ploigisi h3

bottom neo

Ὁμιλία εἰς τὸν Τίμιο καὶ Ζωοποιὸ Σταυρὸ

Ἅγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

Stavroproskiniseos ἴδιος ὁ Κύριος, γιὰ τὸν ὁποῖο καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα, δὲν ἔλεγε πρὶν ἀπὸ τὸν Σταυρό, «ὅποιος δὲν παίρνει τὸν σταυρό του γιὰ νὰ μὲ ἀκολουθήση, δὲν εἶναι ἄξιός μου» (Μάτθ. 10, 38); Βλέπετε ὅτι καὶ πρὶν ἐμπηχθῆ, ὁ Σταυρὸς ἦταν ποῦ ἔσωζε; Ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ Κύριος προέλεγε καθαρὰ στοὺς μαθητᾶς τὸ πάθος Του καὶ τὸν θάνατο διὰ τοῦ Σταυροῦ, ὁ δὲ Πέτρος μὴ ὑποφέροντας νὰ τ' ἀκούση καὶ γνωρίζοντας ὅτι αὐτὸς ἔχει ἐξουσία τὸν παρακαλοῦσε, «ἔλεος σ' ἐσένα, Κύριε, δὲν θὰ σοὺ συμβῆ τοῦτο» (Μάτθ. 16, 22), αὐτὸν μὲν ὁ Κύριος τὸν ἐπετίμησε, διότι στὸ θέμα τοῦτο συλλογιζόταν ἀνθρωπίνως καὶ ὄχι θείως• ἀφοῦ δὲ προσκάλεσε τὸν ὄχλο μαζὶ μὲ τοὺς μαθητᾶς τοῦ τοὺς εἶπε• «ὅποιος θέλει νὰ ἔλθη ὀπίσω μου, ἂς ἀπαρνηθῆ τὸν ἑαυτό του, ἂς σήκωση τὸν σταυρό του καὶ ἂς μὲ ἀκολουθήση• διότι ὅποιος θέλει νὰ σώση τὴν ψυχή του, θὰ τὴν χάση, ὅποιος δὲ χάση τὴν ψυχὴ ἐξ αἰτίας ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, αὐτὸς θὰ τὴν σώση» (Μάτθ. 16, 25).

Προσκαλεῖ βέβαια καὶ τὸν ὄχλο μαζὶ μὲ τοὺς μαθητᾶς καὶ τότε διαμαρτύρεται καὶ παραγγέλλει αὐτὰ τὰ μεγάλα καὶ ὑπερφυὴ φρονήματα, τὰ πραγματικὰ ὄχι ἀνθρώπινα ἀλλὰ θεία, γιὰ νὰ δείξη ὄτι δέν ἀπαιτεῖ αὐτὲς τὶς προσπάθειες μόνο ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοὺς μαθητᾶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο ποὺ πιστεύει σ' αὐτόν. Ν' ἀκολουθῆ τὸν Χριστὸ σημαίνει να ζῆ κατὰ τὸ εὐαγγέλιο του παρουσιάζοντας κάθε ἀρετὴ καὶ εὐσέβεια. Ν' ἀπαρνῆται τὸν ἑαυτὸ τοῦ αὐτὸς ποὺ θέλει ν' ἀκολουθήση καὶ νὰ σηκώνη τὸν σταυρό του, σημαίνει νὰ μὴ λυπῆται τὸν ἑαυτὸ του ὅταν τὸ ἀπαιτῆ ὁ καιρός, ἀλλά να εἶναι ἕτοιμος γιὰ τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἀληθείας τῶν θείων δογμάτων. Τοῦτο δέ, τὸ ν' ἀρνηθῆ κανεὶς τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ παραδοθῆ σ' ἔσχατη ἀτιμία καὶ θάνατο, ἂν καὶ εἶναι μέγα καὶ ὑπερφυές, δὲν εἶναι παράλογο• διότι οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς δὲν θὰ ἐδέχονταν ποτέ, ὅταν μάλιστα μεταβαίνουν σὲ πόλεμο, νὰ τοὺς ἀκολουθήσουν ἄνθρωποι ποὺ δὲν εἶναι ἕτοιμοι νὰ πεθάνουν γι' αὐτούς. Ποῦ λοιπὸν εἶναι τὸ ἀξιοθαύμαστο, ἐὰν καὶ ὁ βασιλεὺς τῶν οὐρανῶν, ἀφοῦ ἐπεδήμησε στὴ γῆ κατὰ τὴν ἐπαγγελία του, τέτοιους ἀκολούθους ζητεῖ πρὸς ἀντιμετώπισι τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ του γένους; Ἀλλὰ οἱ μὲν βασιλεῖς τῆς γὴς δὲν μποροῦν νὰ ἀναζωώσουν τοὺς φονευθέντας στὸν πόλεμο οὔτε ν' ἀνταποδώσουν κάτι ταιριαστὸ στοὺς πρωταγωνιστᾶς ἀπὸ αὐτούς• τί θὰ μποροῦσε τάχα νὰ λάβη ἀπὸ αὐτοὺς κάποιος ποῦ δὲν ζῆ πλέον; Ἀλλὰ καὶ γι' αὐτούς, ἂν ὁ θάνατος εἶναι ὑπὲρ εὐσεβῶν, ἡ ἐλπὶς εἶναι στὸν Κύριο• ἔτσι δε ο Κύριος ἀνταποδίδει ζωὴ αἰώνια σ' αὐτοὺς ποὺ ἐπρωτοστάτησαν στὸ νὰ τὸν ἀκολουθοῦν.

