ploigisi h3

bottom neo

 

klimaka(Διὰ τάς ἀρετὰς τῆς πραότητος, τῆς ἁπλότητος καὶ τῆς ἀκακίας, τάς «σεσοφισμένας», ὄχι τάς φυσικάς, καθὼς καὶ διὰ τὴν πονηρίαν)

Τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου προτρέχει τὸ φῶς τῆς αὐγῆς. Παρόμοια πρὶν ἀπὸ τὴν ταπεινοφροσύνη τρέχει ἡ πραότης. Ἂς ἀκούσωμε δὲ καὶ τὸ Φῶς, δηλαδὴ τὸν Χριστόν, νά τὶς τοποθετῆ κατ΄ αὐτὴν τὴν σειρά. «Μάθετε ἀπ΄ ἐμοῦ, λέγει, ὅτι πρᾶος εἰμί καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια΄ 29). Λοιπόν, τὸ φυσικὸ εἶναι πρὶν λάμψη ὁ ἥλιος νά φωτισθοῦμε ἀπὸ τὸ φῶς τῆς αὐγῆς καὶ ἔπειτα νά ἀτενίσουμε πλούσια τὸν ἤλιο. Διότι δέν εἶναι δυνατόν, δέν εἶναι, ὅπως τὸ δείχνει καὶ ἡ φύσις τῶν πραγμάτων, νά ἀντικρύση κανεὶς τὸν ἤλιο, δηλαδὴ τὴν ταπείνωσι, πρὶν γνωρίσῃ τὸ φῶς τῆς αὐγῆς, δηλαδὴ τὴν πραότητα.

 Ἡ πραότης εἶναι μία ἀμετακίνητη κατάστασις τοῦ νοῦ, ποὺ παραμένει ἡ ἴδια καὶ στίς τιμὲς καὶ στίς περιφρονήσεις. Πραότης σημαίνει, τὸ νά προσεύχεσαι εἰλικρινῶς γιά τὸν πλησίον σου, χωρὶς νά ἐνοχλῆσαι καθόλου ἀπό τίς ταραχές πού σοῦ προξενεῖ. Ἡ πραότης εἶναι βράχος ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἀφρισμένη θάλασσα, ποὺ ἐντελῶς ἀκλόνητος διαλύει ὅλα τὰ κύματα, τὰ ὁποῖα τὸν κτυποῦν.

Ἡ πραότης εἶναι τὸ στήριγμα τῆς ὑπομονῆς, ἡ θύρα ἢ καλύτερα ἡ μητέρα τῆς ἀγάπης, ἡ προϋπόθεσις τῆς διακρίσεως, διότι ὅπως λέγει ἡ Γραφή, «διδάξει Κύριος πραεῖς ὁδοὺς αὐτοῦ» (Ψαλμ. κδ΄ 9) ἡ πρόξενος τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, τὸ θάρρος τῆς προσευχῆς, ἡ περιοχὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι ὁ Κύριος λέγει: «Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ΄ ἢ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ἡσύχιον»; (πρβλ. Ἡσ. ξς΄ 2).

Ἡ πραότης εἶναι συνεργὸς στήν ὑπακοή, ὁδηγὸς στήν ἀδελφοσύνη, χαλινὸς τῆς μανίας, κόψιμο τοῦ θυμοῦ, μίμησις τοῦ Χριστοῦ, ἰδιότης τῶν Ἀγγέλων, δεσμὸς τῶν δαιμόνων, ἀσπίδα κατὰ τῆς πικρᾶς ὀργῆς.

 Στίς καρδιὲς τῶν πράων θὰ ἀναπαύεται ὁ Κύριος, ἐνῶ ἡ ταραχώδης ψυχὴ εἶναι καθέδρα τοῦ διαβόλου. «Οἱ πραεῖς κληρονομήσουσι τήν γῆν» (Ματθ. ε΄ 5), μᾶλλον θὰ γίνουν κυρίαρχοί της, ἐνῶ οἱ ὀργίλοι καὶ θυμώδεις ἄνδρες θὰ ἐξορισθοῦν ἀπὸ τὴν γῆ τους.

