ὅταν ἀποφασίσαμε νὰ κάμωμε τὴν Ἐπανάσταση, δὲν ἔσυλλογισθηκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα οὔτε πὼς δὲν εἴχομε ἅρματα οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις οὔτε κανένας φρόνιμός μας εἶπε «ποῦ πάτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα βατσέλα», ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καὶ ὅλοι, καὶ ὁ κλῆρος μας καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν Ἐπανάσταση"

 

Τὸ ΄Ἔθνος μας κατόρθωσε νὰ ἐπιζήσει στὰ δύσκολα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς, νὰ ἀναδιοργανωθεῖ καὶ νὰ διεκδικήσει καὶ πάλι τὴ θέση του στὸν ἐλεύθερο κόσμο χάρη σὲ τρεῖς κυρίως δυνάμεις του, τὴ θρησκεία, τὴν ἀγωνιστικότητα καὶ τὴν οἰκονομικὴ καὶ πνευματικὴ δραστηριότητά του. Μετὰ τὴν πτώση τῆς Βασιλεύουσας ὁἙλληνισμὸς συσπειρώθηκε γύρω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τοὺς ἁρματολοὺς καὶ κλέφτες καὶ τὶς κοινότητές του, καὶ αὐτοὶ οἱ τρεῖς θεσμοὶἐπέδρασαν οὐσιαστικὰ στὴ διαμόρφωση τῆς ἱστορικῆς συνείδησης τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ καὶ στὴν ἐνίσχυση τῆς μαχητικότητάς του.

Πρωτεύοντα ρόλο στὸ ἔργο αὐτὸ ἔπαιξε ἡ Ἐκκλησία, μὲ ὅλους της τοὺς φορεῖς: οἱ Πατριάρχες, οἱ μητροπολίτες, οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ἀρχιμανδρίτες, οἱ ἱερεῖς, οἱ διάκονοι, οἱ μοναχοί, οἱ ὅσιοι, οἱ Νεομάρτυρες, μὲ τὸν τρόπο του ὁ καθένας, ἔχουν τὴ δικιά τους συμβολὴ στὸν Ἀγώνα γιὰ τὴν Ἐθνική μας Παλιγγενεσία καὶ σὲ ὅλες τὶς φάσεις τοῦ Ἀγώνα αὐτοῦ στὴν προετοιμασία του, στὸ ξέσπασμά του καὶ κατὰ τὴ διάρκειά του.

Ἡ Ἐκκλησία ,αὐτὸς ὁ ἐθναρχεύων θεσμός, ὅπως χαρακτηρίστηκε   στὰ χρόνια της ὄψιμης Τουρκοκρατίας, ἐκμεταλλευόμενη τὶς προνομίες ποὺ τῆς παραχώρησε ἡ Πύλη, ἐνέταξε τὴν ἐκπαιδευτικὴ δραστηριότητα στὴν περίμετρο τῆς θρησκευτικὸ-κοινωνικῆς της ἀποστολῆς καὶ κατέστησε κυρίαρχο μέλημά της τὴν πνευματικὴ ἀνάπτυξη τῆς νεολαίας. Στὴν ἀρχή, οἱ νάρθηκες τῶν ναῶν, τὰ φτωχικὰ κελιὰ τῶν μοναστηριῶν ἀκόμα καὶ οἱ οἰκίες τῶν λογιότερων κληρικῶν μετασχηματίστηκαν σὲ ἀπαραβίαστα ἄσυλα τῶν γραμμάτων καὶ τῶν ἐπιστημῶν. Ἐπίσκοποι, ἱερεῖς καὶ μοναχοὶ ἐξαιτίας τῆς ὀλιγαριθμίας λαϊκῶν δασκάλων στὰ λεγόμενα κοινὰ σχολεῖα μεταφύτευσαν στὶς διψασμένες ψυχὲς τῶν νεαρῶν μαθητῶν στοιχεῖα τῆς γλώσσας, τῆς ἱστορίας, τῆς φυσικῆς, τῶν μαθηματικῶν. Στὴ συνέχεια, ἄρχισαν νὰ ἱδρύονται τὰ λεγόμενα Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ ἀργότερα Γυμνάσια. Σὲ αὐτὰ διδάσκονταν ἡ διαλεκτική, ἡ ρητορική, ἡ ἠθική, ἡ ἑρμηνεία πεζῶν καὶ ποιητικῶν ἔργων, ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς κατὰ τοὺς Πατέρες καὶ ὁ λοιπὸς κύκλος τῆς θύραθεν καὶ ἱερῆς παιδείας: Ἡ Πατριαρχικὴ Σχολὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ Ἀκαδημία τῆς Πάτμου, οἱ σχολὲς τῶν Ἰωαννίνων, ἡ Ἀθωνιᾶς Ἀκαδημία τοῦ Ἁγίου ΄Ὅρους, ἡ σχολὴ τῆς Δημητσάνας, ἡ σχολὴ τῆς Σμύρνης, οἱ σχολὲς τῶν ἑλληνικῶν Κοινοτήτων τοῦ ἐξωτερικοῦ (ἀπὸ τὴ Ρωσία καὶ τὶς παραδουνάβιες ἡγεμονίες ὡς τὴ Βιέννη, τὴ Βενετία, τὴν Παβία καὶ τὴ Ρώμη) καὶ ἄλλες μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ χῶρο.