Καὶ οἱ μὲν βασιλεῖς τῆς γὴς ζητοῦν ἀπὸ τοὺς ἀκολούθους των νὰ εἶναι ἕτοιμοι πρὸς θάνατο, ὁ δὲ Κύριος τόν μὲν ἑαυτὸ Του ἔδωσε σὲ θάνατο ὑπὲρ ἠμῶν, σ' ἐμᾶς δὲ παραγγέλλει νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι γιὰ θάνατο ὄχι ὑπὲρ αὐτοῦ ἀλλὰ ὑπὲρ ἠμῶν τῶν ἰδίων. Καὶ δεικνύοντας τοῦτο, ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ὑπὲρ τῶν ἑαυτῶν μας, προσθέτει, «ὅποιος θέλει νὰ σώση τὴν ψυχή του θὰ τὴν χάση καὶ ὅποιος τὴν χάση ἐξ αἰτίας ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, αὐτὸς θὰ τὴν σώση» (Μάρκ. 8, 35). Τί σημαίνει τοῦτο, ὅποιος θέλη νὰ τὴν σώση, θὰ τὴν χάση, καὶ ὅποιος θὰ τὴν χάση, θὰ τὴν σώση; Διπλός εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἐκτός, δηλαδὴ τὸ σῶμα, καὶ ὁ ἐντός μας, δηλαδὴ ἡ ψυχή. Ὅταν λοιπὸν ὁ ἐκτὸς ἀπὸ ἐμᾶς ἄνθρωπος παραδώση τὸν ἑαυτό του στὸν θάνατο, χάνει τὴν ψυχή του ποὺ χωρίζεται ἀπὸ αὐτόν• αὐτὸς λοιπὸν ποὺ τὴν ἔχασε ἔτσι ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, πραγματικὰ θὰ τὴν σώση καὶ θὰ τὴν κερδίση, προξενώντας σ' αὐτὴν ζωὴ οὐράνια καὶ αἰώνια καὶ παραλαμβάνοντάς την κατὰ τὴν Ἀνάστασι σ' αὐτὴν τὴν κατάστασι, ἐνῶ δὶ' αὐτῆς θὰ φανῆ καὶ αὐτὸς οὐράνιος καὶ αἰώνιος, ἀκόμη καὶ στὸ σῶμα. Ὁ φιλόζωος ὅμως ποὺ δὲν εἶναι ἔτσι ἕτοιμος νὰ χάση τὴ ζωή, διότι ἀγαπᾶ τὸν πρόσκαιρο τοῦτον αἰώνα καὶ τὰ πράγματα τοῦ αἰῶνος τούτου, θὰ ζημιώση τὴν ψυχὴ τοῦ στερώντας τὴν τὴν πραγματικὴ ζωὴ καὶ θὰ τὴν χάση, παραδίδοντας τὴν, ἀλλοίμονο, στὴν αἰώνια κόλασι μαζί του. Αὐτὸν θρηνώντας κατὰ κάποιον τρόπο καὶ ὁ πανοικτίρμων Δεσπότης καὶ δεικνύοντας τὸ μέγεθος τοῦ δεινοῦ, λέγει,«τί θὰ ὠφελήση τὸν ἄνθρωπο, ἂν κερδίση ὅλον τὸν κόσμο, ἀλλὰ χάση τὴν ψυχή του; Ἢ τί μπορεῖ νὰ δώση ὁ ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα γιὰ τὴν ψυχή του;» (Μάρκ. 8, 36). Διότι δὲν πρόκειται νὰ κατεβῆ μαζί του ἡ δόξα του οὔτε τίποτε ἄλλο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ φαίνονται πολύτιμα καὶ τερπνὰ στὸν αἰώνα τοῦτο, τὰ ὁποία προέκρινε ἀπὸ τὸν σωτηριώδη θάνατο. Τί δὲ μεταξὺ αὐτῶν θὰ μποροῦσε νὰ εὑρεθῆ ἀντάλλαγμα τῆς λογικῆς ψυχῆς, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι ἰσάξιος ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος;


