ploigisi h3

bottom neo

 

Ἐ­πέ­σχεν ὄμ­βρον, πῦρ τρί­τον φέ­ρων κά­τω,

Σχί­ζει δὲ ρεῖ­θρον Ἠ­λί­ας τρέ­χων ἄ­νω.

Δί­φρω ἀ­νηρ­πά­γης πε­ρὶ εἰ­κά­δα, Ἠ­λί­α ἱπ­πεῦ.

 

   prophitisilias03 Μέ­σα στὴ χο­ρεί­α τῶν Προ­φη­τῶν τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ξε­χω­ρι­στὴ εἶ­ναι ἡ θέ­ση τοῦ προ­φή­τη Ἠ­λί­α. Στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη τὸ ὄ­νο­μα τοῦ προ­φή­τη Ἠ­λί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται πολ­λὲς φο­ρὲς ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Ὁ Ζα­χα­ρί­ας, ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Προ­δρό­μου, εἶ­πε πὼς ὁ Ἰ­ω­άν­νης θὰ ἐρ­χό­ταν «ἐν πνεύ­μα­τι καὶ δυ­νά­μει Ἡ­λί­ου» (Λούκ., κέφ. α, στ. 17), θὰ εἶ­χε δη­λα­δὴ τὰ γνω­ρί­σμα­τα καὶ τὸ ζῆ­λο τοῦ προ­φή­τη Ἠ­λί­α, θὰ ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας, ὅ­πως ὁ λα­ὸς τὸν πε­ρί­με­νε νὰ ξα­νάρ­θει. Ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ὅ­ταν ἔ­δω­σε μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὸν πρό­δρο­μο Ἰ­ω­άν­νη κι ἔ­πλε­ξε τὸ ἐγ­κώ­μι­ό του, εἶ­πε πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Ἠ­λί­ας «Ἂν θέ­λε­τε, νὰ τὸ πα­ρα­λε­χθεῖ­τε, αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Ἠ­λί­ας, ποὺ ἔ­μελ­λε νὰ ἔλ­θει».

   Τὸ πι­ὸ σπου­δαῖ­ο εἶ­ναι ὅ­τι οἱ μα­θη­τὲς ἐ­πά­νω στὸ βου­νό, κα­τὰ τὴ θεί­α Με­τα­μόρ­φω­ση, εἶ­δαν τοὺς δύ­ο Προ­φῆ­τες, τὸν Μω­ϋ­σῆ καὶ τὸν Ἠ­λί­α, νὰ συ­νο­μι­λοῦν μὲ τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Ὅ­λα αὐ­τὰ φα­νε­ρώ­νουν τὴν ξε­χω­ρι­στὴ θέ­ση τοῦ προ­φή­τη Ἠ­λί­α ἀ­νά­με­σα στοὺς Προ­φῆ­τες καὶ μέ­σα στὴ συ­νεί­δη­ση τοῦ λα­οῦ. Ἀ­κό­μα καὶ στὸ πρό­σω­πο τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ἀ­κού­ον­τας τὴ δι­δα­σκα­λί­α καὶ βλέ­πον­τας τὰ θαύ­μα­τά του, ἔ­βλε­παν τὸν προ­φή­τη Ἠ­λί­α, ποὺ εἶ­χε ξα­νάρ­θει. Ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς ρώ­τη­σε· «Τί­να μὲ λέ­γου­σιν οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι;». Κι οἱ μα­θη­τὲς εἲ­παν «Ἰ­ω­άν­νην τὸν βα­πτι­στήν, ἄλ­λοι δὲ Ἠ­λί­αν....».

  Ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας ἔ­ζη­σε τὸν 9 π.Χ. αἰ­ώ­να καὶ ἦ­ταν γιὸς τοῦ Σω­βὰκ καὶ κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴ Θέ­σβη (γι' αὐ­τὸ καὶ ὀ­νο­μά­στη­κε Θε­σβί­της), τὸ ση­με­ρι­νὸ El’Istib, τῆς πε­ρι­ο­χῆς Γα­λα­άδ, καὶ ἄ­νη­κε στὴν φυ­λὴ τοῦ Ἀ­α­ρῶν. Ὅ­ταν γεν­νή­θη­κε, ὁ πα­τέ­ρας του εἶ­δε μί­α θεί­α ὀ­πτα­σί­α: Δύ­ο ἄν­δρες λευ­κο­φο­ρε­μέ­νοι τὸν ὀ­νό­μα­ζαν Ἠ­λί­α, τὸν σπαρ­γά­νω­ναν μὲ φω­τιὰ καὶ τοῦ ἔ­δι­ναν φλό­γα νὰ φά­ει. Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας του, πῆ­γε στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καὶ ἀ­φοῦ πε­ρι­έ­γρα­ψε τὴν ὀ­πτα­σί­α στοὺς ἱ­ε­ρεῖς, ἐ­κεῖ­νοι τοῦ εἶ­παν ἑρ­μη­νεύ­ον­τας τὴν ὀ­πτα­σί­α, ὅ­τι ὁ γιός του θὰ γί­νει προ­φή­της καὶ θὰ κρί­νει τὸ Ἰσ­ρα­ὴλ μὲ δί­κο­πο μα­χαί­ρι καὶ φω­τιά.

  Ὁ Προ­φή­της Ἠ­λί­ας ἄ­σκη­σε τὸ προ­φη­τι­κό του χά­ρι­σμα ἐ­πὶ 25 ἔ­τη στὰ χρό­νι­α του βα­σι­λέ­α Ἀ­χα­άβ, ποὺ βα­σί­λε­ψε στὰ 873 - 854 π.Χ. Ὁ Ἀ­χα­ὰβ καὶ μά­λι­στα ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Ἰ­ε­ζά­βελ ἤ­σαν ἄν­θρω­ποι ἀ­σε­βεῖς κι ἐ­ναν­τί­ον τους ἦ­ταν ὁ πό­λε­μος τοῦ προ­φή­τη Ἠ­λί­α. Ἡ Ἰ­ε­ζά­βελ, ποὺ δὲν ἦ­ταν ἰσ­ρα­η­λί­τισ­σα καὶ γι­νό­ταν αἰ­τί­α νὰ νο­θεύ­ε­ται ἡ πί­στη ἀ­πὸ εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὰ ἔ­θι­μα, αὐ­τὴ λοι­πὸν κυ­νή­γη­σε πο­λὺ τὸν προ­φή­τη Ἠ­λί­α, γι’ αὐ­τὸ κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν δι­αρ­κῶς νὰ φεύ­γει καὶ νὰ κρύ­βε­ται. Ἡ Ἰ­ε­ζά­βελ κυ­νη­γοῦ­σε τὸν προ­φή­τη Ἠ­λί­α ὅ­πως ἡ Ἡ­ρω­δι­ά­δα τὸν Ἰ­ω­άν­νη τὸν Πρό­δρο­μο.

Πρῶ­το με­γά­λο ση­μεῖ­ο, ποὺ ἔ­δω­σε ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας, ἦ­ταν ποὺ προ­σευ­χή­θη­κε καὶ δὲν ἔ­βρε­ξε γιὰ τρι­ά­μι­σι χρό­νι­α. Σ’ αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα ὁ Προ­φή­της κρυ­βό­ταν σὲ μί­α σπη­λιὰ σ’ ἕ­να χεί­μαρ­ρο πέρ’ ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ορ­δά­νη. Ἐ­κεῖ ὑ­πῆρ­χε λί­γο νε­ρό, κι ἕ­νας κό­ρα­κας τοῦ πή­γαι­νε τρο­φὴ κά­θε πρω­ί. Ὅ­ταν στέ­ρε­ψε τὸ νε­ρό, ἔ­φυ­γε ὁ Προ­φή­της καὶ πῆ­γε στὰ Σά­ρε­πτα τῆς Σι­δω­νί­ας· ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­κεῖ φι­λο­ξε­νή­θη­κε σὲ μί­α χή­ρα γυ­ναί­κα, ποὺ εἶ­χε λί­γο ἀ­λεύ­ρι καὶ λί­γο λά­δι, κι ὅ­μως ἔ­τρω­γαν ὅ­λο τὸν και­ρὸ καὶ δὲν ἔ­λει­ψαν. Ἡ χή­ρα γυ­ναί­κα εἶ­χε ἕ­να παι­δὶ κι ἔ­τυ­χε νὰ ἀρ­ρω­στή­σει καὶ νὰ πε­θά­νει. Τό­τε ὁ Προ­φή­της προ­σευ­χή­θη­κε κι ἀ­νά­στη­σε τὸ παι­δί.

