Εκτύπωση

Γιά τοὺς παπποῦδες μας καί τίς γιαγιάδες μας ἡ ἡμέρα τῆς Κυριακῆς ἦταν, ὅπως λέει καὶ τὸ ὄνομά της, ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου, δηλ. ἡ ἀφιερωμένη στόν Κύριο.

Μιά γιαγιὰ νοσταλγώντας τὰ νεανικὰ της χρόνια, μας εἶπε:

«Ἐμεῖς, παιδί μου, τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς τὴν περιμέναμέ πῶς καί πῶς. Φορούσαμε τὰ καθαρὰ μας ῥοῦχα καὶ πηγαίναμε στην Ἐκκλησία...

Δέν τὸ κάναμε αὐτὸ ἀπὸ ἕνα τυπικὸ καθῆκον, ἀλλὰ ἐπειδὴ νιώθαμε μιά ἐσωτερική εὐγνωμοσύνῃ στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ...

Ὁ Θεός, παιδί μου, μᾶς προστάτευε. Δέν μᾶς ἐγκατέλειπε ποτέ. Ἐμεῖς νά φανοῦμε ἀπέναντί Του ἀχάριστοι;

Ἔπρεπε ἕνας τουλάχιστον ἀπὸ τὴν οἰκογένεια νά ἐκκλησιαστεῖ, νά μεταλάβει, νά φέρει τὸ Χριστὸ στό σπίτι μας, γιά νά ἔρθει, παιδί μου, στήν οἰκογένεια μας ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ...»