Ἐὰν λοιπὸν καὶ τὸν κόσμο ὅλον ἠμποροῦσε νὰ κερδίση ἕνας ἄνθρωπος, ἀδελφοί, τοῦτο δὲν θὰ πρόσφερε σ' αὐτὸν κανένα ὄφελος, ἐφ' ὅσον θὰ ἔχανε τὴν ψυχή του• πόσο εἶναι τὸ κακό, ἀφοῦ ὁ καθένας μόνο ἐλάχιστο πολλοστημόριο ἀπ' αὐτὸν τὸν κόσμο μπορεῖ ν' ἀποκτήση, ἂν μὲ τὴν προσπάθεια γιὰ τὸ ἐλάχιστο τοῦτο χάση τὴν ψυχή του, μὴ ἐπιθυμώντας νὰ σήκωση τὸν τύπο καὶ τὸ λόγο τοῦ Σταυροῦ καὶ ν' ἀκολουθήση τὸν δοτήρα τῆς ζωῆς; Διότι σταυρὸς εἶναι καὶ ὁ προσκυνητὸς τύπος καὶ ὁ λόγος τοῦ τύπου τούτου.

Ἀλλ' ἐπειδὴ προηγήθηκε ὁ λόγος καὶ τὸ μυστήριο αὐτοῦ του τύπου, κι' ἐμεῖς σήμερα θὰ ἐξηγήσωμε τοῦτο προηγουμένως πρὸς τὴν ἀγάπη σας. Μᾶλλον δὲ πρὶν ἀπὸ μᾶς ἐξήγησε καὶ τοῦτο ὁ Παῦλος• ὁ Παῦλος ποὺ καυχᾶται στὸν Σταυρό, ποὺ φρονεῖ ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε ἕκτος ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ, κι' αὐτὸν ἐσταυρωμένον. Τί λέγει λοιπὸν ἐκεῖνος; Σταυρός εἶναι τὸ νὰ σταυρώσωμε τὴν σάρκα μαζὶ μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες (Γάλ. 5, 24). Νομίζετε ὅτι εἶπε τοῦτο μόνο γιὰ την τρυφὴ καὶ τα υπογάστρια; Πῶς τότε γράφει στοὺς Κορινθίους ὅτι, «ἐπειδὴ ὑπάρχουν ἔριδες ἀνάμεσά σας, εἶσθε ἀκόμη σαρκικοὶ καὶ περιπατεῖτε κατὰ τὸ ἀνθρώπινο φρόνημα» (Ἃ’ Κόρ. 3, 3); Ὥστε καὶ αὐτὸς ποὺ ἀγαπά δοξα η χρηματα, ἢ ἀπλώς θελει νὰ ἐπιβάλη τὸ θέλημα τοὺ καὶ προσπαθεῖ ἔτσι νὰ νικήση, εἶναι σαρκικὸς καὶ περιπατεῖ κατὰ τὴν σάρκα. Γι' αὐτὰ ἀκριβῶς δημιουργοῦνται καὶ οἱ ἔριδες, ὅπως λέγει καὶ ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος• «ἀπὸ ποῦ προέρχονται οἱ μεταξὺ σας πόλεμοι καὶ μάχες; Δὲν προέρχονται ἀπὸ ἐδῶ, δηλαδὴ ἀπὸ τὶς ἡδονές σας ποῦ ἀγωνίζονται μέσα στὰ μέλη σας; Ἀγωνίζεσθε ἀλλὰ δὲν μπορεῖτε νὰ ἐπιτύχετε, μάχεσθε καὶ πολεμεῖτε» (Ἰακ. 4, 1). Τοῦτο λοιπὸν εἶναι τὸ νὰ σταυρώση τὴν σάρκα μαζὶ μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες, το να καταστῆ ὁ ἄνθρωπος ἀδρανὴς πρὸς κάθε τί ποὺ ἀπαρέσκει στὸν Θεό. Ἐὰν δὲ καὶ τὸ σῶμα τὸν ταλαιπωρὴ καὶ τὸν στενοχωρή, πρέπει ὁ καθένας νὰ τὸ ἀνεβάζει ἐναγωνίως πρὸς τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ. Τί θέλω νὰ εἰπῶ; Ὁ Κύριος, ὅταν ἦλθε ἐπὶ τῆς γής, ἔζησε βιον ακτημονα, καὶ δὲν ἔζησε μόνο, ἀλλὰ καὶ ἐκήρυξε λέγοντας, «ὅποιος δὲν ἀποτάσσεται ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου» (Λουκᾶ 14. 33).

Ἀλλὰ κανείς, παρακαλῶ, ἀδελφοί, ἂς μὴ δυσανασχετῆ, ὅταν ἀκούη ποὺ διακηρύσσομε ἀνόθευτο τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸ καὶ εὐάρεστο καὶ τέλειο, μήτε νὰ δυσαρεστηθῆ νομίζοντας δυσκολοκατόρθωτα τὰ παραγγέλματα• ἀλλὰ πρῶτο μὲν νὰ ἀντιλαμβάνεται ἐκεῖνο, ὅτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι βιαστὴ καὶ βιασταὶ τὴν ἁρπάζουν, καὶ ν' ἀκούη τὸν κορυφαῖο τῶν Ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ Πέτρο, ὅτι «ὁ Χριστὸς ἔπαθε γιὰ χάρι μας, ἀφήνοντας σ' ἐμᾶς ὑπογραμμό, γιὰ ν' ἀκολουθήσωμε τὰ ἴχνη του» (Ἃ' Πέτρ. 2, 21). Ἔπειτα νὰ συλλογίζεται ἐπίσης καὶ τοῦτο, ὅτι ὁ καθένας, ἀφοῦ κατανοήση ἀληθινὰ πόσα ὀφείλει στὸν Δεσπότη, ὅταν δὲν μπορῆ ν' ἀνταποδώση τὸ πᾶν, τὸ ἕνα μέρος νὰ τὸ προσφέρη μὲ μετριοφροσύνη, ὅσο μπορεῖ καὶ προαιρεῖται, ὡς πρὸς δε το μέρος πάλι ποὺ ἐλλείπει νὰ ταπεινώνεται εμπρός του καὶ ἑλκύοντας τὴν συμπάθεια διὰ τῆς ταπεινώσεως αὐτοῦ του εἴδους ἀναπληρώνει τὴν ἔλλειψι. Ἐὰν λοιπὸν κανεὶς βλέπη τὸν λογισμό του νὰ ὀρέγεται πλοῦτο καὶ πολυκτημοσύνη, ἂς γνωρίζη ὄτι ο λογισμὸς αὐτὸς εἶναι σαρκικός, καὶ γι' αὐτὸ κινεῖται ἔτσι• ἀντιθέτως ο προσηλωμένος στὸν Σταυρὸ δὲν μπορεῖ νὰ κινῆται πρὸς κάτι τέτοιο. Εἶναι γι' αὐτὸ ἀνάγκη νὰ τὸν ἀνεβάσωμε τὸν λογισμὸ στὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ, γιὰ νὰ μὴ ρίψη ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτὸ τοῦ κάτω καὶ χωρισθῆ ἀπὸ τὸν σταυρωθέντα σ' αὐτὸν Χριστό.

