ploigisi h3

bottom neo

Ἁγ. Νι­κό­λα­ος Βε­λι­μί­ρο­βιτς.

KP Ἁ­γί­α Γρα­φὴ κι ἡ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ ἱ­στο­ρί­α μᾶς προ­σφέ­ρουν τὰ με­γα­λύ­τε­ρα πα­ρα­δείγ­μα­τα ὑ­πο­μο­νῆς σὲ βά­σα­να πρω­τά­κου­στα στοὺς ἀν­θρώ­πους. Τὸ ση­με­ρι­νὸ εὐ­αγ­γέ­λι­ο πε­ρι­γρά­φει ἕ­να τέ­τοιο πα­ρά­δειγ­μα με­γά­λης καὶ μα­κρό­χρο­νης ὑ­πο­μο­νῆς στὸν πό­νο. Κι ὄ­χι μό­νο αὐ­τό. Κά­νον­τας τὴν πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ δύ­στυ­χου ἀν­θρώ­που ποὺ ἦ­ταν πα­ρά­λυ­τος γιὰ τρι­άν­τα ὀ­κτὼ χρό­νι­α, μὲ ὑ­πο­μο­νὴ κι ἐλ­πί­δα, τὸ εὐ­αγ­γέ­λι­ο μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει ταυ­τό­χρο­να ἢ μᾶλ­λον μᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νει γιὰ δύ­ο με­γά­λα μυ­στή­ρι­α. Τὸ πρῶ­το εἶ­ναι πὼς ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός, ποὺ ἦ­ταν τό­σα χρό­νι­α ἄρ­ρω­στος, χρω­στοῦ­σε τὴν αἰ­τί­α τῆς ἀρ­ρώ­στιας του στὸν ἴ­διο, στὴν ἁ­μαρ­τί­α του. Τὸ δεύ­τε­ρο εἶ­ναι πὼς ὁ παν­το­δύ­να­μος Κύ­ρι­ος Ἰ­η­σοῦς θε­ρά­πευ­σε τὸν ἄρ­ρω­στο μὲ τὴ θε­ϊ­κή του δύ­να­μη, λέ­γον­τας τὰ ἑ­ξῆς: «ἔ­γει­ρε, ἄ­ρον τὸν κρά­βατ­τόν σου καὶ πε­ρι­πά­τει» (Ἰ­ω­άν. ἐ’ 8). Μὲ τὰ λό­γι­α αὐ­τὰ ἀ­πο­κα­λύ­φτη­καν γιὰ μί­α ἀ­κό­μα φο­ρᾶ ἡ θε­ϊ­κὴ ἀ­γά­πη Του γιὰ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος κι ἡ θε­ϊ­κή Του δύ­να­μη, ποὺ ἐ­πι­φα­νει­α­κὰ κα­λύ­πτον­ταν μὲ τὸ πα­ρα­πέ­τα­σμα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σάρ­κας.

Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ «ἀ­νέ­βη ὁ Ἰ­η­σοῦς εἰς Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἔ­στι δὲ ἐν τοῖς Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις ἐ­πὶ τὴ προ­βα­τι­κὴ κο­λυμ­βή­θρα, ἡ ἐ­πι­λε­γό­με­νη Ἐ­βρα­ϊ­στὶ Βη­θεσ­δά, πέν­τε στο­ᾶς ἔ­χου­σα» (Ἰ­ω­άν. ἐ’ 1,2).

…Ἡ Προ­βα­τι­κὴ Κο­λυμ­βή­θρα ἢ Βη­θεσ­δά, πῆ­ρε τ’ ὄ­νο­μά της ἀ­πὸ τὴ γει­το­νι­κὴ Προ­βα­τι­κὴ Πύ­λη (βλ. Νε­εμ. ἃ’ 1, 32), ἀπ’ ὅ­που περ­νοῦ­σαν τὰ πρό­βα­τα ποὺ προ­ο­ρί­ζον­ταν γιὰ θυ­σί­α, γιὰ νὰ τὰ πλύ­νουν πρῶ­τα στὴν κο­λυμ­βή­θρα.

…Γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κο­λυμ­βή­θρα ὑ­πῆρ­χαν πέν­τε στε­γα­σμέ­νοι χῶ­ροι, γιὰ νὰ φι­λο­ξε­νοῦν τοὺς πολ­λοὺς ἀρ­ρώ­στους ἀν­θρώ­πους ποὺ κα­τέ­φευ­γαν ἐ­κεῖ γιὰ νὰ θε­ρα­πευ­τοῦν. «Ἐν ταύ­ταις κα­τέ­κει­το πλῆ­θος πο­λὺ τῶν ἀ­σθε­νούν­των, τυ­φλῶν, χω­λῶν, ξη­ρῶν, ἐκ­δε­χο­μέ­νων τὴν τοῦ ὕ­δα­τος κί­νη­σιν. ἄγ­γε­λος γὰρ κα­τὰ και­ρὸν κα­τέ­βαι­νεν ἐν τὴ κο­λυμ­βή­θρα, καὶ ἐ­τα­ράσ­σε­το τὸ ὕ­δωρ· ὁ οὒν πρῶ­τος ἐμ­βᾶς με­τὰ τὴν τα­ρα­χὴν τοῦ ὕ­δα­τος ὑ­γι­ὴς ἐ­γί­νε­το ὢ δή­πο­τε κα­τεί­χε­το νο­σή­μα­τι» (Ἰ­ω­άν. ἐ’ 3-4). Σ’ αὐ­τὸν τὸν πε­ρί­ερ­γο τό­πο μα­ζεύ­ον­ταν ἀπ’ ὅ­λα τὰ μέ­ρη ἄν­θρω­ποι ποὺ ὑ­πό­φε­ραν ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες ἀρ­ρώ­στιες, γιὰ νὰ βροῦν τὴ θε­ρα­πεί­α ποὺ μά­ται­α εἶ­χαν ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους σὲ ἄλ­λους τό­πους. Τὸ νε­ρὸ αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε ἀ­πὸ μό­νο τοῦ θε­ρα­πευ­τι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες. Ἦ­ταν ἁ­πλὸ φυ­σι­κὸ νε­ρὸ μὲ μίγ­μα­τα με­ταλ­λι­κά. Ἡ θε­ρα­πευ­τι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τά του ἦ­ταν θε­ϊ­κή, προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ οὐ­ρά­νι­ες δυ­νά­μεις. Κι αὐ­τὸ εἶ­ναι σα­φὲς ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὶς θε­ρα­πευ­τι­κὲς αὐ­τὲς ἰ­δι­ό­τη­τες τὶς ἀ­πο­κτοῦ­σε ἀ­πὸ και­ρὸ σὲ και­ρό, μό­νο ὅ­ταν μὲ τὴ θεί­α πρό­νοι­α ἄγ­γε­λος τοῦ Θε­οῦ κα­τέ­βαι­νε καὶ τά­ρα­ζε τὸ νε­ρό.