  Δεύ­τε­ρο με­γά­λο ση­μεῖ­ο, ποὺ ἔ­δει­ξε ὁ Προ­φή­της Ἠ­λί­ας, ἦ­ταν ποὺ προ­σευ­χή­θη­κε κι ἦλ­θε φω­τιὰ ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό. Μὲ προ­στα­γὴ τοῦ βα­σι­λέ­α Ἀ­χα­άβ, μα­ζεύ­τη­καν τε­τρα­κό­σι­οι εἰ­δω­λο­λά­τρες ψευ­τοι­ε­ρεῖς, ποὺ τοὺς προ­στά­τευ­ε ἡ Ἰ­ε­ζά­βελ. Τό­τε ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας τοὺς προ­κά­λε­σε σ’ ἕ­να δι­α­γω­νι­σμό. Τοῦ εἶ­πε κι ἔ­βα­λαν πά­νω στὸ θυ­σι­α­στή­ρι­ο τὰ ξύ­λα καὶ τὸ σφά­γι­ο γιὰ θυ­σί­α, καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ τρέ­χουν γύ­ρω καὶ νὰ φω­νά­ζουν ὅ­λη τὴν ἥ­με­ρα τὸν ψεύ­τι­κο θε­ὸ Βά­αλ, γιὰ νὰ ρί­ξει φω­τιά· «καὶ οὐκ ἢν φω­νὴ καὶ οὐκ ἢν ἀ­κρό­α­σις». Τό­τε ὁ Προ­φή­της τοὺς εἶ­πε· «Κά­νε­τε πέ­ρα! Τώ­ρα θὰ κά­νω ἐ­γὼ τὴ θυ­σί­α μου». Ἔ­κα­νε δι­κό του θυ­σι­α­στή­ρι­ο, ἔ­βα­λε κι ἔ­βρε­ξαν κα­λὰ τρεῖς φο­ρὲς τὰ ξύ­λα μὲ νε­ρὸ κι ὕ­στε­ρα προ­σευ­χή­θη­κε. Ἔ­πε­σε τό­τε φω­τιὰ ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ κι ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­σε κι ἔ­κα­ψε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ θυ­σι­α­στή­ρι­ο.

 Ὕ­στε­ρα ἀπ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο, ὁ λα­ὸς ἐ­πί­α­σε τοὺς τε­τρα­κό­σι­ους ψευ­το­ϊ­ε­ρεῖς, κι ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας τοὺς τι­μώ­ρη­σε αὐ­στη­ρά. Ἡ Ἰ­ε­ζά­βελ, ἀ­γρι­ε­μέ­νη, κυ­νή­γη­σε τὸν Προ­φή­τη, κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­φυ­γε ψη­λὰ στὸ Χω­ρήβ, ἐ­κεῖ ποὺ πρὶν πεν­τα­κό­σι­α χρό­νι­α ὁ Μω­ϋ­σῆς ἄ­κου­σε τὴ φω­νὴ τοῦ Θε­οῦ κι εἶ­δε τὴ βά­το νὰ φλέ­γε­ται καὶ νὰ μὴν καί­γε­ται. Ἐ­κεῖ ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας κρυ­βό­ταν σὲ μί­α σπη­λιά, κι ὁ Θε­ὸς τὸν δί­δα­ξε ἕ­να σπου­δαῖ­ο μά­θη­μα. Τοῦ εἶ­πε· «Ἀ­νέ­βα ψη­λὰ στὴν κο­ρυ­φή, καὶ θὰ δεῖς τὸ Θε­ό. Θὰ πε­ρά­σει δυ­να­τὸς ἀ­έ­ρας· θὰ γί­νει σει­σμός· θὰ δεῖς φω­τιὰ καὶ θὰ πε­ρά­σει ἕ­να ἀ­νά­λα­φρο καὶ δρο­σε­ρὸ ἀ­ε­ρά­κι. Ὁ Θε­ὸς δὲν θὰ εἶ­ναι οὔ­τε στὴ θύ­ελ­λα οὔ­τε στὸ σει­σμὸ οὔ­τε στὴ φω­τιά, ἀλ­λὰ στὸ ἀ­νά­λα­φρο ἀ­ε­ρά­κι».