 Ἡ πραεῖα ψυχὴ εἶναι θρόνος τῆς ἁπλότητος, ἐνῶ ὁ νοῦς τοῦ ὀργίλου δημιουργὸς τῆς πονηρίας. Ἡ ἠπία ψυχὴ θὰ δεχθῇ μέσα της τοὺς λόγους τῆς σοφίας ἐφ΄ ὅσον «ὁδηγήσει Κύριος πραεῖς ἐν κρίσει» (Ψαλμ. κδ΄ 9) ἢ μᾶλλον στήν διάκρισι. Ἡ εὐθεῖα ψυχὴ συζῆ μὲ τὴν ταπείνωσι, ἐνῶ ἡ πονηρὰ εἶναι ὑπηρέτρια τῆς ὑπερηφανείας. Οἱ ψυχὲς τῶν πράων θὰ γεμίσουν ἀπὸ γνῶσι καὶ σύνεσι, ἐνῶ ὁ νοῦς τοῦ θυμώδους συγκατοικεῖ μὲ τὸ σκοτάδι καὶ τὴν ἄγνοια.

 Αὐτός πού θυμώνει καὶ αὐτός πού εἰρωνεύεται συναντήθηκαν μεταξὺ τους. Καὶ ἦταν ἀδύνατο νά εὑρεθεῖ ἕνας εὐθὺς λόγος στήν συζήτησί τους! Ἂν ἀνοίξης τὴν καρδία τοῦ πρώτου, θὰ εὕρεις τὴν μανία, καὶ ἂν ἐρευνήσεις τὴν ψυχὴ τοῦ δευτέρου, θὰ ἀντικρύσεις τὴν πονηρία.

 Ἡ ἁπλότης εἶναι μία συνήθεια καὶ συμπεριφορὰ τῆς ψυχῆς ἀποίκιλη, ποὺ δέν κινεῖται σὲ κανέναν κακὸ λογισμό. Ἡ ἀκακία εἶναι μία γλυκεῖα καὶ χαρουμένη ψυχικὴ κατάστασις, ἀπηλλαγμένη ἀπὸ κάθε κακὴ σκέψι καὶ ὑπόνοια.

 Πρῶτο γνώρισμα τῆς παιδικῆς ἡλικίας εἶναι ἡ ἀποίκιλη ἁπλότης. Ὅσο τὴν εἶχε αὐτὴν ὁ Ἀδὰμ δέν ἀντίκρυσε στόν ἑαυτὸ του οὔτε ψυχικὴ γυμνότητα οὔτε σωματικὴ ἀσχημοσύνη.

 Καλὴ βέβαια καὶ ἀξιομακαρίστη εἶναι ἡ ἁπλότης πού ἔχουν μερικοὶ ἐκ φύσεως. Ὄχι ὅμως τόσο, ὄσο ἡ ἁπλότης πού ἀποκτήθηκε μὲ κόπους καὶ ἱδρῶτες καὶ μὲ μετεγκεντρισμὸ τῆς πονηρᾶς φύσεως. Διότι ἡ μὲν πρώτη εἶναι σκεπασμένη καὶ προφυλαγμένη ἀπὸ πολυποίκιλες μεταβολὲς καὶ πάθη, ἐνῶ ἡ Δευτέρα γίνεται πρόξενος τῆς τελείας ταπεινοφροσύνης καὶ πραότητος. Καὶ ἡ μία δέν ἔχει πολὺ μισθό, ἐνῶ ἡ ἄλλη ἔχει ἄπειρο καὶ ἀπροσμέτρητο.

 Ὅλοι ὅσοι ἐπιθυμοῦμε νά προσελκύσωμε πρὸς τὸ μέρος μας τὸν Κύριον, ἂς Τὸν πλησιάσωμε σὰν διδάσκαλό πού κάνει μάθημα, «ἁπλῶς καὶ ἀπλάστως καὶ ἀποικίλως καὶ ἀπονήρως καὶ ἀπεριέργως». Ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι ἁπλοὺς καὶ ἀσύνθετος, θέλει καὶ οἱ ψυχές πού Τὸν πλησιάζουν νά εἶναι ἁπλὲς καὶ ἀκέραιες. Καὶ δέν εἶναι δυνατὸν νά ἀντικρύσης ποτὲ ἁπλότητα χωρὶς ταπείνωσι.