Πῶς λοιπὸν θ' ἀρχίση νὰ τὸν ἀνεβάζη στὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ; Ελπίζοντας στὸν Χριστό, τὸν χορηγὸ καὶ τροφέα τοῦ σύμπαντος, ἂς ἀπόσχη ἀπὸ κάθε πόρο ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἀδικία, τὸ δὲ εἰσόδημα ποὺ ἔχει ἀπὸ δίκαιο πορισμό, χωρὶς νὰ προσκολλᾶται πολὺ οὔτε σ' αὐτό, ἂς τὸ χρησιμοποιῆ καλά, καθιστώντας ὅσο εἶναι δυνατὸ κοινωνοὺς σ' αὐτὸ τοὺς πτωχούς. Η ἐντολὴ διατάσσει ν' ἀρνῆται κανεὶς τὸ σῶμα καὶ νὰ σηκώνη τὸν σταυρό του• καὶ τὸ ἔχουν μὲν το σώμα οι φίλοι του Θεοῦ καὶ ζῶντες κατὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἂν δὲν εἶναι πολὺ προσδεδεμένοι σ' αὐτό, τὸ χρησιμοποιοῦν ὠς συνεργὸ στὰ ἀναγκαῖα, ἂν δὲ τὸ καλέση ὁ καιρός, εἶναι ἕτοιμοι νὰ τὸ προδώσουν καὶ αὐτό. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τα σωματικὰ κτήματα καὶ μέσα• ἐνεργώντας κανεὶς κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ἂν δὲν μπορῆ νὰ κάμη τίποτε μεγαλύτερο, καλῶς καὶ θεαρέστως πράττει. Βλέπει κανεὶς πάλι μέσα του νὰ κινῆται βιαιότερα ο λογισμὸς τῆς πορνείας; Αὐτὸς ἂς γνωρίζη ὅτι δὲν ἔχει ἀκόμη σταυρώσει τὸν ἑαυτό του. Πώς λοιπὸν θὰ τὸν σταυρώση; Ἂς ἀποφεύγη τὶς περίεργες θέες τῶν γυναικών, καθὼς καὶ τὶς ἀταίριαστες πρὸς αὐτὲς συνήθειες καὶ τὶς ἄκαιρες συνομιλίες, ἂς μειώνη τὶς τροφὲς ποὺ ἐνισχύουν τὸ πάθος, ἂς ἀπέχη ἀπὸ τὴν πολυποσία, ἀπὸ τὴν οἰνοφλυγία, τὴν ἀδηφαγία, τὴν πολυϋπνία• ἂς ἀναμιγνύη τὴν ταπεινοφροσύνη μὲ αὐτὴν τὴν ἀποχὴ τῶν παθῶν, ἐπικαλούμενος μὲ συντριβὴ καρδίας τὸν Θεὸ κατὰ τοῦ πάθους• τότε θὰ εἰπῆ καὶ αὐτός, «εἶδα τὸν ἀσεβῆ νὰ ὑπερυψώνεται καὶ ν’ ἀνεβαίνη σὰν οἱ κέδροι τοῦ Λιβάνου, καὶ προσπέρασα διὰ τῆς ἐγκρατείας, καὶ δὲν ἦταν ἐκεῖ, καὶ τὸν ἀνεζήτησα διὰ τῆς προσευχῆς μὲ ταπείνωσι, καὶ δὲν εὑρέθηκε σὲ μένα ὁ τόπος του» (Ψάλμ. 36, 35 ἐ. ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοσις).
Τέτοιος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ, ὡς τέτοιος δέ, ὄχι μόνο στοὺς προφῆτες πρὶν συντελεσθῆ, ἀλλὰ καὶ τώρα μετὰ τὴν τέλεσί του, εἴναι μυστηριο μέγα και πραγματικὰ θεῖο. Πῶς; Διότι φαινομενικως μὲν παρουσιάζεται νὰ προξενῆ ἀτίμωσι στὸν ἑαυτὸ τοῦ αὐτὸς ποὺ ἐξευτελίζει τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν ταπεινώνει σὲ ὅλα, καὶ πόνο καὶ ὀδύνη αὐτὸς ποὺ ἀποφεύγει τὶς σωματικὲς ἡδονές, καὶ αὐτὸς ποὺ δίδει τὰ ὑπάρχοντα καθίσταται αἴτιος πτωχείας στὸν ἑαυτό του• ἀλλὰ διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ αὐτὴ ἡ πτωχεία καὶ ἡ ὀδύνη καὶ ἡ ἀτιμία γέννα δόξα αἰώνια καὶ ἡδονὴ ἀνέκφραστη καὶ πλοῦτο ἀνεξάντλητο, τόσο στὸν παρόντα ὅσο καὶ στὸν μέλλοντα ἐκεῖνον κόσμο. Εκείνους δὲ ποὺ δὲν πιστεύουν σ' αὐτὸν καὶ δὲν ἐπιδεικνύουν δὶ' ἔργων τὴν πίστι ὁ Παῦλος τοὺς τοποθετεῖ δίπλα στοὺς ἀφανιζομένους, καὶ σ' αὐτοὺς τοὺς εἰδωλολάτρες μάλιστα. Διότι λέγει, «κηρύσσομε Χριστὸν ἐσταυρωμένο, ποὺ εἶναι στοὺς Ἰουδαίους μὲν σκάνδαλο λόγω τῆς ἀπιστίας τῶν πρὸς τὸ σωτηριῶδες πάθος, στοὺς Ἕλληνες δὲ μωρία, διότι δὲν προτιμοῦν τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα λόγω τῆς ἀπιστίας πρὸς τὶς θεῖες ἐπαγγελίες ὁπωσδήποτε• σ' ἐμᾶς δὲ τοὺς προσκεκλημένους Θεοῦ δύναμις καὶ Θεοῦ σοφία» (Ἃ’ Κόρ. 1, 23).

