ploigisi h3

bottom neo


Ὡς κοινὸν εἶχον γῆς Βασιλεῖς τὸ στέφος,
Ἔχουσι κοινὸν καὶ τὸ τοῦ πόλου στέφος.


ag Konstantinos k Eleni Sardinias 2013Ὡς γενέτειρα πόλη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀναφερεται τόσο ἡ Ταρσὸς τῆς Κιλικίας ὄσο καὶ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας. Ὡστόσο ἡ ἄποψη πού ἐπικρατεῖ φέρει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο νά ἔχει γεννηθεῖ στή Ναϊσὸ τῆς Ἄνῳ Μοισίας (σημερινὴ Νίς τῆς Σερβίας). Τὸ ἀκριβὲς ἔτος τῆς γεννήσεώς του δέν εἶναι γνωστό, θεωρεῖται ὅμως ὅτι γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 272-288 μ.Χ.
Πατέρας του ἦταν ὁ Κωνστάντιος, ποὺ λόγῳ τῆς χλωμότητος τοῦ προσώπου του ὀνομάσθηκε Χλωρός, καὶ ἦταν συγγενὴς τοῦ αὐτοκράτορα Κλαυδίου. Μητέρα του ἦταν ἡ Ἁγία Ἑλένη, θυγατέρα ἐνὸς πανδοχέως ἀπὸ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας.
Τὸ 305 μ.Χ. ὁ Κωνσταντῖνος εὑρίσκεται στήν αὐλὴ τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ στή Νικομήδεια μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ χιλιάρχου. Τὸ ἴδιο ἔτος οἱ δύο Αὔγουστοι, Διοκλητιανὸς καὶ Μαξιμιανός, παραιτοῦνται ἀπὸ τὰ ἀξιώματά τους καὶ ἀποσύρονται. Στό ὕπατο ἀξίωμα τοῦ Αὐγούστου προάγονται ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς στή Δύσῃ καὶ ὁ Γαλέριος στήν Ἀνατολή. Ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς πέθανε στίς 25 Ἰουλίου 306 μ.Χ. καὶ ὁ στρατὸς ἀνακήρυξε Αὔγουστο τὸν Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι ὅμως πού δέν ἀποδέχθηκε ὁ Γαλέριος. Μετὰ ἀπὸ μιά σειρά διαφόρων ἱστορικῶν γεγονότων ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος συγκρούεται μὲ τὸν Μαξέντιο, υἱὸ τοῦ Μαξιμιανοῦ, ὁ ὁποῖος πλεονεκτοῦσε στρατηγικά, ἐπειδὴ διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα καὶ ὁ στρατὸς τοῦ Κωνσταντίνου ἦταν ἤδη καταπονημένος.
Ἀπὸ τὴν πλευρὰ του ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, εἶχε κάθε λόγο νά αἰσθάνεται συγκρατημένος. Δέν εἶχε καμία ἄλλη ἐπιλογὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπίκληση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. Ἤθελε νά προσευχηθεῖ, νά ζητήσει βοήθεια, ἀλλὰ καθὼς διηγεῖται ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος, δέν ἤξερε σὲ ποῖον Θεὸ νά ἀπευθυνθεῖ. Τότε ἔφερε νοερὰ στή σκέψῃ του ὅλους αὐτούς πού μαζὶ τους συνδιοικοῦσε τὴν αὐτοκρατορία. Ὅλοι τους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του, πίστευαν σὲ πολλοὺς θεοὺς καὶ ὅλοι τοὺς εἴχαν τραγικὸ τέλος. Ἄρχισε, λοιπόν, νά προσεύχεται στόν Θεό, ὑψώνοντας τὸ δέξι του χέρι καὶ ἱκετεύοντάς Τον νά τοῦ ἀποκαλυφθεῖ. Ἐνῶ προσευχόταν, διαγράφεται στόν οὐρανὸ μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τίς μεσημβρινὲς ὦρες τοῦ ἡλίου, κατὰ τὸ δειλινὸ δηλαδή, εἶδε στόν οὐρανὸ τὸ τρόπαιο τοῦ Σταυροῦ, ποὺ ἔγραφε «τοῦτο νίκα». Καὶ ἐνῶ προσπαθοῦσε νά κατανοήσει τή σημασίᾳ αὐτοῦ τοῦ μυστηριακοῦ θεάματος, τὸν κατέλαβε ἡ νύχτα. Τότε ἐμφανίζεται ὁ Κύριος στόν ὕπνο του μαζὶ μὲ τὸ σύμβολο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸν προέτρεψε νά κατασκευάσει ἀπομίμηση αὐτοῦ καὶ νά τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς φυλακτήριο στούς πολέμους.