Τί πε­ρί­ερ­γη, τί δρα­μα­τι­κὴ σκη­νή! Φαν­τα­στεῖ­τε τοὺς χώ­ρους στὶς πέν­τε στο­ὲς νὰ κα­τα­κλύ­ζον­ται ἀ­πὸ τοὺς πι­ὸ ἀ­πελ­πι­σμέ­νους καὶ πο­νε­μέ­νους ἀν­θρώ­πους ποὺ ἔρ­χον­ταν ἀ­πὸ παν­τοῦ! Φαν­τα­στεῖ­τε πέν­τε χώ­ρους γε­μά­τους πό­νο, θλί­ψη, δά­κρυ­α καὶ δι­αγ­κω­νι­σμούς. Γύ­ρω τους ὑ­πῆρ­χε μί­α πό­λη γε­μά­τη κό­σμο ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τὴν ἄ­νε­ση, κυ­νη­γοῦ­σε τὸν πλοῦ­το κι ἀ­γω­νι­ζό­ταν ν’ ἀ­πο­κτή­σει δό­ξα, τι­μὲς κι ἐ­ξου­σί­α, ὑ­πῆρ­χαν ἄν­θρω­ποι ποὺ τό­σο μὲ τὸ σῶ­μα ὅ­σο καὶ μὲ τὴν ψυ­χὴ τοὺς ἦ­ταν σὰ νὰ ’παι­ζαν κω­μω­δί­α. Ἐ­δῶ ὅ­μως ὑ­πῆρ­χε ἡ ἀ­γω­νί­α τοῦ θα­νά­του ποὺ ἦ­ταν κον­τὰ κι ὁ μο­να­δι­κὸς τό­πος ὅ­που ἦ­ταν ὅ­λα τὰ μά­τια γυ­ρι­σμέ­να: τὸ νε­ρό. Κι ὁ μο­να­δι­κὸς ποὺ πε­ρί­με­ναν: ὁ ἄγ­γε­λος. Μί­α καὶ μο­να­δι­κὴ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τους: νὰ θε­ρα­πευ­τοῦν.

        Πέν­τε στο­ὲς γε­μά­τες μὲ ἀ­νά­πη­ρους· τί πε­ρί­ερ­γος χῶ­ρος γιὰ τὴν ἄ­σκη­ση τῆς ὑ­πο­μο­νῆς καὶ τῆς ἐλ­πί­δας στὸ Θε­ό! Τί πε­ρί­ερ­γη, τί ζων­τα­νὴ εἰ­κό­να! Τί πα­ρά­δο­ξη καὶ ψη­λα­φη­τὴ ἀ­πει­κό­νι­ση τῆς κα­τά­στα­σης ὅ­που δα­πα­νοῦν τὴ ζω­ὴ καὶ τὴν ὑ­γεί­α τοὺς ὅ­λοι οἱ κά­τοι­κοι τῆς πό­λης! Καὶ γιὰ ποιὸ σκο­πό; Γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­σουν ἁ­μαρ­τί­α, νὰ μα­ζέ­ψουν ἁ­μαρ­τί­α.

Οἱ πέν­τε στο­ὲς στὴν Προ­βα­τι­κὴ Κο­λυμ­βή­θρα ἔ­χουν κα­ταρ­ρεύ­σει ἐ­δῶ καὶ πολ­λά, πά­ρα πολ­λὰ χρό­νι­α. Μὴ νο­μί­ζε­τε ὅ­μως πὼς ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης θλί­ψης καὶ τῆς φτώ­χειας ποὺ κεί­τε­ται θαμ­μέ­νη στὰ ἐ­ρεί­πι­ά της ἔ­χει τε­λει­ώ­σει. Μὴ νο­μί­ζε­τε πὼς αὐ­τὴ εἶ­ναι μί­α με­μο­νω­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α, πὼς βρί­σκε­ται μα­κρι­ὰ ἀ­πό σας καὶ πὼς δὲν ἔ­χει τί­πο­τα κοι­νὸ μὲ τὴ δι­κή σας ζω­ή. Δὲν ἔ­χει ὑ­πο­πέ­σει στὶς αἰ­σθή­σεις σᾶς συγ­κεν­τρω­μέ­νος πό­νος καὶ θλί­ψη, δά­κρυ­α καὶ στε­ναγ­μοί, ἁ­μαρ­τί­α κι ἀ­νο­μί­α, πο­νη­ρὲς καὶ κα­κὲς σκέ­ψεις, τυ­φλὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες καὶ ἄ­νο­μα πά­θη, ἀ­τε­λέ­σφο­ρες προ­σπά­θει­ες καὶ φροῦ­δες ἐλ­πί­δες;

Ἂχ Βη­θεσ­δά, Βη­θεσ­δά, πό­σο παγ­κό­σμι­α εἶ­σαι! Σὲ σέ­να ὁ ἄγ­γε­λος τοῦ Θε­οῦ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ λει­τουρ­γοῦ­σε σὰν τὸν ποι­μέ­να ποὺ σώ­ζει ἕ­να ἕ­να τὰ χα­μέ­να πρό­βα­τά του, ὡ­σό­του ἐμ­φα­νι­στεῖ ὁ Ποι­μὴν τῶν πάν­των, ἀγ­γέ­λων κι ἀν­θρώ­πων. Ἕ­νας σι­ω­πη­λὸς ἄγ­γε­λος, ὑ­πη­ρέ­της τοῦ Δη­μι­ουρ­γοῦ του, τά­ρα­ζε τὸ νε­ρὸ γιὰ νὰ πλύ­νει τὸ ἄρ­ρω­στο πρό­βα­το ἀ­πὸ τὴ μό­λυν­ση τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Κι ὅ­ταν κα­τέ­βη­κε σὲ σέ­να ὁ κα­λὸς Ποι­μέ­νας, ὁ σαρ­κω­μέ­νος Λό­γος τοῦ Θε­οῦ, μὲ τὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ λό­γο Τοῦ ἀ­πο­μά­κρυ­νε τὴν ἁ­μαρ­τω­λὴ μό­λυν­ση καὶ σὲ ἀ­δεί­α­σε. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Κα­λὸς Ποι­μέ­νας. Γι’ αὐ­τὸ τὸ λό­γο ἡ κο­λυμ­βή­θρα αὐ­τὴ προ­φη­τι­κὰ εἶ­χε ὀ­νο­μα­στεῖ προ­βα­τι­κή. «Τὰ πρό­βα­τα τῆς φω­νῆς αὐ­τοῦ ἀ­κού­ει, καὶ τὰ ἴ­δια πρό­βα­τα κα­λεῖ κατ’ ὄ­νο­μα καὶ ἐ­ξά­γει αὐ­τά… καὶ τὰ πρό­βα­τα αὐ­τῶ ἀ­κο­λου­θεῖ, ὅ­τι οἴ­δα­σι τὴν φω­νὴν αὐ­τοῦ» (Ἰ­ω­άν. ἰ΄ 3, 4). Τὰ πρό­βα­τα ἀ­κοῦ­νε τὴ φω­νὴ τοῦ Κα­λοῦ Ποι­μέ­να.