Πονηρὸς σημαίνει ἄνθρωπος πού κάνει ψευδεῖς προβλέψεις καί πού φαντάζεται ὅτι ἀντιλαμβάνεται τοὺς λογισμοὺς τῶν ἄλλων ἀπὸ τὰ λόγια τους, καὶ τὰ μυστικὰ τῶν καρδιῶν τους ἀπό τίς ἐξωτερικὲς κινήσεις.

 Εἶδα ἀνθρώπους εὐθεῖς πού ἔμαθαν ἀπὸ τοὺς πονηροὺς νά πονηρεύωνται, καὶ ἐθαύμασα πῶς τόσο γρήγορα κατώρθωσαν νά χάσουν τὸ φυσικὸ τους ἰδίωμα καὶ προτέρημα.

 Ὄσο εὔκολα ἀλλάζουν καὶ ξεπέφτουν οἱ εὐθεῖς, τόσο δύσκολα μποροῦν νά μεταβληθοῦν οἱ ἀντίθετοι, οἱ πονηροί. Πολλὲς φορὲς ἡ πραγματικὴ ξενιτεία καὶ ἡ ὑποταγὴ καὶ ἡ προφύλαξις τοῦ στόματος κατώρθωσαν πολλὰ καὶ ἐπέτυχαν παραδόξως νά μεταβάλουν καταστάσεις ἀθεράπευτες.

 Ἐὰν «ἡ γνῶσις φυσιοῖ» (Α΄ Κορ. η΄ 2) τοὺς περισσοτέρους, σκέψου μήπως τὸ νά εἶναι κάποιος ἀνίδεος καὶ ἀμαθὴς φέρνει κάποια σχετικὴ ταπείνωσι, ἂν καὶ ὑπάρχουν –σπάνιοι βεβαίως- καὶ αὐτοί πού ὑπερηφανεύονται γιά τὴν ἀμάθειά τους.

 Ζωντανὴ ἀπόδειξις καὶ ὑπόδειγμα τῆς μακαρίας ἁπλότητος ὑπῆρξε ὁ τρισμακάριος Παῦλος ὁ ἁπλούς . Κανεὶς δέν εἶδε πουθενὰ οὔτε ἄκουσε οὔτε πρόκειται νά ἰδῆ ποτὲ τόση πνευματικὴ πρόοδο σὲ τόσο σύντομο χρόνο.

 Ἀπονήρευτος ἄνθρωπος σημαίνει καθαρὰ φύσις τῆς ψυχῆς, ὅπως ἀκριβῶς ἐπλάσθη, ποὺ συνεργάζεται καὶ συνομιλεῖ εὔκολα μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

            Εὐθύτης σημαίνει ἀπερίεργη σκέψις, ἀνυπόκριτη συμπεριφορά, ὁμιλία φυσικὴ καὶ ἀνεπιτηδεύτη. Ὅπως ὀνομάζεται ὁ Θεὸς ἀγάπη, ἔτσι ὀνομάζεται καὶ εὐθύτης. Γι΄αὐτὸ καὶ ὁ σοφός, δηλαδὴ ὁ Σολομών, στό «Ἆσμα» λέγει στήν καθαρὰ καρδία: «Εὐθύτης ἠγάπησέ σε» (α΄ 4). Καθὼς ἐπίσης καὶ ὁ πατέρας του λέγει στούς «Ψαλμούς»: «Χρηστὸς καὶ εὐθὺς ὁ Κύριος» (κδ΄ 8). Λέγει ἀκόμη ὅτι σῴζονται οἱ συνώνυμοί Του: «Τοῦ σῴζοντος τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ» (ζ΄ 11). Λέγει ἐπίσης: «Εὐθύτητα ψυχῶν εἶδε καὶ ἐπεσκέψατο τὸ πρόσωπον αὐτοῦ» (πρβλ. ι΄ 7).