Ἔχοντας ὡς σημαία του τὸ Χριστιανικὸ λάβαρο, ἀρχίζει νά προελαύνει πρὸς τὴν Ῥώμη ἐκμηδενίζοντας κάθε ἀντιστάσῃ.
Ὅταν φθάνει στή Ῥώμη ἐνδιαφέρεται γιά τοὺς Χριστιανοὺς τῆς πόλεως. Ὅμως τὸ ἐνδιαφέρον του δέν περιορίζεται μόνο σὲ αὐτούς. Πολὺ σύντομα πληροφορεῖται γιά τὴν πενιχρὴ καταστάσῃ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀφρικῆς καὶ ἐνισχύει ἀπὸ τὸ δημόσιο ταμεῖο τὰ ἔργα διακονίας αὐτῆς.
Τὸ Φεβρουάριο τοῦ 313 μ.Χ., στά Μεδιόλανα, ὅπου γίνεται ὁ γάμος τοῦ Λικινίου μὲ τὴν Κωνσταντία, ἀδελφὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐπέρχεται μιά ἱστορική συμφωνίᾳ μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν πού καθιερώνει τὴν ἀρχὴ τῆς ἀνεξιθρησκείας.
Τὰ προβλήματα πού εἶχε νά ἀντιμετωπίσει ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἦσαν πολλά. Ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου, πρεσβυτέρου τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, ᾖλθε νά ταράξει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διδασκαλία αὐτή, ποὺ ὀνομάσθηκε ἀρειανισμός, κατέλυε οὐσιαστικὰ τὸ δόγμα τῆς Τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ.
Μόλις ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος πληροφορήθηκε τὰ ὅσα θλιβερὰ συνέβαιναν στην Ἀλεξάνδρεια, ἀπέστειλε μὲ τὸν πνευματικὸ του σύμβουλο Ὄσιο, Ἐπίσκοπο Κορδούης τῆς Ἰσπανίας, ἐπιστολὴ στόν Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο (313 - 328 μ.Χ.) καὶ τὸν Ἄρειο. Ἡ προσπάθεια ἐπιλύσεως τοῦ θέματος δέν εὐδοκίμησε. Ἔτσι ἀποφασίσθηκε ἡ σύγκλιση τῆς Ἀ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ.
Ἡ περιγραφὴ τῆς ἐναρκτήριας τελετῆς ἀπὸ τὸν ἰστορικὸ Εὐσέβιο εἶναι ὁμολογουμένως ἐνδιαφέρουσα. Στό μεσαῖο οἶκο τῶν ἀνακτόρων εἶχαν προσέλθει ὅλοι οἱ σύνεδροι. Ἐπικρατοῦσε ἀπολύτη σιγὴ καὶ ὅλοι περίμεναν τὴν εἴσοδο τοῦ αὐτοκράτορα, τὸν ὁποῖο οἱ περισσότεροι θὰ ἔβλεπαν γιά πρώτη φορά. Ὁ Κωνσταντῖνος εἰσῆλθε ταπεινά, μὲ σεμνότητα καὶ πραότητα. Στήν ὁμιλία του πρὸς τή Σύνοδο χαρακτηρίζει τίς ἐνδοεκκλησιαστικὲς συγκρούσεις ὡς τὸ μεγαλύτερο δεινὸ καὶ ἀπὸ τοὺς πολέμους. Ὁ λόγος του ὑπῆρξε εὐθὺς καὶ σαφής. Δέν ἤθελε νά ἀσχοληθεῖ παρὰ μοναχὰ μὲ θέματα πού ἀφορούσαν στήν ὀρθοτόμηση τῆς πίστεως. Ἡ κρίσιμη φράσῃ του, «περί τῆς πίστεως σπουδάσωμεν», διασῴζεται σχεδὸν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἱστορικοὺς συγγραφεῖς.
Μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ὁ αὐτοκράτορας ἀνέλαβε πρωτοβουλίες γιά τὴν ἐδραίωση τῶν ἀποφάσεών της. Ἀπέστειλε ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Ἀλεξανδρείας, στήν ὁποία γνωστοποιεῖ τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου. Ὁ ἴδιος γνωστοποιεῖ πρὸς ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς αὐτοκρατορίας τὴν καταδίκη τοῦ Ἀρείου καὶ ἀπαγορεύει τὴν ἀποκτήσῃ καὶ τὴν ἀπόκρυψη τῶν συγγραμμάτων του. Ἡ ἐντυπωσιακὴ του ὅμως ἐνέργεια εἶναι ἡ ἐπιστολὴ του πρὸς τὸν Ἄρειο. Ἐπιτιμᾷ τὸν αἱρεσιάρχῃ καὶ τὸν καταδικάζει μὲ αὐστηρότητα γιά τὶς κακοδοξίες του.
Ὅμως περὶ τὰ τέλη τοῦ 327 μ.Χ. ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καλεῖ τὸν Ἄρειο στά ἀνάκτορα. Ὁ αἱρεσιάρχης φυσικὰ δέν χάνει τὴν εὐκαιρία καὶ ὑποβάλλει μία ὁμολογία γεμάτη ἀπὸ ἔντεχνες θεολογικὲς ἀνακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τὸν Μέγα Κωνσταντίνο ὅτι αὐτὴ δέν διαφέρει οὐσιαστικὰ ἀπὸ ὅσα εἶχε ἀποφασίσει ἡ Α' Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Τελικὰ ὁ αὐτοκράτορας συγκαλεῖ νέα Σύνοδο, τὸ Νοέμβριο τοῦ 327 μ.Χ., ἡ ὁποία ἀνακαλεῖ τὸν Ἄρειο ἀπὸ τὴν ἐξορία καὶ ἀποκαθιστᾶ τοὺς ἐξορίστους Ἐπισκόπους Νικομηδείας Εὐσέβιο καὶ Νικαίας Θεόγνιο. Ἡ ἀνάκληση τοῦ Ἀρείου καὶ ἡ ἀποκαταστάσῃ τῶν περὶ αὐτῶν πυροδότησε νέες ἔριδες πιὸ κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος καὶ στήν συνέχεια ὁ διάδοχός του Μέγας Ἀθανάσιος ἀρνοῦνται νά δεχθοῦν τὸν Ἄρειο στήν Ἀλεξάνδρεια. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀπειλεῖ μὲ καθαίρεση τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ἐνῶ σὲ Σύνοδο πού συνῆλθε στήν Ἀντιόχεια τὸ 330 μ.Χ. καθαιρεῖται καὶ ἐξορίζεται ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος, Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας (τιμαται 21 Φεβρουαρίου). Ἡ Σύνοδος τῆς Τύρου τῆς Συρίας, ποὺ συνῆλθε τὸ 335 μ.Χ., καταδικάζει ἐρήμην μὲ τὴν ποινὴ τῆς καθαιρέσεως τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος φεύγει, γιά νά συναντήσει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο.