 «Ἢν δὲ τὶς ἄν­θρω­πος ἐ­κεῖ τρι­ά­κον­τα καὶ ὀ­κτὼ ἔ­τη ἔ­χων ἐν τὴ ἀ­σθε­νεί­α αὐ­τοῦ. τοῦ­τον ἰ­δὼν ὁ Ἰ­η­σοῦς κα­τα­κεί­με­νον, καὶ γνοὺς ὅ­τι πο­λὺν ἤ­δη χρό­νον ἔ­χει, λέ­γει αὐ­τῶ· θέ­λεις ὑ­γι­ὴς γε­νέ­σθαι; ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῶ ὁ ἀ­σθε­νῶν· Κύ­ρι­ε, ἄν­θρω­πον οὐκ ἔ­χω, ἴ­να ὅ­ταν τα­ρα­χθῆ τὸ ὕ­δωρ, βά­λη μὲ εἰς τὴν κο­λυμ­βή­θραν· ἐν ὢ δὲ ἔρ­χο­μαι ἐ­γώ, ἄλ­λος πρὸ ἐ­μοῦ κα­τα­βαί­νει» (Ἰ­ω­άν. ἐ’ 5-7). Ο παν­το­γνώ­στης Κύ­ρι­ος εἶ­χε δεῖ ἀ­πὸ πρὶν κι ἀ­πὸ μα­κρι­ὰ ποιὸς τὸν ζη­τοῦ­σε, ποιὸς τὸν εἶ­χε ἀ­νάγ­κη. Δὲν πέ­ρα­σε τυ­χαί­α ἀ­πὸ τὴ λί­μνη γιὰ νὰ πά­ει στὴ χώ­ρα τῶν Γα­δα­ρη­νῶν, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ὅ­πως ἴ­σως νό­μι­ζαν οἱ σύν­τρο­φοί Του. Ἐ­κεῖ­νος γνώ­ρι­ζε πὼς ἐ­κεῖ βρί­σκον­ταν δύ­ο ἄν­θρω­ποι δαι­μο­νι­σμέ­νοι ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς θε­ρα­πεύ­σει. Οὔ­τε βρέ­θη­κε τυ­χαί­α στὴν πό­λη τῆς Να­ΐν τὴν ὥ­ρα ποὺ με­τέ­φε­ραν τὸ νε­κρὸ γιὸ τῆς χή­ρας. Ἐ­κεῖ­νος προ­γνώ­ρι­ζε πὼς ἐ­κεῖ τὸν πε­ρί­με­νε ἕ­να με­γά­λο ἔρ­γο, σ’ ἐ­κεῖ­νον τὸν τό­πο κι ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα. Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο δὲ βρέ­θη­κε τυ­χαί­α στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ γιὰ τὴ γιο­ρτή, ὅ­ποια κι ἂν ἦ­ταν αὐ­τή, οὔ­τε καὶ βρέ­θη­κε πά­λι ἀ­πὸ τύ­χη ἢ ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γει­α στὸ χῶ­ρο τῶν πέν­τε στο­ῶν, στὸ χῶ­ρο τοῦ πό­νου καὶ τῆς θλί­ψης. Ὅ­λα ἔ­γι­ναν σύμ­φω­να μὲ τὴν ἀ­κρι­βῆ προ­ό­ρα­σή Του γιὰ τὸν τό­πο καὶ τὸ χρό­νο. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ πὼς στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ δὲν ἦρ­θε γιὰ τὴ γιο­ρτή, ὅ­πως νό­μι­ζαν οἱ μα­θη­τές Του, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν ἄρ­ρω­στο ἄν­θρω­πο, γι’ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­μελ­λε νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει.

Ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος πα­ρά­λυ­τος ἄν­θρω­πος ἦ­ταν πο­λὺ-πο­λὺ ἄρ­ρω­στος. Μί­α ἀρ­ρώ­στια ποὺ κρα­τά­ει τρι­άν­τα ὀ­κτὼ μέ­ρες, στοὺς ἀν­θρώ­πους μοιά­ζει ἀ­τέ­λειω­τη. Τί νὰ ποῦ­με τώ­ρα γιὰ μί­α ἀρ­ρώ­στια ποῦ κρα­τά­ει τρι­άν­τα ὀ­κτὼ χρό­νι­α; Τὸ πό­σο γρή­γο­ρα ἢ ἀρ­γὰ περ­νά­ει ἡ ἀρ­ρώ­στια, ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας στά­ση, ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας δι­ά­θε­ση. Οἱ χα­ρού­με­νες ὧ­ρες ἔ­χουν φτε­ρά, περ­νᾶ­νε γρή­γο­ρα. Οἱ ὧ­ρες τοῦ πό­νου ὅ­μως εἶ­ναι ἄ­πτε­ρες, συ­χνὰ δὲν ἔ­χουν οὔ­τε πό­δια καὶ περ­νᾶ­νε πο­λὺ ἀρ­γά. Γιὰ ἕ­ναν πα­ρά­λυ­το ἄν­θρω­πο, φαί­νε­ται νὰ ‘χεῖ πα­ρα­λύ­σει κι ὁ ἴ­διος ὁ χρό­νος. Ὁ χρό­νος γιὰ ἐ­κεῖ­νον μοιά­ζει ἀ­κί­νη­τος, ὅ­πως εἶ­ναι κι ὁ ἴ­διος. Ἂν τὸ χρό­νο αὐ­τὸ τῶν τρι­άν­τα ὀ­κτὼ ἐ­τῶν τὸν πολ­λα­πλα­σι­ά­σεις του­λά­χι­στο μὲ τὸ τρί­α, θὰ πλη­σι­ά­σεις πε­ρί­που τὸ χρό­νο τοῦ ἀν­θρώ­που ποὺ εἶ­ναι ὑ­γι­ής, κι­νη­τι­κός, δη­μι­ουρ­γι­κὸς καὶ χα­ρού­με­νος. Ὁ πα­ρα­λυ­τι­κὸς εἶ­χε ζή­σει τό­σο ὅ­σο ζεῖ ὁ ὑ­γι­ὴς ἄν­θρω­πος, γιὰ ἕ­ναν αἰ­ώ­να, καὶ μά­λι­στα κα­τά­κοι­τος, στὸ κρε­βά­τι του. Ἀν­τὶ νὰ τὸν κυ­νη­γά­ει ὁ χρό­νος, τὸν κυ­νη­γοῦ­σε αὐ­τός, τὸν ἔ­σπρω­χνε.

 Τί ἡ­ρω­ι­κὴ ὑ­πο­μο­νὴ εἶ­χε ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός! Τί ὑ­πε­ράν­θρω­πες προ­σπά­θει­ες θὰ κα­τέ­βα­λε γιὰ νὰ συρ­θεῖ ὡς τὴν κο­λυμ­βή­θρα τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἄγ­γε­λος τοῦ Θε­οῦ τά­ρα­ζε τὸ νε­ρό! Τί στα­θε­ρὴ ἐλ­πί­δα εἶ­χε στὴ θε­ρα­πεί­α του ἀ­πὸ μέ­ρα σὲ μέ­ρα, ἀ­πὸ χρό­νο σὲ χρό­νο, ἀ­κό­μα κι ἀ­πὸ δε­κα­ε­τί­α σὲ δε­κα­ε­τί­α! Μ’ ὅ­λο ποὺ ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς ὑ­πέ­φε­ρε τό­σο πο­λὺ γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες του, δὲν μπο­ροῦ­με πα­ρὰ νὰ τὸν θαυ­μά­ζου­με. Ὅ­ταν τὸν φέρ­νου­με στὸ νοῦ μας, δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ σκε­φτό­μα­στε τό­σους ἀ­δύ­να­μους χα­ρα­κτῆ­ρες -ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες, νέ­ους καὶ νέ­ες- στὶς μέ­ρες μας πού, ἂν καὶ ὑ­φί­σταν­ται πο­λὺ λι­γό­τε­ρη πί­ε­ση, ση­κώ­νουν τὰ χέ­ρια τους, πα­ραι­τοῦν­ται ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ κι ἀ­να­χω­ροῦν γιὰ τὴν ἄλ­λη αὐ­τό­χει­ρες.