«Τὸ τεράστιο τοῦτο πνευματικὸ οἰκοδόμημα εἶναι καὶ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κατάθεση ψυχῆς τῶν σεβάσμιων ρασοφόρων πού, κάτω ἀπὸ τὶς πιὸ ἀντίξοες συνθῆκες, κράτησαν ὀρθὸ τὸ πνεῦμα καὶ ἀκμαία τὴν ἐθνικὴ συνείδηση ἑνὸς ὁλάκερου λαοῦ, μὲ τὴν ὀρθόδοξη καὶ ἑλληνικὴ λαλιά τους, μὲ τὴ δράση τους, μὲ τὸ παράδειγμά τους. Καὶ εἶναι οἱ ἴδιοι ποὺ σὰν ἦρθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, παραμέρισαν τὴν Ὀκτώηχο καὶ τὸ Ψαλτήρι καὶ ζώστηκαν τὰ ἅρματα τοῦ ἀγώνα, τάχτηκαν στὴν πρωτοπορία τοῦ ἐθνικοῦ ξεσηκωμοῦ, δίνοντας ἀκόμα καὶ τὴ ζωὴ τοὺς ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ, γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν Πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς Πατρίδος τὴν ἐλευθερία. Μέσα ἀπὸ τὴν ἀναγέννηση τῆς ἐθνικῆς μας παράδοσης ἀναδείχτηκαν ὑπέροχοι καὶ μαρτυρικοὶ ἀπόστολοι παιδείας καὶ ἐλευθερίας ὅπως ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ φλογερὸς καὶ ἀεικίνητος, ὁ ἐκλεκτὸς Πατροκοσμᾶς τῆς ἑλληνικῆς Ὑπαίθρου, ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς συνόδου, ὁ Γρεβενῶν Αἰμιλιανός, ὁ Σαλώνων Ἠσαΐας, ὁ Ρωγῶν Ἰωσήφ, ὁ Κύπρου Κυπριανός, ὁ Πάφου Χρύσανθος, ὁ Κυρηνείας Λαυρέντιος, ὁ Κιτίου Μελέτιος καὶ τόσοι ἄλλοι».

Καὶ ἀκόμη ὁ μαρτυρικὸς Ἀθανάσιος Διάκος (Ἀθανάσιος Μασαβέτας, Μουσουνίτσα Δωρίδος 1788-Λαμία 1821) καὶ ὁ ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαῖος, ὁ Παπαφλέσσας, ὁ μπουρλοτιέρης τῶν ψυχῶν, μοναδικὴ περίπτωση, φαινόμενο σταθεροῦ καὶ ἀποφασισμένου ἐπαναστάτη, ἀνὴρ ἔχων ὅλα τὰ προτερήματα τοῦ κρατίστου συνωμότου, τὸ πλανάσθαι, τὸ πλανάν, τὸ τολμᾶν καὶ θνήσκειν, ὅπως τὸν περιγράφει ὁ Τρικούπης.

Οἱ ὑπηρεσίες τῶν κληρικῶν (μοναχῶν) γιὰ τὴ διατήρηση τῆς πίστεως ὑπῆρξαν πολὺ μεγάλες: μὲ τὶς περιοδεῖες τους, μὲ τὸ φλογερὸ καὶ ἀδιάλλακτο κήρυγμά τους ἐνθάρρυναν τοὺς ὀρθοδόξους νὰ ἐμμένουν στὴ θρησκεία τῶν προγόνων τους καὶ νὰ μὴν προσέρχονται στὸν ἰσλαμισμό. Σὰν νέοι Ἀπόστολοι διδάσκουν καὶ κτίζουν ἐκκλησιὲς ἢ ἱδρύουν σκῆτες καὶ μονὲς σὲ ὀρεινὰ καὶ ἀπομεμακρυσμένα μέρη( πχ ὁ ΄Ὅσιος Ἀντώνιος τῆς Βεροίας, ὁ μοναχὸς Θεοφάνης ὁ ἐξ Ἰωαννίνων, ποὺ ἔκτισε τὴ μονὴ τῶν Ἀσωμάτων στὴ Νάουσα, ὁ ΄Ὅσιος Διονύσιος, ἱδρυτὴς τῆς γνωστῆς μονῆς τοῦ Ὀλύμπου, ὁ ΄Ὅσιος Νικάνωρ ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, ἱδρυτὴς τῆς μονῆς τῆς Ζάβορδας στὴ Δυτικὴ Μακεδονία).