Εἶναι γεγονός πῶς ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δέν ἔδειξε νά ἀποδέχεται τὸ αἴτημα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου γιά ἀκροάσῃ. Πείσθηκε ὅμως νά τὸν ἀκούσει, ὅταν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος τοῦ ἀπηύθυνε τὴν ῥήση: «Δικάσει Κύριος ἀνά μέσον ἐμοῦ καί σοῦ». Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος κατενόησε τὴν κατάφωρη ἀδικία καί τίς ἄθλιες μεθοδεύσεις σὲ βάρος τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καὶ ἔκανε δεκτὸ τὸ αἴτημά του νὰ προσκληθοῦν ὅλοι οἱ συνοδικοὶ τῆς Τύρου καὶ ἡ διαδικασία νά λάβει χώρα ἐνώπιόν του. Ὁ Εὐσέβιος Νικομηδείας ἀγνόησε τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐντολή. Πῆρε μόνο ἐλαχίστους ἀπὸ τοὺς συνοδικοὺς καὶ ἐμφανίσθηκε στόν αὐτοκράτορα. Ξέχασε ὄλες τίς ὑπόλοιπες κατηγορίες καὶ γιά πρώτη φορὰ ἔθεσε τὸ θέμα τῆς δῆθεν παρακωλύσεως τῆς ἀποστολῆς σιταριοὺ πρὸς τὴν Βασιλεύουσα. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξοργίζεται καὶ ἐξορίζει τὸν Μέγα Ἀθανάσιο στά Τρέβιρα τῆς Γαλλίας. Παρὰ ταῦτα δέν ἐπικυρώνει τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Τύρου γιά καθαίρεση καὶ οὔτε διατάσσει τὴν ἀναπλήρωσῃ τοῦ ἐπισκοπικοὺ θρόνου τῆς Ἀλεξάνδρειας.
Ἡ τελευταία περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶναι αὐτή πού τὸν καταξιώνει στήν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση καὶ τὸν ὁδηγεῖ στό ἀπόγειο τῆς πνευματικῆς του πορείας. Ὁ Ἅγιος, κατὰ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 337 μ.Χ., αἰσθάνεται τὰ πρῶτα σοβαρὰ συμπτώματα κάποιας ἀσθενείας. Οἱ πηγὲς μᾶς πληροφοροῦν πῶς ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος κατέφυγε σὲ ἰαματικὰ λουτρά. Βλέποντας ὅμως τὴν ὑγεία του νά ἐπιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο νά μεταβεῖ στήν πόλη Ἐλενόπολη τῆς Βιθυνίας, ποὺ εἶχε ὀνομασθεῖ ἔτσι λόγῳ τῆς Ἁγίας μητέρας του. Ἐκεῖ παρέμεινε στό Ναὸ τῶν Μαρτύρων, ὅπου ἀνέπεμπε ἰκετήριες εὐχὲς καὶ λιτανεῖες πρὸς τὸν Θεό. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀντιλαμβάνεται πῶς ἡ ἐπίγεια ζωὴ του πλησιάζει στό τέλος της. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου καλλιεργεῖται στήν καρδία του καὶ τὸν ὁδηγεῖ στό μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ τοῦ βαπτίσματος. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καταφεύγει σὲ κάποιο προάστιο τῆς Νικομήδειας, συγκαλεῖ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ τοὺς ἀπευθύνει τὸν ἑξῆς λόγο: «Αὐτὸς ἤταν ὁ καιρός πού προσδοκοῦσα ἀπὸ παλιὰ καὶ διψοῦσα καὶ εὐχόμουν νά καταξιωθῶ τῆς ἐν Θεῷ σωτηρίας. Ἦλθε ἡ ὥρα νά ἀπολαύσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἀθανατοποιὸ σφραγῖδα, ᾖλθε ἡ ὥρα νά συμμετάσχουμε στό σωτήριο σφράγισμα, πρᾶγμα πού κάποτε ἐπιθυμοῦσα νά κάνω στά ῥεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου, στά ὁποία, ὅπως παραδίδεται, ὁ Σωτῆρας μας ἔλαβε τὸ βάπτισμα εἰς ἡμέτερον τύπον. Ὁ Θεὸς ὅμως, ποὺ γνωρίζει τὸ συμφέρον, μᾶς ἀξιώνει νά λάβουμε τὸ βάπτισμα ἐδῶ. Ἂς μὴν ὑπάρχει λοιπὸν καμία ἀμφιβολία. Γιατὶ καὶ ἐὰν ἀκόμη εἶναι θέλημα τοῦ Κυρίου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου νά συνεχισθεῖ ἡ ἐπίγεια ζωὴ μας καὶ νά συνυπάρχω μὲ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ πλαισιώσω τή ζωή μου μὲ ὅλους ἐκεῖνους τοὺς κανόνες πού ἀρμόζουν στόν Θεό».