Τοῦτο λοιπὸν εἶναι ἡ σοφία καὶ δύναμις τοῦ Θεοῦ, τὸ νὰ νικήση δὶ' ἀσθενείας, τὸ νὰ ὑψωθῆ διὰ ταπεινώσεως, τὸ νὰ πλουτήση διὰ πτώχειας.Ὄχι μόνο δὲ ὁ λόγος καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ τύπος εἶναι θεῖος καὶ προσκυνητός, διότι εἶναι σφραγὶς ἱερά, σωστικὴ καὶ σεβαστή, ἁγιαστικὴ καὶ τελεστικὴ τῶν ὑπερφυῶν καὶ ἀπορρήτων ἀγαθῶν ποὺ ἐνεργήθηκαν στὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν Θεό, ἀναιρετικὴ κατάρας καὶ καταδίκης, καθαιρετικῆ φθορᾶς καὶ θανάτου, παρεκτικῆ ἀϊδίου ζωῆς καὶ εὐλογίας, σωτηριῶδες ξύλο, βασιλικὸ σκῆπτρο, θεῖο τρόπαιο κατὰ ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν, ἔστω καὶ ἂν οἱ ὀπαδοὶ τῶν αἱρετικῶν φρενοβλαβῶς δυσαρεστοῦνται. Αὐτοὶ οἱ τελευταῖοι δὲν ἐπέτυχαν τὴν ἀποστολικὴ εὐχή, ὥστε νὰ κατορθώσουν νὰ καταλάβουν μαζὶ μὲ ὅλους τους ἁγίους, τί εἶναι τὸ πλάτος καὶ τὸ μῆκος, τὸ ὕψος καὶ τὸ βάθος• ὅτι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου παριστάνει ὅλη τὴν οἰκονομία τῆς σαρκικῆς παρουσίας καὶ περικλείει ὅλο τὸ κατ’ αὐτὴν μυστήριο, ἐκτείνεται πρὸς ὅλα τὰ πέρατα καὶ περιλαμβάνει ὅλα, τὰ ἄνω, τὰ κάτω, τὰ γύρω, τὰ ἐνδιάμεσα. Προβάλλοντας δὲ κάποια πρόφασι, γιὰ τὴν ὁποία ἔπρεπε κι' αὐτοί, ἂν εἶχαν νοῦ, νὰ τὸν προσκυνοῦν μαζί μας, ἀποτροπιάζονται τὸ σύμβολο τοῦ βασιλέως τῆς δόξης, τὸ ὁποῖο κι' ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὀνομάζει φανερῶς ὕψος καὶ δόξα του, ὅταν ἐπρόκειτο ν' ἀνεβῆ σ' αὐτό• κατὰ τὴν μέλλουσα δὲ παρουσία κι' ἐπιφάνειά του προαναγγέλλει ὅτι θὰ ἔλθη τὸ σημεῖο τούτου τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου μὲ πολλὴ δύναμι καὶ δόξα.

