Εκτύπωση

 

O Euaggelismos ths Theotokou 10ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου εἶναι Δεσποτικοθεομητορικὴ ἑορτή. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι εἶναι Δεσποτικὴ ἐπειδὴ ἀναφέρεται στόν Δεσπότη Χριστό, ὁ ὁποῖος συνελήφθη στήν γαστέρα τῆς Θεοτόκου, καὶ θεομητορικὴ ἑορτὴ ἐπειδὴ ἀναφέρεται στό πρόσωπο ἐκεῖνο πού συνετέλεσε στήν σύλληψη καὶ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τὴν Παναγία.

Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου εἶναι ἡ ἀρχὴ ὅλων τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν. Στό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς ψάλλουμε: «σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον καὶ τοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις…». Τὸ περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς ἀναφέρεται στό γεγονὸς κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ – ὁ ἄγγελος ἐκεῖνος μὲ τὸν ὁποῖο συνδέονται ὅλα τὰ γεγονότα πού ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ – ἐπισκέφθηκε μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ τὴν Παναγία καὶ τὴν πληροφόρησε ὅτι ἔφθασε ὁ καιρὸς τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅτι αὐτὴ θὰ γίνη ἡ μητέρα Του. (βλ. Λουκ. α’, 26-56).

Ἡ λέξη «εὐαγγελισμός» ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο ἐπὶ μέρους λέξεις, ἤτοι εὖ καὶ ἀγγελία, καὶ δηλώνει τὴν καλὴ εἴδηση, τὴν καλὴ ἀγγελία. Πρόκειται γιά τὴν πληροφορία πού δόθηκε διὰ τοῦ ἀρχαγγέλου ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ θὰ ἐνανθρωπήση γιά τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Οὐσιαστικὰ πρόκειται γιά τὴν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ δόθηκε μετὰ τὴν πτώση τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὕας (βλ. Γεν. γ’, 15), ἡ ὁποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αὐτό, ἡ πληροφορία τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μεγαλύτερη εἴδηση μέσα στήν ἱστορία.

Ἡ καλὴ ἀγγελία, τὸ εὐαγγέλιο, ὁ εὐαγγελισμὸς εἶναι διόρθωση τῶν γεγονότων πού ἔγιναν στήν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, στόν αἰσθητὸ Παράδεισο τῆς Ἐδέμ. Ἐκεῖ ἀπὸ γυναῖκα ἄρχισε ἡ πτώση καὶ τὰ ἀποτελέσματά της, ἐδῶ ἀπὸ γυναῖκα ἄρχισαν ὅλα τὰ ἀγαθά. Ἔτσι, ἡ Παναγία εἶναι ἡ νέα Εὕα. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ὁ αἰσθητὸς Παράδεισος, ἐδῶ ἡ Ἐκκλησία. Ἐκεῖ ὁ Ἀδάμ, ἐδῶ ὁ Χριστός. Ἐκεῖ ἡ Εὔα, ἐδῶ ἡ Μαρία. Ἐκεῖ ὁ ὄφις, ἐδῶ ὁ Γαβριήλ. Ἐκεῖ ὁ ψιθυρισμὸς τοῦ δράκοντος-ὄφεως στήν Εὕα, ἐδῶ ὁ χαιρετισμὸς τοῦ ἀγγέλου στήν Μαρία (Ἰωσὴφ Βρυένιος). Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο διορθώθηκε τὸ σφάλμα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὕας.

Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἀπεκάλεσε τὴν Παναγία «κεχαριτωμένη». Τῆς εἶπε: «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξίν» (Λουκ. α’, 28-29). Ἡ Παναγία ἀποκαλεῖται «κεχαριτωμένη» καὶ χαρακτηρίζεται «εὐλογημένη», ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι μαζὶ της.

Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, καὶ ἄλλους ἁγίους Πατέρας, ἡ Παναγία εἶχε ἤδη χαριτωθεῖ, καὶ δέν χαριτώθηκε τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Παραμένοντας μέσα στά ἅγια τῶν ἁγίων τοῦ Ναοῦ ἔφθασε στά ἅγια τῶν ἁγίων τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ θέωση. Ἐὰν τὸ προαύλιο τοῦ Ναοῦ προοριζόταν γιά τοὺς προσηλύτους καὶ ἐὰν ὁ κυρίως Ναὸς γιά τοὺς ἱερεῖς, τὰ ἅγια τῶν ἁγίων προορίζονταν γιά τὸν ἀρχιερέα. Ἐκεῖ εἰσῆλθε ἡ Παναγία, δεῖγμα ὅτι ἔφθασε στήν θέωση.

