ploigisi h3

bottom neo

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

(Ἡ κατ’ ἐξοχήν λατρεία τοῦ Θεοῦ)

(ὑπό π. Κ.Φ.)

Γενικά

    Ἡ λατρεία εἶναι μιά ἐκφραστικότητα τοῦ ἀνθρώπου πού ἔχει μιά δυσκολία στήν προσέγγισή της. Καί αὐτό γιατί δέν ἐκδηλώνεται λογικά μά καρδιακά. Χρησιμοποιεῖ τή γλώσσα πότε σάν πεζό λόγο, πότε σάν τραγούδι, καί τελικά σάν πράξη γιά νά δείξει τό μέγεθος τῆς ἀγάπης του, ὥστε νά ἐκφράσει αὐτό πού φυλάσσεται στής καρδιάς τά κατάβαθα. Παράδειγμα ὁ ἐρωτευμένος· λατρεύει τό πρόσωπο πού ἀγαπάει. Κάποιο σέ μοναδικότητα ἐρέθισμα τοῦ ἔχει κεντήσει τήν καρδιά καί ὕστερα μέ μύριους τρόπους προσπαθεῖ νά τό ἐκδηλώσει, εἴτε μέ λόγια εἴτε μέ τραγούδια, καί τελικά μέ πράξεις.

    Μιά ἔκφραση λατρείας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι καί ἐκείνη πρός τό Δημιουργό Θεό του. Μόνος ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τήν ἀγάπη πρός τό Θεό καί τήν ἐκφράζει παντοιότροπα.

    Ἡ λατρεία εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχήν τρόπος πού τήν ἐκδηλώνει τήν ἀγάπη πρός τό Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Μιά ἀπό τίς ἐκφάνσεις τῆς λατρείας εἶναι ἡ προσευχή, μέσα ἀπό τήν ὁποία διεξάγεται ἡ συνομιλία τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος σημειώνει, πώς ἡ προσευχή εἶναι, «ὁ φωτισμός τῆς ψυχῆς. Ἡ ἀληθινή ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ. Ὁ μεσίτης μεταξύ Θεοῦ. Ὁ ἰατρός τῶν παθῶν. Τό φάρμακο τῶν ἀσθενειῶν. Ἡ γαλήνη τῆς ψυχῆς. Ὁ ὁδηγός πού φέρνει στόν Οὐρανό. Καί γι’ αὐτό λέμε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ὅτι ἡ προσευχή ἀνοίγει τίς πύλες τοῦ Οὐρανοῦ, ξεπερνάει τούς Ἀγγέλους, ὑπερβαίνει τούς Θρόνους καί τίς Κυριότητες, διαβαίνει τά Χερουβείμ (1), καί ἀφοῦ ἔλθει πάνω ἀπό τή κτίση ἔρχεται στό θρόνο τῆς Ἀκατάληπτης σέ κατάληψη Ἁγίας Τριάδος». Ἐκεῖ, ὄχι τοπικά (οὐ τόπος) ἀλλά τροπικά προσκυνεῖ τή θεία Μεγαλωσύνη, καί ἀξιώνεται νά γίνει συνομιλητής τοῦ Θεοῦ.

    Μέ τήν προσευχή, σημειώνει πάλι ὁ ἐραστής τῆς προσευχῆς, ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «ἡ ψυχή πού ἀνυψώθηκε στούς οὐρανούς ἐναγκαλίζεται τόν Κύριο μέ τρόπο ἀνέκφραστο καί πάντοτε ἐπιθυμεῖ νά ἀπολαύσει τοῦ θεϊκοῦ γάλακτος, ὅπως ἀκριβῶς ὅταν τό νήπιο ἀναγκαλίζεται τήν μητέρα του». Τελικά ἡ προσευχή εἶναι πόθος πρός τό Θεό καί ἀγάπη πού λογικά δέν κατανοεῖται.

    Γιά νά λατρεύουμε ὅμως τό Θεό εἶναι ἀνάγκη νά τόν ἀγαπήσουμε. Ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Θεό ἀνοίγει τό δρόμο γιά προσευχηθοῦμε. Ἕνας ἄλλος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής σημειώνει, ὅτι: «ὅποιος ἀγαπᾶ ἀληθινά τόν Θεό αὐτός προσεύχεται δίχως περισπασμό». Ἀξιοσημείωτο καί τοῦτο πού σημειώνει ἡ πεῖρα τῶν ἁγίων πού ἡ προσευχή στάθηκε ἡ πνοή τῆς ζωῆς τους, «ὅτι ὅποιος προσεύχεται ἀληθινά, ὅποιος ἀπομάκρυνε ἀπό τήν καρδιά του κάθε κακία, αὐτός εἶναι  πληγωμένος ἀγιάτρευτα ἀπό τόν θεϊκό ἔρωτα».

