ploigisi h3

bottom neo

Ἁγ.Σι­λου­α­νοῦ τοῦ Ἀ­θω­νί­τη

 

imgres

Δὲν ἔ­φε­ρα τί­πο­τε μα­ζί μου στὸ Μο­να­στή­ρι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μου, καὶ δὲν ξέ­ρω για­τί ὁ Κύ­ρι­ός μου ἔ­δω­σε, ἐ­νῶ ἤ­μουν ἀ­κό­μη νε­α­ρὸς ὑ­πο­τα­κτι­κός, τό­ση χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ποὺ γέ­μι­σαν ἀ­πὸ χά­ρη ἡ ψυ­χὴ καὶ τὸ σῶ­μα μου. Κι ἦ­ταν ἡ χά­ρη ὅ­μοι­α μὲ τὴ χά­ρη τῶν μαρ­τύ­ρων καὶ τὸ σῶ­μα μου δι­ψοῦ­σε νὰ πά­θει γιὰ τὸν Χρι­στό.

Δὲν ἐ­ζη­τοῦ­σα ἐ­γὼ ἀ­πὸ τὸν Κύ­ρι­ο Πνεῦ­μα Ἅ­γι­ο. Δὲν ἤ­ξε­ρα πὼς ὑ­πάρ­χει Πνεῦ­μα Ἅ­γι­ο, πὼς ἔρ­χε­ται στὴν ψυ­χὴ καὶ πῶς ἐ­νερ­γεῖ στὴν ψυ­χή. Τώ­ρα ὅ­μως χαί­ρο­μαι νὰ γρά­ψω γι'; αὐ­τό. 

Ὢ Πνεῦ­μα Ἅ­γι­ο, πό­σο Σὲ ἀ­γα­πᾶ ἡ ψυ­χή! 

Εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ σὲ πε­ρι­γρά­ψω, ἀλ­λὰ ἡ ψυ­χὴ γνω­ρί­ζει τὸν ἐρ­χο­μό Σου καὶ Σὺ δί­νεις εἰ­ρή­νη στὸ νοῦ καὶ γλυ­κύ­τη­τα στὴν καρ­διά.

Ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­πε: «Μά­θε­τε ἀπ' ἐ­μοῦ τὴν πρα­ό­τη­τα καὶ τὴν τα­πεί­νω­σιν καὶ εὐ­ρή­σε­τε ἀ­νά­παυ­σιν εἰς τὰς ψυ­χᾶς ὑ­μῶν». Αὐ­τὸ τὸ λέ­γει ὁ Κύ­ρι­ος γιὰ τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα. Μο­νά­χα στὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα βρί­σκει ἡ ψυ­χὴ τὴν τέ­λει­α ἀ­νά­παυ­ση. 

Κα­λό­τυ­χοι ἐ­μεῖς οἱ ὀρ­θό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί, για­τί μᾶς ἀ­γα­πᾶ πο­λὺ ὁ Κύ­ρι­ος καὶ μᾶς δί­νει τὴ χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Καὶ μὲ τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα βλέ­που­με τὴ δό­ξα τοῦ Κυ­ρί­ου. Γιὰ νὰ φυ­λᾶ­με ὅ­μως τὴ χά­ρη, ὀ­φεί­λου­με ν'; ἀ­γα­ποῦ­με τοὺς ἐ­χθροὺς καὶ σ'; ὅ­λες τὶς στε­νο­χώ­ριες μας νὰ εὐ­χα­ρι­στοῦ­με τὸ Θε­ό.

Ὁ ἄν­θρω­πος, πρὶν δε­χθεῖ τὴ χά­ρη, ζεῖ καὶ νο­μί­ζει πὼς ὅ­λα στὴν ψυ­χὴ του πά­νε κα­λά. Ὅ­ταν ὅ­μως τὸν ἐ­πι­σκε­φθεῖ ἡ χά­ρη καὶ μεί­νει μέ­σα του, βλέ­πει τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Κι ὅ­ταν με­τὰ στε­ρη­θεῖ πά­λι τὴ χά­ρη, τό­τε μό­νο κα­τα­λα­βαί­νει σὲ ποιὰ ἄ­θλι­α κα­τά­στα­ση βρί­σκε­ται. 