 «Θέ­λεις ὑ­γι­ὴς γε­νέ­σθαι;», τὸν ρώ­τη­σε ὁ μο­να­δι­κὸς φί­λος ποὺ ἔ­σκυ­ψε πο­τὲ κον­τά του, στὸ κρε­βά­τι του, τὰ τρι­άν­τα ὀ­κτὼ αὐ­τὰ χρό­νι­α. «Κύ­ρι­ε, ἄν­θρω­πον οὐκ ἔ­χω», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄρ­ρω­στος. Ὁ τυ­φλὸς ἔ­χει κά­ποιον ὁ­δη­γό, ὁ ἀ­νά­πη­ρος ἔ­χει συγ­γε­νεῖς, ὁ ἀ­δύ­να­τος ἔ­χει φί­λους. Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω κα­νέ­ναν στὸν κό­σμο ὁ­λό­κλη­ρο νὰ μὲ λυ­πη­θεῖ καὶ νὰ μὲ βά­λει στὸ νε­ρὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ παίρ­νει τὴ θε­ρα­πευ­τι­κὴ δύ­να­μη. Τὴν ὥ­ρα ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ συρ­θῶ στὸ νε­ρὸ ἄλ­λος προ­λα­βαί­νει, μπαί­νει πρῶ­τος καὶ θε­ρα­πεύ­ε­ται κι ἐ­γὼ πρέ­πει νὰ ξα­να­κά­νω τὴν ἴ­δια ἐ­πώ­δυ­νη προ­σπά­θει­α γιὰ νὰ γυ­ρί­σω στὸ κρε­βά­τι μου. Κι αὐ­τὸ γί­νε­ται γιὰ τρι­άν­τα ὀ­κτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νι­α τώ­ρα. Δὲν ἔ­χω οὔ­τε χρή­μα­τα οὔ­τε ὑ­πη­ρέ­τη.

 Ἀ­νά­με­σα σὲ τό­σους ἀν­θρώ­πους στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἀ­πὸ τοὺς ἄ­νερ­γους ὡς τοὺς πλού­σι­ους καὶ δυ­να­τούς, δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε ἕ­νας καὶ μο­να­δι­κὸς γιὰ ν’ ἁ­πλώ­σει τὸ χέ­ρι του καὶ νὰ σὲ βο­η­θή­σει γιὰ χά­ρη τῆς ψυ­χῆς του; Δὲν μπο­ροῦ­σε του­λά­χι­στο νὰ στεί­λει τὸν ὑ­πη­ρέ­τη του καὶ νὰ σὲ βο­η­θή­σει; Ὄ­χι, οὔ­τε ἕ­νας. Ἔ­πρε­πε νὰ ‘ρθεῖ κά­ποιος Ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ τὴ Γα­λι­λαί­α, νὰ κά­νει ἕ­να τρι­ή­με­ρο καὶ κου­ρα­στι­κὸ τα­ξί­δι, τὴν ὥ­ρα ποὺ πολ­λοὶ ἄ­νερ­γοι καὶ χα­σο­μέ­ρη­δες γυρ­νοῦν ἀ­νέ­με­λα στὴν πό­λη μέ­ρα νύ­χτα, λί­γα μό­λις μέ­τρα μα­κρι­ὰ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι σου; Ὑ­πάρ­χουν, Κύ­ρι­ε, πολ­λοὶ περ­πα­τοῦν κον­τά μου, μὰ ἐ­γὼ «ἄν­θρω­πον οὐκ ἔ­χω». Κι ὑ­πάρ­χουν τό­σο πολ­λοὶ ἱ­ε­ρεῖς! Δὲς τὸ να­ό, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὸ δρό­μο. Ἀ­μέ­τρη­τοι ἱ­ε­ρεῖς δι­α­βά­ζουν τὸ νό­μο τοῦ Θε­οῦ καὶ δι­δά­σκουν τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ δί­νουν ἐ­λε­η­μο­σύ­νες. Καὶ δὲ βρέ­θη­κε κα­νέ­νας τους νὰ ἔρ­θει ἢ ἔ­στω νὰ στεί­λει κά­ποιον γιὰ νὰ σὲ βο­η­θή­σει; Ἔ­τσι εἶ­ναι, Κύ­ρι­ε. Ἐ­κεῖ στὸ να­ὸ ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ἱ­ε­ρεῖς. Ἐ­γὼ ὅ­μως «ἄν­θρω­πον οὐκ ἔ­χω». Ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ Ἰ­ου­δαῖ­οι, χι­λιά­δες χι­λιά­δων, ποὺ συ­νά­χτη­καν στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ γιὰ τὴ γιο­ρτή. Κα­νέ­νας τοὺς ὅ­μως δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γιὰ ἕ­ναν πο­νε­μέ­νο καὶ ἥ­συ­χο ἄν­θρω­πο. Ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται γιὰ τὸ Σάβ­βα­το. Χι­λιά­δες χι­λιά­δων ἀπ’ αὐ­τοὺς ἦρ­θαν μό­νο γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θοῦν καὶ νὰ προ­σκυ­νή­σουν τὸ Σάβ­βα­το, ὅ­πως οἱ πα­τέ­ρες τοῦ προ­σκύ­νη­σαν τὴ χρυ­σὴ ἀ­γε­λά­δα στὴν ἔ­ρη­μο. Χι­λιά­δες χι­λιά­δων Ἰ­ου­δαῖ­οι, μὰ ἐ­γὼ «ἄν­θρω­πον οὐκ ἔ­χω».