 Πονηρία σημαίνει μεταβολὴ τῆς εὐθύτητος, σκέψις πλάνης, ψεύδη πού λέγονται κατ΄ οἰκονομίαν, ὅρκοι πού ἐν μέρει ἀληθεύουν, λόγοι πού ἔχουν περιπλακῆ, καρδία ὁμοία μὲ τὸν βυθὸ τῆς θαλάσσης, ἄβυσσος δολιότητος, ψευδολογία πού μονιμοποιήθηκε, οἴησις πού κατήντησε φυσική, ἀντίπαλος τῆς ταπεινώσεως, ὑποκριτικὴ μετάνοια, ἀπομάκρυνσις τοῦ πένθους, ἐχθρὸς τῆς ἐξομολογήσεως, τακτικὴ ἐκείνων πού ἀκολουθοῦν τὴν γνώμη τους, πρόξενος ἠθικῶν πτώσεων, ἐμπόδιο στήν ἀνέγερσι τῶν πεσόντων, ἀντιμετώπισις τῶν ὕβρεων μὲ φαινομενικὸ χαμόγελο, σκυθρωπότης ἀνοήτη καὶ ἀφύσικη, εὐλάβεια ἐπίπλαστη, ζωὴ ὁμοία μὲ τῶν δαιμόνων.

 Ὁ πονηρὸς εἶναι συνόμιλος καὶ συνώνυμος τοῦ διαβόλου. Γι΄ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος μᾶς ἐδίδαξε ἔτσι νά τὸν ἀποκαλοῦμε -τὸν διάβολο- λέγοντας: «Ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ» (Ματθ. ς΄ 13).

 Ἡ πονηρία εἶναι μία ἐπιστήμη ἢ καλύτερα ἀσχημοσύνη τῶν δαιμόνων, ἡ ὁποία ἐνῶ εἶναι ἐστερημένη ἀπὸ ἀλήθεια, προσπαθεῖ νά τὸ κρύπτη καὶ νά ἐξαπατᾶ πολλούς.

 Ἡ ὑποκρισία εἶναι μία κατάστασις ὅπου τὸ σῶμα, οἱ ἐξωτερικὲς δηλαδὴ ἐκδηλώσεις, εὑρίσκεται σὲ ἀντίθεσι μὲ τὴν ψυχή. Εἶναι δὲ ἡ κατάστασις αὐτὴ περιπεπλεγμένη μὲ παντὸς εἴδους κακὲς σκέψεις καὶ ἐπινοήσεις.

 Ἂς φύγωμε λοιπὸν μακρυὰ ἀπὸ τὸν κρημνὸ τῆς ὑποκρισίας καὶ τὸν λάκκο τῆς ὑπουλότητος, ἀκούοντας τὰ λόγια τοῦ Ψαλμῳδοῦ: «Ὅτι οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται, καὶ ὡσεὶ χόρτος ταχὺ ἀποξηρανθήσονται, καὶ ὡσεὶ λάχανα χλόης ταχὺ ἀποπεσοῦνται» (Ψαλμ. λς΄ 2). Διότι οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι γίνονται βοσκὴ τῶν δαιμόνων.

 Δύσκολα θὰ εἰσέλθουν οἱ πλούσιοι στήν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁμοίως δύσκολα θὰ ἀποκτήσουν τὴν ἁπλότητα οἱ συνετοὶ ἀνόητοι, (αὐτοὶ δηλαδή πού ἐνῶ εἶναι ἀνόητοι παρουσιάζονται μὲ τὴν πονηρία τους ὡς συνετοί).

            Μία πτῶσις πολλὲς φορὲς ἐσωφρόνισε τοὺς κακοὺς καὶ πονηροὺς καὶ τοὺς ἐχάρισε χωρὶς νά τὸ θέλουν τὴν ἀκακία καὶ τὴν σωτηρία.

 Ἀγωνίζου νά θεωρεῖς πεπλανημένη τὴν λογικὴ σου καὶ τὴν κρίσι σου , καὶ ἔτσι θὰ εὕρης σωτηρία καὶ εὐθύτητα ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Ἀμήν.

Ὅποιος κατώρθωσε νά ἀνεβῆ ἕως ἐδῶ, ἂς ἔχει θάρρος, διότι μιμούμενος τὸν διδάσκαλον Χριστὸν ἐσώθηκε.

                                                                                                                      Ἱερά Μονή Παρακλήτου

footer
  • Τετάρτη
    16 Οκτωβρίου

    Λογγίνου Εκατοντάρχου, Λεοντίου, Δομετίου μαρτύρων


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