Ἀλλά, λέγουν• σ' αὐτὸ προσηλωμένος ἐπέθανε ὁ Χριστὸς καὶ γι' αὐτὸ δὲν ἀνεχόμαστε νὰ βλέπωμε τὸ σχῆμα καὶ τὸ ξύλο στὸ ὁποῖο ἔχει θανατωθῆ. Το δὲ ἐναντίον μᾶς χρεώγραφο, ποὺ συντάχθηκε διὰ τῆς παρακοῆς μας ὡς πρὸς τὸ ξύλο, μὲ τὸ ἅπλωμα τοῦ χεριοῦ τοῦ προπάτορος, σὲ τί προσηλώθηκε καὶ μὲ τί πράγμα ἔφυγε ἀπὸ τὴ μέση καὶ ἀφανίσθηκε κι' ἔτσι ἐπανήλθαμε στὴν εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεό; Μὲ τί δὲ ὁ Χριστὸς ἀπέβαλε καὶ ἀπεμάκρυνε τελείως τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας, οἱ ὁποῖες ἐπεβλήθηκαν στὴν φύσι μας ἀπὸ τὸ ξύλο τῆς παρακοῆς, καὶ τὶς κατήσχυνε θριαμβευτικῶς καὶ ἔτσι ἐμεῖς ἀνακτήσαμε τὴν ἐλευθερία; Μὲ τί ἐλύθηκε τὸ μεσότοιχο καὶ καταργήθηκε κι' ἐθανατώθηκε ἡ πρὸς τὸν Θεὸ ἔχθρα μας καὶ διὰ μέσου τίνος συνδιαλλαγήκαμε μὲ τὸν Θεὸ κι' ἐδιδαχθήκαμε τὴν πρὸς αὐτὸν εἰρήνη; ὄχι στὸν Σταυρὸ καὶ διὰ τοῦ Σταυροῦ; Ἂς ἀκούσουν τὸν ἀπόστολο, ποὺ στοὺς μὲν Ἐφεσίους γράφει, «ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ εἰρήνη σας, αὐτὸς ποὺ ἔλυσε τὸ μεσότοιχο τοῦ φραγμοῦ, γιὰ νὰ οἰκοδομήση μέσα τοῦ τοὺς δύο σ' ἕνα νέον ἄνθρωπο, ἐπιβάλλοντας εἰρήνη, καὶ γιὰ νὰ συνδιαλλάξη καὶ τοὺς δύο σ' ἕνα σῶμα μὲ τὸν Θεὸ διὰ τοῦ Σταυροῦ, φονεύοντας τὴν ἔχθρα ποὺ εἶναι σ' αὐτὸν (Ἔφ. 2, 14-16). Πρὸς τοὺς Κολοσσαεῖς δὲ γράφει, «ἐνῶ ἤσαστε νεκροὶ ἀπὸ τὰ παραπτώματα καὶ τὴν ἀκροβυστία τῆς σάρκας σᾶς ἐζωοποίησε μαζί του, χαρίζοντάς σας ὅλα τὰ παραπτώματα, ἐξαλείφοντας τὸ χειρόγραφο ποὺ περιεῖχε τὶς ἐναντίον μᾶς ἀποφάσεις, σηκώνοντας τὸ ἀπὸ τὴ μέση καὶ καρφώνοντας τὸ στὸν Σταυρό• ξεγυμνώνοντας δὲ τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες, τὶς διεπόμπευσε δημοσία θριαμβεύοντας τὲς ἐπάνω στὸ Σταυρὸ» (Κόλ. 2, 13).