 Ἐ­δῶ βρέ­θη­κε ἕ­νας ἄν­θρω­πος, ὁ μο­να­δι­κὸς ἄν­θρω­πος! Ἐ­δῶ εἶ­ναι ὁ Κύ­ρι­ος, ποὺ ἀ­γα­πᾶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ συγ­γε­νῆ καὶ τὸ φί­λο, ποὺ ὑ­πη­ρε­τεῖ πι­ὸ πι­στὰ ἀ­πὸ τὸν ὑ­πη­ρέ­τη. Δὲν ἔ­κα­νε τὸ μα­κρὺ καὶ κου­ρα­στι­κὸ τα­ξί­δι ἀ­πὸ τὴ Γα­λι­λαί­α ὡς τὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ γιὰ τὸ Σάβ­βα­το καὶ τὴ γιο­ρτή, ἀλ­λὰ γιὰ χά­ρη ἑ­νὸς πο­νε­μέ­νου ἄν­θρω­που. Ἦρ­θε ὥ­στε μὲ τὰ ἔρ­γα του, κι ὄ­χι μὲ λό­γι­α, νὰ κα­ταγ­γεί­λει τὴ φο­βε­ρὴ ἔλ­λει­ψη ἀ­γά­πης ἑ­νὸς λα­οῦ ποὺ τὰ αἰ­σθη­τή­ρι­α τοῦ ἔ­χουν ἀμ­βλυν­θεῖ. Ὁ Ἄν­θρω­πος ἦρ­θε γιὰ χά­ρη τοῦ ἀν­θρώ­που. «Λέ­γει αὐ­τῶ ὁ Ἰ­η­σοῦς· ἔ­γει­ρε, ἄ­ρον τὸν κρά­βατ­τόν σου καὶ πε­ρι­πά­τει, καὶ εὐ­θέ­ως ἐ­γέ­νε­το ὑ­γι­ὴς ὁ ἄν­θρω­πος, καὶ ἦ­ρε τὸν κρά­βατ­τον αὐ­τοῦ καὶ πε­ρι­ε­πά­τει» (Ἰ­ω­άν. ἐ’ 8-9). Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ αὐ­τὴ καὶ προ­φα­νῶς γιὰ πάν­τα, ὁ ἄγ­γε­λος στα­μά­τη­σε νὰ ἔρ­χε­ται καὶ νὰ τα­ρά­ζει τὸ νε­ρὸ στὴ Προ­βα­τι­κὴ Κο­λυμ­βή­θρα. Για­τί ἐμ­φα­νί­στη­κε ὁ Μεσ­σί­ας, ὁ Κύ­ρι­ος τῶν ἀγ­γέ­λων, ποὺ θε­ρα­πεύ­ει χω­ρὶς με­σά­ζον­τες. Ἐ­νό­σω οἱ ἄν­θρω­ποι βρί­σκον­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ Νό­μο, ὑ­πη­ρέ­τες τοῦ Νό­μου, ὁ Κύ­ρι­ος χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τοὺς δού­λους του. Τώ­ρα ποὺ ἦρ­θε ἡ χά­ρη κι ὁ Νό­μος ἀ­τό­νη­σε, ἔρ­χε­ται ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ρι­ος κον­τὰ στὸν ἄν­θρω­πο, ὅ­πως ὁ πα­τέ­ρας στὰ παι­διά του. Ὁ ἴ­διος, μὲ τὰ ἴ­δια τοῦ τὰ χέ­ρια, τοὺς προ­σφέ­ρει τὶς δω­ρε­ές του.

 Ἴ­σως ρω­τή­σει κά­ποιος: Για­τί ὁ Κύ­ρι­ος δὲν ἔ­κα­νε στὸν ἄρ­ρω­στο ἄν­θρω­πο τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ἐ­ρώ­τη­ση: Πι­στεύ­εις; Για­τί δὲν ἐ­ρεύ­νη­σε νὰ δεῖ ἂν ὑ­πῆρ­χε πί­στη μέ­σα του, ὅ­πως ἔ­κα­νε μὲ πολ­λοὺς ἄλ­λους; Μὰ ἡ πί­στη τοῦ ἀν­θρώ­που αὐ­τοῦ δὲν ἦ­ταν ὁ­λο­φά­νε­ρη; Τρι­άν­τα ὀ­κτὼ χρό­νι­α κεί­τον­ταν ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ σ’ ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο τό­πο, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα πὼς θὰ λά­βει βο­ή­θει­α ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό. Δὲν πι­στεύ­ει μό­νο στὴ θαυ­μα­τουρ­γι­κὴ ἐ­νέρ­γει­α τοῦ ἀγ­γέ­λου τοῦ Θε­οῦ. Κα­τὰ κά­ποιο τρό­πο πι­στεύ­ει καὶ στὸν Κύ­ρι­ο Ἰ­η­σοῦ, μ’ ὅ­λο ποὺ δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λεῖ Κύ­ρι­ο. Δὲν εἶ­πε, «Ναί, Κύ­ρι­ε, θέ­λω νὰ γί­νω κα­λά, μὰ ἄν­θρω­πον οὐκ ἔ­χω». Θὰ πρέ­πει μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α αὐ­τὴ νὰ θυ­μη­θοῦ­με πὼς ὁ Κύ­ρι­ος θε­ρά­πευ­σε πολ­λοὺς δαι­μο­νι­σμέ­νους καὶ κω­φά­λα­λους, χω­ρὶς νὰ τοὺς ρω­τή­σει γιὰ τὴν πί­στη τους. Τοὺς θε­ρά­πευ­σε ἁ­πλὰ ἀ­πὸ ἀ­γά­πη. Ἔ­τσι καὶ στὴ Βη­θεσ­δὰ τό­τε ὁ Κύ­ρι­ος ἐ­νήρ­γη­σε ἀ­πὸ τὴ μί­α ἀ­πὸ ἀ­γά­πη πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ ὑ­πό­φε­ρε γιὰ τό­σο μα­κρὺ δι­ά­στη­μα, σ’ ἕ­να πε­ρι­βάλ­λον ἐ­λε­ει­νό. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τώ­ρα, ἔ­δρα­σε ἔ­τσι καὶ μ’ ἕ­να σκο­πό· γιὰ νὰ κα­τα­δεί­ξει τὴν ἔλ­λει­ψη ἀ­γά­πης ὄ­χι μό­νο τῶν κα­τοί­κων τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἀλ­λὰ ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς ἐ­πο­χῆς, ποὺ ἔ­βλε­παν τὸν συ­νάν­θρω­πό τους νὰ ὑ­πο­φέ­ρει καὶ δὲν κου­νά­γα­νε τὸ δα­χτυ­λά­κι τους γιὰ νὰ βο­η­θή­σουν. Καὶ τέ­λος, ὁ Κύ­ρι­ος σκό­πι­μα θε­ρά­πευ­σε τὸν πα­ρα­λυ­τι­κὸ ἡ­μέ­ρα Σάβ­βα­το, ἂν καὶ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ καὶ Πα­ρα­σκευ­ή, ἂν ἤ­θε­λε. Τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ γιὰ νὰ κα­ταγ­γεί­λει τὴν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὴ προ­σκύ­νη­ση τῶν Ἰ­ου­δαί­ων στὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ Σαβ­βά­του. Νὰ δεί­ξει πὼς ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­ξί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ Σάβ­βα­το, πὼς ἡ ἀ­γά­πη ἀ­ξί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε εἶ­δος νο­μι­κῆς τυ­πο­λα­τρεί­ας. Ἡ πρά­ξη αὐ­τὴ τοῦ Χρι­στοῦ ἔ­χει τὴ μο­να­δι­κὴ σφρα­γί­δα τοῦ τρό­που ποὺ ἐ­νερ­γεῖ ὁ Θε­ός: νὰ στο­χεύ­σει σὲ πολ­λοὺς στό­χους ταυ­τό­χρο­να.

 «Ἢν δὲ σάβ­βα­τον ἐν ἐ­κεί­νη τὴ ἡ­μέ­ρα, ἔ­λε­γον οὒν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι τῷ τε­θε­ρα­πευ­μέ­νω· σάβ­βα­τον ἐ­στιν οὐκ ἔ­ξε­στι σοὶ ἄ­ραι τὸν κρά­βατ­τον» (Ἰ­ω­άν. ἐ’ 9-10).