    Ὅταν ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου εἶναι στραμμένη πρός τόν Θεό καί νοιώθει τήν ἕλξη πρός τό θεῖο Πρόσωπο, τότε ἀσφαλῶς λατρεύει «ὅν ἠγάπησεν ἡ ψυχή του». Αὐτή ἡ ἑλκυστική δύναμη ὁδηγεῖ στή λατρεία τοῦ προσώπου πού ἡ καρδιά μας ἀγαπᾶ. Ὁ ἄνθρωπος νοώθει βαθειά τήν ἕλξη πρός τόν Θεό καί τήν ἐκφράζει μέ πολλούς τρόπους. Οἱ τρόποι αὐτοί συνιστοῦν τή λατρεία τοῦ Θεοῦ.                                                 

    Ἡ λατρεία εἶναι φαινόμενο καθολικό καί πανανθρώπινο καί ἀποτελεῖ τό κέντρο κάθε θρησκείας. Κάθε θρησκεία ἔχει τή δική της λατρευτική πράξη (λατρευτικό τυπικό). Μέσα ἀπ’ αὐτές τίς «τυπικές διατάξεις» πιστεύεται, ὅτι πραγματοποιεῖται ἡ συνάντηση τοῦ λατρεύοντος, μέ τό λατρευόμενο ἀντικείμενο. Ἡ λατρεία ἀποβαίνει τότε σάν ἐξωτερίκευση τῆς πίστεως πρός τό  θεῖο, προκειμένου νά ἐπιτευχθεῖ ἡ συνάντηση  καί ἡ αἰσθητή κοινωνία μαζί του.

    Ἡ λέξη λατρεία προέρχεται ἀπό τήν λέξη «λάτρον», πού θά πεῖ πληρωμή, μισθός, σημαίνει ἀκόμη τήν ὑπηρεσία, τήν ἀφοσίωση, ἀλλά καί τήν τιμή σ’ ἕνα πρόσωπο ἤ θεσμό. Στή θρησκευτική γλώσσα ἡ «λατρεία» σημαίνει ὅλες ἐκεῖνες τίς αἰσθητές φανερώσεις τῆς εὐλαβείας τῶν ἀνθρώπων πού πιστεύουν καί ἀπευθύνονται μέσω αὐτῶν στό Θεό.

      Ἡ ἐξωτερίκευση τῆς λατρείας γίνεται μέ τήν προσευχετική στάση πρός τό θεῖον καί σ’ ἐμᾶς τούς χριστιανούς ἡ στάση αὐτή τῆς προσευχῆς διακρίνεται μέ δυό τρόπους, αὐτή πού λέμε ἀτομική προσευχή, καί τήν τήν ὁμαδική ἤ καλύτερα τήν ἐν συνάξει εὐχαριστίας προσευχή. Ἡ ὁμαδική προσευχή ἐκδηλώνεται φυσικά ἀπό καρδίας, ἀλλά καί μέσα ἀπό μιά σειρά ἐξωτερικῶν μέσων, ὀργανωμένων καί ἀνεπτυγμένων σ’ ἕνα σύνολο.

    Ἡ προσευχή ἔχει σάν προϋπόθεση τήν πίστη. Ἡ πίστη μέ τή σειρά της εἶναι γεγονός ἐμπιστοσύνης καί ἐμπειρία σχέσεως. Ἡ πίστη καί μάλιστα ἡ χριστιανική θέλει τόν ἄνθρωπο νά ζεῖ μέ μιά προσωπική σχέση μέ τόν Προσωπικό, τόν καί ἐν Τριάδι Θεό. Ὁ ἄνθρωπος πιστεύει στό Θεό ὄχι γιατί κάποια κοσμική ἀρχή ἤ κάποιος θεσμός τό ὑπαγορεύει. Πιστεύει στό Θεό ἐπειδή ἡ ἴδια ἡ ἐνθέωση τῶν πάντων καί πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ προσωπική Του ὕπαρξη γεννάει τήν ἐμπιστοσύνη. Τά ἔργα καί οἱ ἐνέργειές Του μέσα στήν σύνολη Δημιουργία δημιουργοῦν τίς προϋποθέσεις νά ζητάει ὁ κάθε ἄνθρωπος νά δημιουργεῖ σχέση μαζί Του. Στό Θεό φτάνουμε μέσα ἀπό ἕνα τρόπο ζωῆς, καί ὄχι μέσα ἀπό κάποιο τρόπο σκέψεως. Ὁ τρόπος ζωῆς μεταμορφώνει τήν πίστη σέ ἄμεση βεβαιότητα καί αὐτή ἡ κατάσταση φέρνει τήν παράδοση τοῦ ἑαυτοῦ μας στήν ἀγάπη Του. Τότε καί ἡ πίστη γίνεται μιά δυναμική μεταμορφώσεων «ἀπό δόξης εἰς δόξαν», ἀδιάκοπη ἔκπληξη ἀποκαλύψεων, πού καταργεῖ χρόνο καί ἀπόσταση καί  (Β’ Κορ. 3, 18) φέρνει τήν ἐγγύτητα τῆς συγγενείας μας μέ τό Θεό.