Ὁ καθηγητὴς Ἀπόστολος Βακαλόπουλος, ὀνομάζει ἀδίστακτα τὰ Μοναστήρια «προμαχῶνες μπροστὰ στὰ κύματα τοῦ Μουσουλμανισμοῦ». Δὲν ἦταν, πράγματι, μόνο κέντρα παιδείας («κρυφὰ» σχολεῖα), καταφυγῆς καὶ προστασίας τῶν ραγιάδων. Δὲν ἦταν μόνο πνευματικὲς κολυμβῆθρες γιὰ τὸν συνεχῆ ἀναβαπτισμὸ τοῦ Γένους στὴν παράδοσή του. Ἦταν καὶ ἀντιστασιακὰ-ἐπαναστατικὰ κέντρα σὲ σημεῖο, ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχει ἐξέγερση ὡς τὸ  21, στὴν ὁποία δὲν πρωτοστατοῦν κάποιο ἢ κάποια Μοναστήρια, ὡς ἐπίκεντρά της ἐπαναστατικῆς δραστηριότητας, ἀλλὰ καὶ χῶροι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ξεπήδησαν καὶ μεγάλες μορφὲς τοῦ  21, φωτεινοὶ Ἡγέτες καὶ φλογεροὶ Ἐπαναστάτες. (Ἁγιορείτης ἦταν ὁ πατριάρχης Ἀγαθάγγελος, ὅπως καὶ ὁ Μαρωνείας Κωνστάντιος καὶ ὁ Ἡρακλείας Ἰγνάτιος. Στὴ Μονὴ Φιλοσόφου Δημητσάνας «μαθήτευσαν» ὁ Ἀργολίδος Γρηγόριος, ὁ Π. Πατρὼν Γερμανός, ὁ Τριπόλεως Δανιήλ, ὁ Ἀνδρούσης Ἰωσήφ, ὁ Μονεμβασίας Χρύσανθος. Ὁ Χριστιανουπόλεως Γερμανὸς στὸ Μ. Σπήλαιο, ὁ Χίου Δανιὴλ στὴ Ν. Μονὴ Χίου, ὁ Βρεσθένης Θεοδώρητος στὴ μονὴ Ἄγ. Θεοδώρων, ὁ Κύπρου Κυπριανὸς στὴ μονὴ Μαχαιρὰ Κύπρου, κ.λπ. Ἀπὸ Μονὲς ξεκίνησαν, ἐπίσης, ὁ Παπαφλέσσας καὶ ὁ Ἀθανάσιος Διάκος).

Αὐτὴ τὴ στάση τῶν Μοναστηριῶν στὸν Ἀγώνα ὁμολογεῖ καὶ προσδιορίζει μὲ τὸ δικό του μοναδικὸ τρόπο ὁ Στρατηγὸς Μακρυγιάννης: «Τ  ἅγια τὰ μοναστήρια, ὁπού  τρωγαν ψωμὶ οἱ δυστυχισμένοι [...] ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν Πατέρων, τῶν Καλογήρων. Δὲν ἦταν καπουτσίνοι δυτικοί, ἦταν ὑπηρέτες τῶν Μοναστηριῶν τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν ἦταν τεμπέληδες· δούλευαν καὶ προσκυνοῦσαν (=λάτρευαν). Καὶ εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδος σ  αὐτὰ τὰ μοναστήρια γινόταν τὰ μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τὰ ὀλίγα ἀναγκαῖα του πολέμου, καὶ εἰς τὸν πόλεμον θυσίαζαν καὶ σκοτωνόταν αὐτεῖνοι, οἱ  περέτες τῶν μοναστηριῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν.

Δίπλα στοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς ὁσίους πρέπει νὰ τοποθετήσει κανεὶς καὶ τοὺς Νεομάρτυρες, ποὺ μὲ τὰ πάθη τοὺς κάνουν νὰ ἀναβιώσουν οἱ χρόνοι τῶν διωγμῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἁπλοὶ συνήθως ἄνθρωποι, σὲ μίαν ἀτέλειωτη σειρὰ ποὺ ἐκτείνεται ὡς τὰ μέσα σχεδὸν τοῦ 19ου αἰώνα, τονώνουν μὲ τὸ μαρτύριό τους τὸ πνεῦμα αὐτοθυσίας τοῦ λαοῦ καὶ τὸν παραδειγματίζουν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι πραγματικὰ ἀγωνιστὲς ὄχι μόνο τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐλευθερίας.

 

footer
  • Παρασκευή
    19 Ιουλίου

    Μακρίνης, Δίου, Θεοδώρου αρχιεπισκ.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