Τί στρε­ψό­δι­κες ψυ­χὲς ἔ­χου­με ἐ­δῶ! Πό­σο κλει­σμέ­νες καρ­διές! Ἀν­τὶ νὰ χα­ροῦν ποὺ ἕ­να σερ­νά­με­νο σκου­λή­κι στά­θη­κε ὄρ­θι­ο καὶ ξα­νὰ ’γι­νε ἄν­θρω­πος, ἀν­τὶ νὰ τὸν συγ­χα­ροῦν ποὺ ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­κε ἡ ὑ­γεί­α του, ἀν­τὶ νὰ ξε­ση­κώ­σουν τὴν πό­λη ὁ­λό­κλη­ρη, νὰ τοὺς κα­λέ­σουν ὅ­λους γιὰ νὰ δο­ξά­σουν τὸ ζων­τα­νὸ καὶ στορ­γι­κὸ Θε­ό, ἀν­τὶ γιὰ ὂλ’ αὐ­τὰ ἐ­ξορ­γί­στη­καν μὲ τὸν ἄν­θρω­πο ἐ­πει­δὴ κου­βα­λοῦ­σε στοὺς ὤ­μους τοῦ τὸ κρε­βά­τι του καὶ ξα­να­γύ­ρι­ζε ὑ­γι­ὴς στὸ σπί­τι του. Ἂν μπρο­στὰ στὰ μά­τια τοὺς εἶ­χε ἀ­να­στη­θεῖ κά­ποιος νε­κρὸς ἄν­θρω­πος ἡ­μέ­ρα Σάβ­βα­το, δὲ θὰ εἶ­χαν θαυ­μά­σει γιὰ τὴν ἀ­νά­στα­σή του ἀλ­λὰ θὰ τὸν ρω­τοῦ­σαν: «Για­τί εἶ­σαι σκο­νι­σμέ­νος καὶ λε­ρω­μέ­νος σή­με­ρα, ποῦ εἶ­ναι Σάβ­βα­το;»

 «Ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τοῖς· ὁ ποι­ή­σας μὲ ὑ­γι­ῆ, ἐ­κεῖ­νος μοὶ εἶ­πεν ἄ­ρον τὸν κρά­βατ­τόν σου καὶ πε­ρι­πά­τει. ἠ­ρώ­τη­σαν οὒν αὐ­τόν· τὶς ἐ­στιν ὁ ἄν­θρω­πος ὁ εἰ­πῶν σοί, ἄ­ρον τὸν κρά­βατ­τον σοὶ καὶ πε­ρι­πά­τει;» (Ἰ­ω­άν. ζ’ 11,12). Εδώ ἔ­χου­με μί­α ἀ­κό­μα ἀ­πό­δει­ξη τῆς τυ­φλό­τη­τας τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, τῆς τυ­πο­λα­τρι­κῆς καὶ μα­γι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης ποὺ εἶ­χαν γιὰ τὸ Σάβ­βα­το. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ θε­ρα­πεύ­τη­κε μι­λά­ει πρώ­τη φο­ρὰ γιὰ τὴ θε­ρα­πεί­α του, τὴν ὁ­μο­λο­γεῖ ὡς τὸ πι­ὸ σπου­δαῖ­ο πράγ­μα, καὶ δεύ­τε­ρο γιὰ τὸ κρε­βά­τι ποὺ κου­βα­λά­ει στοὺς ὤ­μους του. Οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται κα­θό­λου γιὰ τὴ θε­ρα­πεί­α του, γιὰ τὴν ἴ­δια τὴ ζω­ή του ποὺ ἄλ­λα­ξε. Ἀ­φοῦ ἄ­κου­σαν τὴν ἀ­πάν­τη­σή του, θὰ ἦ­ταν φυ­σι­κὸ νὰ τὸν ρω­τή­σουν με­τά: «Ποιὸς εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος ποῦ σὲ θε­ρά­πευ­σε;» Μὰ ὄ­χι. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ρω­τοῦν εἶ­ναι τὸ ἄλ­λο, τὸ δευ­τε­ρεῦ­ον καὶ συμ­πτω­μα­τι­κό: Τὶς ἐ­στιν ὁ ἄν­θρω­πος ὁ εἰ­πῶν σοί, ἄ­ρον τὸν κρά­βατ­τον σοὶ καὶ πε­ρι­πά­τει;

 Πό­σο δι­ε­φθαρ­μέ­νος κα­τάν­τη­σε ὁ πε­ρι­ού­σι­ος λα­ός! Δέ­στε τί καρ­ποὶ βλά­στη­σαν στὴ γῆ ποὺ ἐ­ξέ­θρε­ψε τὸ Μω­υ­σῆ, τὸν Ἠ­σα­ΐ­α, τὸ Δα­βίδ! Ἡ ἄλ­λο­τε γνω­στὴ εὐ­λά­βει­α τῶν Ἰσ­ρα­η­λι­τῶν ἐ­ξε­λί­χτη­κε σὲ μί­α σαβ­βα­το­λα­τρεί­α. Ἡ ἱ­ε­ρα­τι­κὴ ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ Ζῶν­τος Θε­οῦ ἔ­γι­νε μί­α ἀ­στυ­νο­μι­κὴ ἐ­γρή­γορ­ση καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῆς τά­ξε­ως τῆς θε­ᾶς ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται «Σάβ­βα­το»!