Ἔ­τσι, κι ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὑ­πο­φέ­ρει καὶ πο­νεῖ ἡ ψυ­χὴ ποὺ ἔ­χα­σε τὴ χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καὶ σέρ­νε­ται στὴ σκλα­βιὰ τῶν κα­κῶν λο­γι­σμῶν. 

Ὅ­ποιος δὲν γνω­ρί­ζει τὴ χά­ρη, δὲν τὴν ἐ­πι­ζη­τεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι προ­σκολ­λή­θη­καν στὴ γῆ, καὶ πολ­λοὶ δὲν ξέ­ρουν πὼς τί­πο­τα τὸ γή­ι­νο δὲν μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὴ γλυ­κύ­τη­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Ἡ μά­να, ὅ­ταν πε­θά­νει, ἀ­φή­νει τὰ παι­διὰ ὀρ­φα­νά. Ὁ Κύ­ρι­ος ὅ­μως δὲν μᾶς ἄ­φη­σε ὀρ­φα­νούς, ἀλ­λὰ μᾶς ἔ­δω­σε τὸν Πα­ρά­κλη­το, τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γι­ο (Ἰ­ω­άν. Ἰδ'; 16-18), καὶ Αὐ­τὸ μας ἐμ­πνέ­ει ν'; ἀ­γα­ποῦ­με τὸν Θε­ὸ καὶ νὰ Τὸν πο­θοῦ­με ἀ­τέ­λειω­τα. 

Ὦ, πό­σο βα­ρει­ὰ στε­νο­χω­ρι­έ­ται ἡ ψυ­χὴ ὅ­ταν χά­σει τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν παρ­ρη­σί­α πρὸς τὸν Θε­ό! Μὲ πό­νο καρ­διᾶς τό­τε πα­ρα­κα­λεῖ: «Πό­τε θὰ Σὲ δῶ πά­λι, Κύ­ρι­ε, καὶ θὰ γευ­θῶ τὴν εἰ­ρή­νη καὶ τὴν ἀ­γά­πη Σου;» 

Για­τί θλί­βε­σαι, ψυ­χή μου, καὶ χύ­νεις δά­κρυ­α; Μὴν τυ­χὸν λη­σμό­νη­σες τί σου ἐ­χά­ρι­σε ὁ Κύ­ρι­ος, πα­ρό­λο ποῦ ἄ­ξι­ζες κά­θε τι­μω­ρί­α; 

Ὄ­χι, δὲν ἐ­λη­σμό­νη­σα τὸ μέ­γα ἔ­λε­ος ποὺ ἐ­σκόρ­πι­σε σὲ μέ­να ὁ Κύ­ρι­ος καὶ θυ­μᾶ­μαι τὴ χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καὶ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Κυ­ρί­ου. 

Για­τί, λοι­πόν, δα­κρύ­ζεις, ψυ­χή, ἀ­φοῦ γνω­ρί­ζεις τὸ ἀ­πε­ρί­γρα­πτο ἔ­λε­ος τοῦ Κυ­ρί­ου; Τί ἄλ­λο πε­ρισ­σό­τε­ρο θέ­λεις ἀ­πὸ τὸν Δε­σπό­τη;

     Ἡ ψυ­χή μου θέ­λει νὰ μὴν στε­ρη­θεῖ πο­τὲ τὴ χά­ρη τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἡ γλυ­κύ­τη­τα τῆς χά­ρης σύ­ρει ἀ­κα­τά­παυ­στα τὴν ψυ­χή μου πρὸς τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Πλά­στη μου. 

Ὅ­ταν ἐ­λατ­τώ­νε­ται στὴν ψυ­χὴ ἡ χά­ρη, τό­τε πά­λι ἀρ­χί­ζει αὐ­τὴ νὰ ἀ­να­ζη­τᾶ τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἡ ψυ­χὴ τα­ρά­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν τυ­ραν­νί­α τῶν κα­κῶν λο­γι­σμῶν καὶ κα­τα­φεύ­γει στὸν Κύ­ρι­ο, στὸν Πλα­στουρ­γό της, καὶ πα­ρα­κα­λεῖ νὰ τῆς δώ­σει πνεῦ­μα τα­πει­νώ­σε­ως, γιὰ νὰ μὴ τὴν ἐγ­κα­τα­λεί­πει ἡ χά­ρη τῆς ἀ­δι­ά­λει­πτης ἀ­γά­πης τοῦ Οὐ­ρά­νι­ου Πα­τέ­ρα.

Ὁ Κύ­ρι­ος ἀ­πο­σύ­ρει τὴ χά­ρη Του ἀ­πὸ τὴν ψυ­χὴ καὶ ἔ­τσι, μὲ τὸ ἔ­λε­ος καὶ τὴ σο­φί­α Του, ὁ­δη­γεῖ στὴν τα­πεί­νω­ση τὴν ψυ­χή, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ἅ­πλω­σε μὲ ἀ­γω­νί­α τὰ χέ­ρια Του στὸν Σταυ­ρό. Πε­ρι­μέ­νει ὅ­μως νὰ δεί­ξει ἡ ψυ­χὴ τὴν προ­αί­ρε­σή της στὸν ἀ­γώ­να κα­τὰ τῶν ἐ­χθρῶν, μό­νη ὅ­μως ἡ ψυ­χὴ δὲν ἔ­χει δυ­νά­μεις γιὰ νὰ νι­κή­σει. Γι'; αὐ­τὸ ζη­τῶ μὲ δά­κρυ­α ἀ­πὸ τὸν Κύ­ρι­ο: «Κύ­ρι­ε, Σὺ βλέ­πεις πό­σο ἀ­σθε­νι­κι­ὰ εἶ­ναι ἡ ψυ­χή μου, ὅ­ταν στε­ρη­θεῖ τὴ χά­ρη Σου. Σύ, τὸ Φῶς καὶ ὁ Πα­τέ­ρας μας, δῶ­σε μας τὸν ἅ­γι­ο φό­βο Σου, γιὰ νὰ Σὲ ἀ­γα­ποῦ­με ὅ­πως Σὲ τρέ­μουν καὶ Σὲ ἀ­γα­ποῦν τὰ Χε­ρου­βείμ».

Ὁ ἄν­θρω­πος ἀφ' ἑ­αυ­τοῦ τοῦ εἶ­ναι ἀ­νί­κα­νος νὰ τη­ρή­σει τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ καὶ γι'; αὐ­τὸ ἐ­λέ­χθη: «Αἰ­τεῖ­ται καὶ δο­θή­σε­ται». Καὶ ἂν δὲν πα­ρα­κα­λοῦ­με, βα­σα­νί­ζου­με μό­νοι μας τὸν ἑ­αυ­τό μας καὶ χά­νου­με τὴ χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Καὶ ἡ ψυ­χὴ χω­ρὶς τὴ χά­ρη τα­ρά­ζε­ται γιὰ πολ­λὰ πράγ­μα­τα, για­τί δὲν ἐν­νο­εῖ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ.

Γιὰ νὰ ἔ­χει τὴ χά­ρη, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἐγ­κρα­τὴς σὲ ὅ­λα ὁ ἄν­θρω­πος: στὶς κι­νή­σεις, στὴν ὁ­μι­λί­α, στὴν ὅ­ρα­ση, στοὺς λο­γι­σμούς, στὴν τρο­φή. Γιὰ κά­θε εἴ­δους ἐγ­κρά­τει­α βο­η­θά­ει ἡ με­λέ­τη τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως λέ­ει ἡ Γρα­φή: «οὐκ ἐπ'; ἄρ­τω μό­νω ζή­σε­ται ὁ ἄν­θρω­πος, ἀλλ'; ἐ­πὶ παν­τὶ ρή­μα­τι ἐκ­πο­ρευ­ο­μέ­νω δι­ὰ στό­μα­τος Θε­οῦ». 

Κα­λό­τυ­χος ὅ­ποιος δὲν ἔ­χα­σε τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ ἀ­νε­βαί­νει ἀ­πὸ δύ­να­μη σὲ δύ­να­μη. Ἐ­γὼ ὅ­μως ἔ­χα­σα τὴ χά­ρη, ἀλ­λὰ ὁ Κύ­ρι­ος μὲ σπλα­χνί­στη­κε καὶ μοῦ ἔ­δω­σε νὰ γευ­θῶ ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη χά­ρη μό­νο κα­τὰ τὸ ἔ­λε­ός Του. 

Χω­ρὶς τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ εἴ­μα­στε ὅ­μοι­οι μὲ τὰ ζῶ­α, ἀλ­λὰ μὲ τὴ χά­ρη ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι μέ­γας κον­τὰ στὸν Θε­ό.

Οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­κτι­μοῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ τὶς γή­ι­νες ἐ­πι­στῆ­μες ἢ τὴ γνω­ρι­μί­α μὲ κά­ποιον ἐ­πί­γει­ο βα­σι­λιά, καὶ χαί­ρον­ται ὅ­ταν κά­νουν πα­ρέ­α μα­ζί του -;ἀλ­λὰ ἀ­λη­θι­νὰ με­γά­λο εἶ­ναι μό­νο τὸ νὰ γνω­ρί­ζου­με μὲ τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα τὸν Κύ­ρι­ο καὶ τὸ θέ­λη­μά Του. 

Μὲ τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γι­ο ἐ­γνώ­ρι­σε ἡ ψυ­χή μου τὸν Κύ­ρι­ο καὶ γι'; αὐ­τὸ εἶ­ναι εὔ­κο­λοι καὶ εὐ­χά­ρι­στο γιὰ μέ­να νὰ Τὸν σκέ­φτο­μαι, Αὐ­τὸν καὶ τὰ ἔρ­γα Του. Χω­ρὶς ὅ­μως τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, ἡ ψυ­χὴ πα­ρα­μέ­νει σὰν νε­κρή, ἔ­στω κι ἂν ἔ­μα­θε ὅ­λο τὸν κό­σμο.

Ἂν ἤ­ξε­ραν οἱ ἄν­θρω­ποι τί εἶ­ναι ἡ πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­πι­στή­μη, θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­παν τὶς γή­ι­νες ἐ­πι­στῆ­μες καὶ τέ­χνες καὶ θὰ ζη­τοῦ­σαν μό­νο τὸν Κύ­ρι­ο. Τὸ θεῖ­ο κάλ­λος Τοῦ αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴν ψυ­χὴ καὶ αὐ­τὴ πο­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει αἰ­ώ­νι­α μα­ζί Του, καὶ δὲν ζη­τᾶ, τί­πο­τα ἄλ­λο καὶ θε­ω­ρεῖ ὅ­λα τὰ βα­σί­λει­α τῆς γὴς σὰν σύν­νε­φα ποὺ πε­ρι­φέ­ρον­ται στὸν οὐ­ρα­νό.

Ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­πε: «Ἐ­γὼ ἐν τῷ Πα­τρὶ καὶ ὁ Πα­τὴρ ἐν ἐ­μοί ἐ­στι» καὶ «ὑ­μεῖς ἐν ἐ­μοὶ κα­γῶ ἐν ὑ­μῖν» (Ἰ­ω­άν. ἲδ΄10, 20). 

Πό­σο με­γά­λο ἔ­λε­ος! Ὁ Κύ­ρι­ος θέ­λει νὰ βρι­σκό­μα­στε κον­τὰ σ'; Αὐ­τὸν καὶ στὸν Πα­τέ­ρα, καὶ ἡ ψυ­χὴ μᾶς αἰ­σθά­νε­ται πὼς ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­ναι κον­τά μας. 

Ἀλ­λὰ τί ἔ­χου­με κά­νει, Κύ­ρι­ε, γιὰ Σέ­να ἢ σὲ τί Σὲ εὐ­χα­ρι­στο­ή­σα­με, ὥ­στε νὰ θέ­λεις νὰ εἶ­σαι μέ­σα μας καὶ ἐ­μεῖς κον­τά Σου; Ἐ­μεῖς Σὲ σταυ­ρώ­σα­με μὲ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μας καὶ Σὺ θέ­λεις νὰ εἴ­μα­στε μα­ζί Σου; Ὦ, πό­σο με­γά­λο ἔ­λε­ος ἔ­δει­ξες σ'; ἐ­μέ­να! Σ'; ἐ­μέ­να, πού μου ἀ­ξί­ζει ὁ ἅ­δης καὶ τὰ βά­σα­νά του,

Ἐ­σὺ δί­νεις τὴ χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. 

Κι ἂν ἔ­δω­σες σ' ἐ­μὲ τὸν ἁ­μαρ­τω­λὸ τὴ χά­ρη νὰ Σὲ γνω­ρί­σω μὲ τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, τό­τε Σέ  ἱ­κε­τεύ­ω, Κύ­ρι­ε, νὰ δώ­σεις νὰ Σὲ γνω­ρί­σει ὅ­λος ὁ κό­σμος.
 

footer
  • Δευτέρα
    22 Ιουλίου

    Μαρίας Μαγδαληνής, Μαρκέλλης μάρτ.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