Μετὰ τὸ βάπτισμα ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος δέν ξαναφόρεσε τὸν αὐτοκρατορικὸ χιτῶνα, ἀλλὰ παρέμεινε ἐνδεδυμένος μὲ τὸ λευκὸ ἔνδυμα τοῦ βαπτίσματος, μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του τὸ 337 μ.Χ. Ἦταν ἡ ἡμέρα ἐορτασμοῦ τῆς Πεντηκοστῆς, γράφει ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος.
Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο περιγράφει ὁ Εὐσέβιος τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀκολούθησαν τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου. Ὅλοι οἱ σωματοφύλακες τοῦ αὐτοκράτορα, ἀφοῦ ἔσχισαν τὰ ῥούχα τους καὶ ἔπεσαν στό ἔδαφος, ἔκλαιγαν καὶ φώναζαν δυνατά, σὰν νά μὴν ἔχαναν τὸ βασιλέα τοὺς, ἀλλὰ τὸν πατέρα τους. Οἱ ταξίαρχοι καὶ οἱ λοχαγοὶ ἔκλαιγαν τὸν εὐεργέτῃ τους. Οἱ δῆμοι ἦσαν λυπημένοι καὶ κάθε κάτοικος τῆς Κωνσταντινουπόλεως πενθοῦσε, σὰν να ἔχανε τὸ κοινὸ ἀγαθό.
Ἀφοῦ οἱ στρατιωτικοὶ τοποθέτησαν τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου σὲ χρυσὴ λάρνακα, τὸ μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ ἐναπέθεσαν σὲ βάθρο στόν βασιλικὸ οἶκο. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στό Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Δίκαια ἡ ἱστορία τὸν ὀνόμασε Μέγα καὶ ἡ Ἐκκλησία Ἰσαπόστολο.
Ἡ Ἁγία Ἑλένη γεννήθηκε στό Δρέπανο τῆς Βιθυνίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας περὶ τὸ 247 μ.Χ. Φαίνεται ὅτι ἦταν ταπεινῆς καταγωγῆς.
Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 272 - 288 μ.Χ. γέννησε στή Ναϊσὸ τῆς Μοισίας τὸν Κωνσταντίνο. Ὅταν, πέντε ἔτη ἀργότερα, ὁ Κωνσταντῖνος Χλωρὸς ἔγινε Καίσαρας ἀπὸ τὸν Διοκλητιανό, ἀναγκάσθηκε νά τὴν ἀπομακρύνει, για νά συζευχθεῖ τή Θεοδώρα, θετή κόρῃ τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ, καὶ νά ἔχει ἔτσι τὸ συγγενικὸ ἐκεῖνο δεσμό, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξασφάλιζε τή στερεότητα τοῦ Διοκλητιανοὺ τετραρχικοῦ συστήματος. Παρὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος τιμοῦσε ἰδιαίτερα τῇ μητέρα του. Τῆς ἀπένειμε τὸν τίτλο τῆς αὐγούστης, ἔθεσε τή μορφῇ της ἐπὶ νομισμάτων καὶ ἔδωσε τὸ ὄνομα της σὲ μία πόλη τῆς Βιθυνίας.