Ἄλ­λα θαυ­μα­στὰ ση­μεῖ­α τοῦ πορ­φή­τη Ἠ­λί­α ἦ­ταν ὅ­τι δι­έ­σχι­σε τὸν Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μὸ μὲ τὴν μυ­λω­τή του καὶ τέ­λος ὅ­τι ἀν­τὶ νὰ πε­θά­νει­ ­α­νε­λη­φθη μὲ ἅρ­μα πυ­ρο­ς ­στον οὐ­ρα­νό.

  Νὰ ση­μει­ώ­σου­με, ὅ­τι ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας, με­τὰ ἀ­πὸ ὀ­κτὼ ἢ δέ­κα χρό­νι­α ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­λη­ψή του, ἀ­πέ­στει­λε γράμ­μα­τα (ἴ­σως δὶ’ Ἀγ­γέ­λου) στὸν βα­σι­λέ­α Ἰ­ω­ράμ, προ­βλέ­πον­τας τὸν θά­να­το του ἐ­πει­δὴ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­πὸ τὴν λα­τρεί­α τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ: «καὶ ἦλ­θεν αὐ­τῷ ἐν γρα­φὴ πα­ρὰ  Ἡ­λι­οῦ τοῦ προ­φή­του λέ­γων· τά­δε λέ­γει Κύ­ρι­ος Θε­ὸς Δαυ­ὶδ τοῦ πα­τρός σου· ἀνθ' ὧν οὐκ ἐ­πο­ρεύ­θης ἐν ὀ­δῷ  Ἰ­ω­σα­φὰτ τοῦ πα­τρός σου καὶ ἐν ὀ­δοῖς  Ἀ­σὰ βα­σι­λέ­ως  Ἰ­ού­δα» (Πα­ρα­λει­πο­μέ­νων Β’, κέφ. 21, στί­χος 12).

Τὸ δὲ βι­βλί­ο Σο­φί­α Σει­ρὰχ ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι: «καί ἀ­νέ­στη  Ἠ­λί­ας προ­φή­της ὡς πῦρ, καὶ ὁ λό­γος αὐ­τοῦ ὡς λαμ­πὰς ἐ­καί­ε­το.... ὡς ἐ­δο­ξά­σθης,  Ἠ­λί­α, ἐν τοῖς θαυ­μα­σί­οις σου· καὶ τὶς ὅ­μοι­ος σοὶ καυ­χά­σθαι; ὁ ἐ­γεί­ρας νε­κρὸν ἐκ θα­νά­του καὶ ἐξ ἅ­δου ἐν λό­γω  Ὑ­ψί­στου· ὁ κα­τα­γα­γὼν βα­σι­λεῖς εἰς ἀ­πώ­λει­αν καὶ δε­δο­ξα­σμέ­νους ἀ­πὸ κλί­νης αὐ­τῶν· ὁ ἀ­κού­ων ἐν Σι­νὰ ἐ­λεγ­μὸν καὶ ἐν Χω­ρὴβ κρί­μα­τα ἐκ­δι­κή­σε­ως· ὁ χρί­ων βα­σι­λεῖς εἰς ἀν­τα­πό­δο­μα καὶ προ­φή­τας δι­α­δό­χους μὲτ  αὐ­τόν· ὁ ἀ­να­λη­φθεῖς ἐν λαί­λα­πι πυ­ρὸς ἐν ἄρ­μα­τι ἵπ­πων πυ­ρί­νων.... μα­κά­ρι­οι οἱ ἰ­δόν­τες σὲ καὶ οἱ ἐν ἀ­γα­πή­σει κε­κο­σμη­μέ­νοι, καὶ γὰρ ἠ­μεῖς ζω­ὴ ζη­σό­με­θα.» (Σο­φί­α (Σει­ράχ, μή΄, 1<-11>).