 «Ὁ δὲ ἰ­α­θεῖς οὐκ ἤ­δει τὶς ἐ­στιν· ὁ γὰρ Ἰ­η­σοῦς ἐ­ξέ­νευ­σεν ὄ­χλου ὄν­τος ἐν τῷ τό­πω» (Ἰ­ω­άν. ἐ’ 13). Ο θε­ρα­πευ­μέ­νος ἄν­θρω­πος εἶ­χε κοι­τά­ξει ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι τοῦ τὰ μά­τια τοῦ Κυ­ρί­ου. Εἶ­χε νιώ­σει τὴ ζω­ο­ποι­ὸ ἀ­νά­σα Του, εἶ­χε γνω­ρί­σει τὴ θαυ­μα­τουρ­γι­κή Του δύ­να­μη. Παρ’ ὂλ’ αὐ­τὰ ὅ­μως δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τοὺς δώ­σει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ θε­ρα­πευ­τῆ του ἢ νὰ τοὺς πεῖ ἀ­πὸ ποὺ ἐρ­χό­ταν. Ὁ Κύ­ρι­ος μὲ τὸ ποὺ πραγ­μα­το­ποί­η­σε τὴ θε­ρα­πεί­α χά­θη­κε μέ­σα στὸ πλῆ­θος κι ἄ­φη­σε τὰ πράγ­μα­τα νὰ ἐ­ξε­λι­χτοῦν μό­να τους. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ὁ σπο­ρέ­ας. Σπέρ­νει τὸν κα­λὸ σπό­ρο καὶ τὸν ἀ­φή­νει ν’ ἀ­να­πτυ­χθεῖ καὶ μὲ τὸν και­ρὸ νὰ καρ­πο­φο­ρή­σει, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸν τό­πο ὅ­που ἔ­πε­σε. Ὁ Κύ­ρι­ος ἔ­κα­νε τὸ κα­λὸ ἔρ­γο, τὸ θε­ϊ­κό, τό­σο σὲ δύ­να­μη ὅ­σο καὶ σὲ ἀ­γά­πη, κι ἀ­πο­σύρ­θη­κε γιὰ νὰ γλι­τώ­σει τὸν ἔ­παι­νο τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως εἶ­πε λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα: «Δό­ξαν πα­ρὰ ἀν­θρώ­πων οὐ λαμ­βά­νω» (Ἰ­ω­άν. ἐ’ 41). Φεύ­γει μα­κρι­ὰ ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους γιὰ νὰ μὴ τὸν φθο­νή­σουν, ὅ­πως γί­νε­ται συ­νή­θως. Φεύ­γει ὅ­μως γιὰ νὰ δώ­σει πα­ρά­δειγ­μα καὶ σ’ ὅ­λους ἐ­μᾶς ποὺ λε­γό­μα­στε χρι­στια­νοί. Τὸ κα­λὸ ἔρ­γο τε­λει­ο­ποι­εῖ­ται καὶ δι­και­ώ­νε­ται ὅ­ταν γί­νε­ται μό­νο ἀ­πὸ ἀ­γά­πη γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο καὶ γιὰ τὴ δό­ξα τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ κά­νουν κα­λὰ ἔρ­γα, ἂς μὴ τὰ κά­νουν ἀ­πὸ μα­ται­ό­τη­τα, γιὰ νὰ προ­σελ­κύ­σουν τὸν ἔ­παι­νο τῶν ἀν­θρώ­πων. Ὅ­ποιος ἐ­πι­δεί­χνει τὰ κα­λά του ἔρ­γα σὲ κοι­νὴ θέ­α, μοιά­ζει μὲ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ βά­ζει τὰ πρό­βα­τα ἀ­νά­με­σα στοὺς λύ­κους. Γι’ αὐ­τὸ καὶ πρέ­πει νὰ προ­σέ­χου­με πο­λὺ τὰ κα­λά μας ἔρ­γα, ν’ ἀ­πο­φεύ­γου­με νὰ προ­κα­λοῦ­με τὸν ἔ­παι­νο ἢ τὸ φθό­νο τῶν ἄλ­λων. Ὅ­ποιος γυ­ρεύ­ει σκό­πι­μα τὸν ἔ­παι­νο τῶν ἄλ­λων, ξέ­χω­ρα ἀ­πὸ τὸ κα­λό του ἔρ­γο, θὰ κά­νει καὶ δύ­ο κα­κά: Τὸν ἔ­παι­νο, ποὺ θὰ βλά­ψει τὸν ἴ­διο προ­σω­πι­κά, καὶ τὸ φθό­νο, ποὺ θὰ βλά­ψει τοὺς ἄλ­λους.

«Με­τὰ ταῦ­τα εὑ­ρί­σκει αὐ­τὸν ὁ Ἰ­η­σοῦς ἐν τῷ ἱ­ε­ρῶ καὶ εἶ­πεν αὐ­τῶ· ἴ­δε ὑ­γι­ὴς γέ­γο­νας· μη­κέ­τι ἁ­μάρ­τα­νε, ἴ­να μὴ χεῖ­ρον σοὶ τί γέ­νη­ται» (Ἰ­ω­άν. ἐ’ 14). Ο Κύ­ρι­ος θε­ρά­πευ­σε τὸ σῶ­μα καὶ τώ­ρα ἀ­να­βι­βά­ζει τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ σὲ ἀ­νώ­τε­ρη σφαί­ρα, στὴν πνευ­μα­τι­κή του δι­ά­στα­ση. Κά­νει τὸν θε­ρα­πευ­μέ­νο νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι ἡ πη­γὴ κι ἡ αἰ­τί­α τῆς φο­βε­ρῆς του ἀρ­ρώ­στιας ἦ­ταν ἡ ἁ­μαρ­τί­α. Καὶ τὸν προ­ει­δο­ποι­εῖ νὰ πά­ψει ν’ ἁ­μαρ­τά­νει. Ἴ­να μὴ χεῖ­ρον σοὶ τί γέ­νη­ται.

Δὲν εἶ­ναι γνω­στὸ σὲ τί εἶ­δος ἁ­μαρ­τί­ας εἶ­χε πέ­σει ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός, μὰ οὔ­τε καὶ μᾶς βο­η­θά­ει ἡ γνώ­ση αὐ­τή. Ξέ­ρου­με πὼς ὁ Θε­ὸς ἀ­πο­στρέ­φε­ται κά­θε ἁ­μαρ­τί­α, πὼς ἡ ἁ­μαρ­τί­α μᾶς ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ κον­τά Του. Γνω­ρί­ζου­με πὼς κά­θε ἁ­μαρ­τί­α γιὰ τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἔ­χου­με με­τα­νο­ή­σει, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θὰ προ­κα­λέ­σει πό­νο, θὰ φέ­ρει βά­σα­να. Μη­κέ­τι ἁ­μάρ­τα­νε, ἴ­να μὴ χεῖ­ρον σοὶ τί γέ­νη­ται. Τώ­ρα ὁ Θε­ός σου ἔ­δει­ξε τὸ ἔ­λε­ός Του, ἡ ἁ­μαρ­τί­α σου συ­χω­ρέ­θη­κε. Μὴν ἐ­ξα­κο­λου­θεῖς νὰ πει­ρά­ζεις τὸ Θε­ὸ ὅ­μως, μὴ τὸν προ­κα­λεῖς. Για­τί τό­τε, ἀν­τὶ γιὰ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Θε­οῦ, ἴ­σως συ­ναν­τή­σεις τὴ δι­και­ο­κρι­σί­α Του. Ἂν κα­τόρ­θω­σες νὰ δι­και­ω­θεῖς ἐ­νώ­πι­όν του Θε­οῦ γιὰ τὴν προ­η­γού­με­νη ἁ­μαρ­τί­α σου, μὲ μί­α ἀ­νε­παρ­κῆ γνώ­ση γιὰ τὴ δύ­να­μή Του, με­τὰ ἀπ’ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­γι­νε δὲ θὰ μπο­ρέ­σεις νὰ βρεῖς δι­και­ο­λο­γί­α.

 Αὐ­τὴ εἶ­ναι μί­α θαυ­μά­σι­α ἀλ­λὰ καὶ φο­βε­ρὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση πρὸς ὅ­λους μας. Πῶς ἂν γιὰ μί­α φο­ρὰ νι­ώ­σα­με τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ πά­νω μας δὲν πρέ­πει νὰ ξα­να­μαρ­τή­σου­με, μή­πως μᾶς βρεῖ κά­τι χει­ρό­τε­ρο ἀπ’ αὐ­τὸ ποὺ μᾶς λύ­τρω­σε ὁ Θε­ός.