Ἡ ἀπαντήση τῆς Παναγίας στήν πληροφορία τοῦ ἀρχαγγέλου ὅτι θὰ ἀξιωθεῖ νά γεννήση τὸν Χριστὸ ἦταν ἐκφραστική: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμα σου» (Λουκ. α’, 38). Φαίνεται ἐδῶ ἡ ὑπακοὴ τῆς Παναγίας στόν λόγο τοῦ ἀρχαγγέλου, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπακοὴ της στόν Θεό, γιά ἕνα γεγονός πού ἦταν παράδοξο καὶ παράξενο γιά τὴν ἀνθρωπίνη λογική. Ἔτσι ὑποτάσσει τὴν λογικὴ της στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μερικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ὅλοι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα περίμεναν μὲ ἀγωνία νά ἀκούσουν τὴν ἀπάντηση τῆς Παναγίας, ἔχοντας φόβο μήπως ἀρνηθεῖ καὶ δέν ὑπακούση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἰσχυρίζονται ὅτι ἐπειδὴ κάθε φορά πού ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ τέτοιο δίλημμα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔχει ἐλευθερία, μπορεῖ νά πεῖ τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι, ὅπως ἄλλωστε ἔγινε στήν περίπτωση τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, τὸ ἴδιο μποροῦσε νά συμβεῖ καὶ στήν Παναγία. Ἀλλὰ ὅμως ἡ Παναγία δέν ἦταν δυνατὸν νά ἀρνηθεῖ, ὄχι γιατὶ δέν εἶχε ἐλευθερία, ἀλλὰ γιατὶ εἶχε τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία.

Κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἔχουμε ἄμεση σύλληψη τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν δύναμη καὶ ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Σ’ ἕνα θεοτοκίο ψάλλουμε: «Τοῦ Γαβριὴλ φθεγξαμένου σοι Παρθένε τὸ χαῖρε σὺν τῇ φωνῇ ἐσαρκοῦτο ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δέν παρενεβλήθησαν μερικὲς ὦρες καὶ ἡμέρες γιά νά γίνη ἡ σύλληψη, ἀλλὰ ἔγινε ἀκριβῶς ἐκείνη τὴν στιγμή.

Ἡ Παναγία ὅπως συνέλαβε τὸν Χριστὸ ἀνηδόνως, χωρὶς ἡδονή, τὸ ἴδιο καὶ τὸν κράτησε ἐννέα μῆνες στήν κοιλία της ἀκόπως καὶ ἀβάρως. Δέν αἰσθανόταν βάρος, παρὰ τὸ ὅτι τὸ θεῖο βρέφος ἀναπτυσσόταν φυσιολογικὰ καὶ εἶχε τὸ βάρος ἑνὸς ἀναπτυσσομένου ἐμβρύου. Ἐφαρμόσθηκε ἔτσι ἡ προφητεία τοῦ Προφήτου Ἠσαΐου: «Ἰδοὺ Κύριος κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης» (Ησ. ιθ’, 1). Μὲ τὸν ὄρο «νεφέλη κούφη» ἐννοεῖται ἡ ἀνθρωπίνη σάρκα, ποὺ ἦταν τόσο πολὺ ἐλαφρά, ὥστε δέν προξένησε κανένα βάρος καὶ κόπο στήν Παναγία, κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐννεαμήνου κυοφορίας.

Ἡ ἄσπορη καὶ ἀνήδονη συλλήψη τῆς Παναγίας καὶ ἡ ἄκοπη κυοφορία συνδέεται στενὰ μὲ τὴν ἄφθορη καὶ ἀνώδινη γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης ὑπάρχει στενὴ σχέση μεταξὺ ἡδονῆς καὶ ὀδύνης, ἀφοῦ κάθε ἡδονὴ ἔχει συνημμένο καὶ τὸν πόνο. Ὁ Ἀδὰμ αἰσθάνθηκε ἡδονὴ καὶ ἀκολούθησε ὁ πόνος σὲ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἔτσι καὶ τώρα διὰ τῆς ἐλευθερώσεως ἀπὸ τὴν ἡδονὴ προέρχεται χαρὰ στό ἀνθρώπινο γένος. Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ δέν ἔφθειρε τὴν παρθενία τῆς Θεοτόκου, ὅπως ἀκριβῶς ἡ σύλληψη δέν ἔγινε μὲ ἡδονή καὶ ἡ κυοφορία μὲ βάρος καὶ κόπο. Ἐκεῖ πού ἐνεργεῖ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα «νικᾶται φύσεως τάξις».

Ἡ μόρφωση τοῦ Χριστοῦ μέσα μας γίνεται μὲ πνευματικὲς ὠδῖνες. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «τεκνία μου, οὖς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῆ Χριστὸς ἐν ὑμῖν» (Γαλ. δ’, 19). Ὠδῖνες εἶναι ὁ ἀσκητικὸς ἀγῶνας, καὶ μόρφωση εἶναι ἡ θέωση καὶ ὁ ἁγιασμός.

Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου εἶναι εὐαγγελισμὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, πληροφορία ὅτι ἐνηνθρώπησε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ παγκόσμια ἑορτὴ πρέπει νά συντελέσει στήν προσωπικὴ ἑορτή, στόν προσωπικὸ εὐαγγελισμό. Πρέπει νά δεχθοῦμε τὰ προοίμια τῆς σωτηρίας μας, ποὺ εἶναι ἡ μεγαλύτερη εἴδηση στήν ζωὴ μας.

                                                        Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»,

                                                         Ι. Μ. ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