Δὲν θὰ τιμήσωμε λοιπὸν ἐμεῖς καὶ δὲν θὰ χρησιμοποιήσουμε τὸ θεῖο τοῦτο τρόπαιο τῆς κοινῆς ἐλευθερίας τοῦ γένους, τὸ ὁποῖο καὶ μόνο μὲ τὴ θέα τοῦ τὸν μὲν ἀρχέκακο ὄφι φυγαδεύει καὶ διαπομπεύει καὶ καταισχύνει, διακηρύσσοντας τὴν ἥττα καὶ τὴν συντριβή του, δοξάζει δὲ καὶ μεγαλύνει τὸν Χριστό, ἐπιδεικνύοντας στὸν κόσμο τὴ νίκη του; Καὶ ὅμως, ἂν ὁ Σταυρὸς εἶναι παραβλεπτέος, διότι σ' αὐτὸν ὑπέμεινε τὸν θάνατο ὁ Χριστός, οὔτε ὁ θάνατός του δὲν πρέπει νὰ εἶναι σεβαστὸς καὶ σωτήριος• πῶς λοιπὸν κατὰ τὸν ἀπόστολο ἐβαπτισθήκαμε στὸν θάνατό του (Ρώμ. 6, 3); Πῶς δὲ θὰ συμμετάσχωμε καὶ στὴν ἀνάστασί του, ἂν βέβαια ἐγίναμε σύμφυτοι μὲ τὸν θάνατό του (Ρώμ. 6, 5); Βέβαια, ἂν κανεὶς προσκυνοῦσε σχῆμα σταυροῦ ποὺ δὲν ἔφερε ἐπιγεγραμμένο τὸ δεσποτικὸ ὄνομα, δικαίως θὰ κατηγορεῖτο ὅτι πράττει κάτι ἀνάρμοστο. Ἐπειδὴ δὲ «στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ καμφθοῦν ὅλα τὰ γόνατα, τῶν ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων» (Ψάλμ. 131, 7), τοῦτο δὲ τὸ προσκυνητὸ ὄνομα ἐπιφέρει ὁ Σταυρός, πόσο παράφρον δὲν θὰ ἦταν νὰ μὴ γονατίζωμε στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ;

Ἀλλ' ἐμεῖς, κλίνοντας μαζὶ μὲ τὰ γόνατα καὶ τὶς καρδιές, ἐμπρός, ἂς προσκυνήσωμε μαζὶ μὲ τὸν ψαλμωδὸ καὶ προφήτη Δαβὶδ (Ψάλμ. 131, 7) στὸν τόπο ὅπου ἐστάθηκαν τὰ πόδια του καὶ ὅπου ἐξαπλώθηκαν τὰ χέρια ποὺ συνέχουν τὸ σύμπαν καὶ ὅπου ἐτεντώθηκε γιὰ μᾶς τὸ ζωαρχικὸ σῶμα, καί, προσκυνώντας καὶ ἀσπαζόμενοι αὐτὸν μὲ πίστι, ἂς παίρνωμε πλούσιον τὸν ἀπὸ ἐκεῖ ἁγιασμὸ καὶ ἂς τὸν φυλάττωμε. Ἔτσι καὶ κατὰ τὴν ὑπερένδοξη μέλλουσα παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, βλέποντας τὸν νὰ προηγῆται λαμπρῶς, θὰ ἀγαλλιάζωμε καὶ θὰ χοροπηδοῦμε διαπαντός, διότι ἐπετύχαμε τὴν ἀπὸ τὰ δεξιὰ θέσι καὶ τὴν ὑπεσχημένη μακαρία φωνὴ καὶ εὐλογία, σὲ δόξα τοῦ σαρκικῶς σταυρωθέντος γιὰ μᾶς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Διότι σ' αὐτὸν πρέπει δοξολογία μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

footer
  • Κυριακή
    21 Ιουλίου

    Συμεών του σαλού και Ιωάννου των οσίων


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