 «Ἀ­πῆλ­θεν ὁ ἄν­θρω­πος καὶ ἀ­νήγ­γει­λε τοῖς Ἰ­ου­δαί­οις ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς ἐ­στιν ὁ ποι­ή­σας αὐ­τὸν ὑ­γι­ῆ» (Ἰ­ω­άν. ἐ’ 15). Εἶ­δε ὅ­τι ὠ­φε­λή­θη­κε ὁ ἄν­θρω­πος κι εἶ­πε στοὺς Ἰ­ου­δαί­ους πὼς τὸν ἔ­κα­νε κα­λὰ ὁ Ἰ­η­σοῦς. Τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ μὲ κα­λὴ πί­στη, μὲ κα­λὲς προ­θέ­σεις. Τὸν ρω­τή­σα­νε γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ κι αὐ­τὸς νό­μι­σε πὼς ἦ­ταν κα­λὸ νὰ τὸ πεῖ. Κι ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ ἐ­νί­ω­σε πὼς τὸ ὄ­φει­λε αὐ­τὸ στὸν εὐ­ερ­γέ­τη του, ἔ­πρε­πε νὰ γνω­ρί­σει τὸ ὄ­νο­μά του στοὺς ἄλ­λους, νὰ τὸ μά­θουν ὅ­λοι, καὶ μά­λι­στα ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὸν ρώ­τη­σαν. Βρι­σκό­ταν ξα­πλω­μέ­νος στὸ κρε­βά­τι τοῦ τρι­άν­τα ὀ­κτὼ χρό­νι­α. Τὸ μό­νο ποὺ σκε­φτό­ταν ὂλ’ αὐ­τὰ τὰ χρό­νι­α ὁ φτω­χὸς ἄν­θρω­πος, ἦ­ταν οἱ πό­νοι του. Οὔ­τε νὰ φαν­τα­στεῖ δὲν μπο­ροῦ­σε πό­σο πο­νη­ρὲς ἦ­ταν οἱ καρ­διὲς ἐ­κεί­νων ποὺ ρω­τοῦ­σαν γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­πο­ψι­α­στεῖ πῶς ἐ­κεῖ­νοι δὲ ρω­τοῦ­σαν γιὰ νὰ δο­ξά­σουν τὸν Ἰ­η­σοῦ σὰν θαυ­μα­τουρ­γό, μὰ γιὰ νὰ τὸν θα­να­τώ­σουν, ἐ­πει­δὴ δὲν τή­ρη­σε τὴν ἀρ­γί­α τοῦ Σαβ­βά­του;

 Πρέ­πει νὰ προ­σέ­ξου­με ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τό. Πη­γαί­νει καὶ λέ­ει στοὺς Ἰ­ου­δαί­ους πὼς ὁ Ἰ­η­σοῦς ἦ­ταν ποὺ τὸν θε­ρά­πευ­σε. Κα­τέ­χε­ται ὁ­λό­κλη­ρος ἀ­πὸ τὴ σκέ­ψη τῆς θε­ρα­πεί­ας καὶ τοῦ θε­ρα­πευ­τῆ του. Οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, ἀν­τί­θε­τα, κα­τέ­χον­ταν ἀ­πὸ τὴ σκέ­ψη τοῦ σαβ­βα­τι­σμοῦ, τῆς μὴ τή­ρη­σης τοῦ Σαβ­βά­του. Σ’ αὐ­τὲς τὶς πε­ρί­ερ­γες στιγ­μές, ἐ­κεῖ­νος ἴ­σως δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τὴ δι­α­φο­ρὰ τοῦ τρό­που ποὺ σκέ­φτον­ταν γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ, ἀ­πὸ τὴ μί­α αὐ­τὸς κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι. Συ­νε­παρ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ θαῦ­μα τοὺς με­τα­δί­δει τὴ δι­κή του ἐκ­δο­χή, τὶς με­γά­λες καὶ εὐ­χα­ρι­στή­ρι­ες σκέ­ψεις γιὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη ποὺ δέ­χτη­κε ἀ­πὸ τὸ Θε­ό, γιὰ τὸ κα­λὸ ποὺ τοῦ ἔ­κα­νε ὁ Θε­ός. Δὲν εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ πα­ρα­τη­ρή­σει τὴ στε­νο­μυα­λιὰ καὶ τὶς πο­νη­ρὲς δι­α­θέ­σεις τους, ποὺ κρύ­βον­ταν ὅ­πως τὰ φί­δια κά­τω ἀ­πὸ τὰ φυλ­λώ­μα­τα. Ἡ σκέ­ψη κι ἡ δι­ά­θε­σή του ἦ­ταν νὰ δο­ξο­λο­γή­σει τὸν Κύ­ρι­ο Ἰ­η­σοῦ, τὸν εὐ­ερ­γέ­τη του. Ἡ σκέ­ψη κι ἡ δι­ά­θε­ση τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ἦ­ταν νὰ τὸν θα­να­τώ­σουν. «Οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι ἐ­ζή­τουν αὐ­τὸν ἀ­πο­κτεῖ­ναι», γρά­φει ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στὴς (Ἰ­ω­άν. ἐ’ 16). Για­τί ἤ­θε­λαν νὰ τὸν σκο­τώ­σουν; Μή­πως ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ὁ μο­να­δι­κὸς ἄν­θρω­πος ποῦ πρό­σε­ξε τὸ δυ­στυ­χῆ πα­ρά­λυ­το τὰ τρι­άν­τα ὀ­κτὼ αὐ­τὰ χρό­νι­α; Μά­λι­στα, γι’ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ καὶ γιὰ ἕ­ναν ἄλ­λο λό­γο. Ἐ­πει­δὴ ὁ Κύ­ρι­ος ἦ­ταν ὁ μο­να­δι­κὸς ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­δω­σε με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α στὴ ζω­ὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που, ἀ­πὸ τὴν τυ­πο­λα­τρί­α τοῦ σαβ­βα­τι­σμοῦ τῶν Ἰ­ου­δαί­ων.

Ὁ Κύ­ρι­ος πέ­ρα­σε ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς πα­γί­δες καὶ τὶς ἐ­νέ­δρες τῆς κα­κί­ας τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, σκορ­πί­ζον­τας μὲ λό­γο καὶ ἔρ­γα τὸ εὐ­αγ­γέ­λι­ο τῆς ἀ­γά­πης γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ὡς τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ πα­ρα­δο­θεῖ στὰ χέ­ρια τῶν Ἰ­ου­δαί­ων. Γιὰ νὰ δεί­ξει τὴ με­γα­λο­σύ­νη Του μὲ τὴν τα­πεί­νω­σή Του, νὰ νι­κή­σει τὸ θά­να­το μὲ τὸ θά­να­τό Του. Σ’ Αὐ­τὸν πρέ­πει ἡ τι­μὴ κι ἡ δό­ξα, μα­ζὶ μὲ τὸν Πα­τέ­ρα καὶ τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, τὴν ὁ­μο­ού­σι­α καὶ ἀ­δι­αί­ρε­τη Τρι­ά­δα, τώ­ρα καὶ πάν­τα καὶ στοὺς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μὴν

(Ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο «ΟΜΙΛΙΕΣ Γ’: ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ – Ἀ­πὸ τὴν Κυ­ρι­α­κή του Πά­σχα ὡς τὴν Πεν­τη­κο­στὴ» Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Βε­λι­μί­ρο­βιτς, Με­τά­φρα­ση – Ἐ­πι­μέ­λει­α ΠΕΤΡΟΥ ΜΠΟΤΣΗ – 2011) 

 

footer
  • Κυριακή
    21 Ιουλίου

    Συμεών του σαλού και Ιωάννου των οσίων


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