    Ἡ ἱστορική θεία Ἀποκάλυψη διαφοροποιεῖ ριζικά καί ἀπολυτα τόν χριστιανισμό ἀπό κάθε ἄλλο θρησκευτικό κατασκεύασμα καί δημιουργεῖ μέσα στό χῶρο καί χρόνο τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό θεαν-θρώπινο  Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πέρα ἀπ’ τήν ὑπέρ-χρονη καί αἰώνια διάστασή της, σάν γεγονός πού ἐνεργεῖται στό χρόνο ἔχει σκοπό τή «συναγωγήν τῶν διεσκορπισμένων τέκνων τοῦ Θεοῦ εἰς ἕν» γιά τήν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ λατρείαν τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ». Ὅμως καί ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τίς σχηματοποιήσεις της. Ἀπαιτεῖται ἡ χρήση ὁρισμένου τόπου, χρόνου, λόγου, χρησιμοποιοῦνται. πράξεις καί σύμβολα καί τυπικές διατάξεις, μιά καί κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο «πάνταεὐσχημόνως καί κατά τάξιν γινέσθω» (Α’ Κορ. 14, 40)  πού δείχνουν τήν εὐπρέπειαν τῆς λατρείας πρός τόν Θεό. Ἐξάλλουυ ἡ ἴδια ἡ αἰσθητή καί πνευματο-υλική ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπαιτεῖ καί τό ἐπιβάλλει προκειμένου νά ἐκφράσει τήν ἀληθινή ὄψη τῆς λατρείας καί τήν εὐκολία στή μετάδοση καί κοινωνία τοῦ πιστοῦ μέ τόν Κύριο.

    Ὑπάρχουν τύποι καί σύμβολα πού ἡ Ἐκκλησία παρέλαβε ἀπό τούς Ἀποστόλους, πού καί ἐκεῖνοι μέ τή σειρά τους παρέλαβαν ἀπό τόν Κύριο, ἄλλους καθιέρωσαν οἱ ἴδιοι. Ὑπάρχουν δηλαδή τύποι καί συμβολισμοί πού ἔχουν μιά ἀμεσότητα μέ τήν οὐσία πού ἐκφράζουν, ὥστε τυχόν ἀλλαγή τους νά ἐπηρεάζει καί νά ἀλλάζει τό βάθος τῆς λατρείας ἄν λ.χ. στή θεία Εὐχαριστία, πού εἶναι ἡ καρδιά καί τό κέντρο τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλάξει ὁ τύπος πού εἶναι ὁ «ἄρτος»  καί ὁ «οἶνος» μεταβάλλεται ἄρδην ἡ οὐσία πού ἐκφράζει καί ὅλα γίνονται ἄσχετα μέ τή ζωή καί τήν ἐλπίδα τοῦ ἀνθρώπου.

(συνεχίζεται)

    ____________

(1)   Τά τάγματα τῶν Ἀγγελικῶν δυνάμεων εἶναι ἐννέα, καί ταξινομοῦνται σέ τρεῖς τρίχορες ἱεραρχίες ἤ ταξιαρχίες, μέ τήν ἀκόλουθη σειρά: α) Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι, β) Κυριότητες, Δυνάμεις, Ἐξουσίες, καί γ) Ἀρχές, Ἀρχάγγελοι, Ἄγγελοι.

footer
  • Τετάρτη
    24 Ιουλίου

    Χριστίνης μεγαλομάρτυρος, Αθανασίου και Θεοφίλου, Καπίτωνος και Υμεναίου


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