Ἡ Ἁγία ἔδειξε τὴν εὐσέβειά της μὲ πολλὲς εὐεργεσίες καὶ τὴν ἀνοικοδόμηση νέων Ἐκκλησιῶν στή Ῥώμη (Τιμίου Σταυροῦ), στήν Κωνσταντινούπολη (Ἁγίων Ἀποστόλων), στή Βηθλεὲμ (βασιλικὴ τῆς Γεννήσεως) καὶ ἐπὶ τοῦ Ὅρους τῶν Ἐλαιῶν (βασιλικὴ τῆς Γεθσημανή). Ἡ Ἁγία Ἑλένη πῆγε τὸ 326 μ.Χ. στην Ἱερουσαλήμ, ὅπου «μέ μέγαν κόπον καί πολλήν ἔξοδον καί φοβερίσματα ηὗῥεν τόν τίμιον σταυρόν καί τούς ἄλλους δύο σταυρούς τῶν ληστῶν», ὅπως γράφει ὁ Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαίρας. Ἐπιστρέφοντας στήν Κωνσταντινούπολη, ἕνα χρόνο μετὰ τὴν εὔρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, ἡ Ἁγία Ἑλένη πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Κύπρο.
Ἡ Ἁγία Ἑλένη κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μᾶλλον τὸ 327 μ.Χ. σὲ ἡλικία ὀγδόντα ἐτῶν. Ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος γράφει ὅτι ἡ Ἁγία προαισθάνθηκε τὸ θάνατό της καὶ μὲ διαθήκη ἄφησε τὴν περιουσία της στόν υἱὸ της καὶ τοὺς ἐγγονοὺς της.
Ὅπως ἦταν φυσικὸ ὁ υἱὸς της μετέφερε τὸ τίμιο λείψανό της στήν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν ἐνταφίασε στό Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Οἱ Βυζαντινοὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὸν Μέγα Κωνσταντίνο καὶ τὴν Ἁγία Ἑλένη. Ἀποδείξῃ τούτου ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸ Μεσαίωνα ἦταν πολὺ δημοφιλὴς στούς Βυζαντινοὺς ἡ ἀπεικόνιση τοῦ πρώτου Χριστιανοῦ βασιλέως μὲ τή μητέρα του, ποὺ κρατοῦσαν στό μέσον Σταυρό. Ἡ παράδοση αὐτὴ διατηρεῖται μέχρι καί σήμερα μέ τά Κωνσταντινάτα.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Τοῦ Σταυροῦ σου τὸν τύπον ἐν οὐρανῷ θεασάμενος, καὶ ὡς ὁ Παῦλος τὴν κλῆσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος, ὁ ἐν βασιλεῦσιν, Ἀπόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τῇ χειρὶ σου παρέθετο· ἣν περίσωζε διὰ παντὸς ἐν εἰρήνη, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.


Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Κωνσταντῖνος σήμερον, σὺν τῇ μητρὶ τῇ Ἑλένη, τὸν Σταυρὸν ἐμφαίνουσι, τὸ πανσεβάσμιον ξύλον, πάντων μὲν τῶν Ἰουδαίων αἰσχύνην ὄντα, ὅπλον δὲ πιστῶν, ἀνάκτων κατ᾽ ἐναντίων, δι᾽ ἡμᾶς γὰρ ἀνεδείχθη, σημεῖον μέγα, καὶ ἐν πολέμοις φρικτόν.

Μεγαλυνάριον
Τούς τῆς εὐσεβείας θείους πυρσούς, καί τῶν Ἀποστόλων, θιασώτας καί μιμητάς, σύν τῷ Κωνσταντίνῳ, Ἑλένην τήν Ἁγίαν, ὡς βασιλέων δόξαν, ἀνευφημήσωμεν.

 

footer
  • Κυριακή
    21 Ιουλίου

    Συμεών του σαλού και Ιωάννου των οσίων


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