Ἀ­πο­λυ­τί­κι­ο­ν 

Ἦ­χος δ’. Τα­χὺ προ­κα­τά­λα­βε.

Ὁ ἔν­σαρ­κος Ἄγ­γε­λος, τῶν Προ­φη­τῶν ἡ κρη­πίς, ὁ δεύ­τε­ρος Πρό­δρο­μος, τῆς πα­ρου­σί­ας Χρι­στοῦ, Ἠ­λί­ας ὁ ἔν­δο­ξος, ἄ­νω­θεν κα­τα­πέμ­ψας, Ἐ­λι­σαί­ω τὴν χά­ριν, νό­σους ἀ­πο­δι­ώ­κει, καὶ λε­προὺς κα­θα­ρί­ζει, δι­ὸ καὶ τοῖς τι­μῶ­σιν αὐ­τόν, βρύ­ει ἰ­ά­μα­τα.

Κον­τά­κι­ον

Ἦ­χος β’. Αὐ­τό­με­λον.

Προ­φή­τα καὶ προ­ό­πτα τῶν με­γα­λουρ­γι­ῶν τοῦ Θε­οῦ, Ἠ­λί­α με­γα­λώ­νυ­με, ὁ τῷ φθέγ­μα­τί σου στή­σας τὰ ὑ­δα­τόρ­ρυ­τα νέ­φη, πρέ­σβευ­ε ὑ­πὲρ ἠ­μῶν, πρὸς τὸν μό­νον φι­λάν­θρω­πον.

Ὁ Οἴ­κος

Τὴν πολ­λὴν τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­νο­μί­αν, Θε­οῦ δὲ τὴν ἄ­με­τρον φι­λαν­θρω­πί­αν, θε­α­σά­με­νος ὁ Προ­φή­της Ἠ­λί­ας, ἐ­τα­ρά­πτε­το θυ­μού­με­νος, καὶ λό­γους ἀ­σπλαγ­χνί­ας πρὸς τὸν εὔ­σπλαγ­χνον ἐ­κί­νη­σεν. Ὀρ­γί­σθη­τι βο­ή­σας, ἐ­πὶ τοὺς ἀ­θε­τή­σαν­τας σέ, Κρι­τὰ δι­και­ό­τα­τε. Ἀλ­λὰ τὰ σπλάγ­χνα τοῦ ἀ­γα­θοῦ, οὐ­δό­λως πα­ρε­κί­νη­σε πρὸς τὸ τι­μω­ρή­σα­σθαι τοὺς αὐ­τὸν ἀ­θε­τή­σαν­τας· ἀ­εὶ γὰρ τὴν με­τά­νοι­αν πάν­των ἀ­να­μέ­νει, ὁ μό­νος φι­λάν­θρω­πος.

Με­γα­λυ­νά­ρι­ον

Δεῦ­τε τὸν πυ­ρί­πνουν καὶ ζη­λω­τήν, τὸν δι­ὰ τε­θρίπ­που, ἁρ­πα­γέν­τα ἀ­πὸ τῆς γής, τῆς τοῦ Χρι­στοῦ δευ­τέ­ρας, Πρό­δρο­μον πα­ρου­σί­ας, Ἠ­λί­αν τὸν Θε­σβί­την, ὕ­μνοις τι­μή­σω­μεν.

footer
  • Δευτέρα
    23 Σεπτεμβρίου

    Σύλληψις Ιωάννου Προδρόμου, Ξανθίππης και Πολυξένης οσίων


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