ploigisi h3

bottom neo

(βασισμένη στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, θ 1 – 38, ποῦ ἀναγιγνώσκεται τὴν ὁμόνυνη Κυριακή)

Ἀστερίου Ἐπισκόπου Ἀμασείας

ekgenetisΜόλις ἀκούσαμε τὸν υἱὸ τῆς βροντῆς, τὸν Ἰωάννη, ἡ μᾶλλον τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ ἀπὸ ἁλιέα καὶ χειροτέχνη τὸν ἔκαμε συγγραφέα καὶ κήρυκα θείων ὄντως καὶ ὑψηλῶν ὑποθέσεων, νὰ μᾶς ἐκθέτει τὸ θαῦμα τῆς σωματικῆς καὶ πνευματικῆς ἀναβλέψεως τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ. Στὸ προηγούμενο κεφάλαιο ἀνέλυσε τὴν πολλὴ καὶ ἐκτεταμένη διάλεξη τοῦ Κυρίου μὲ τὴν ὁποία καθοδηγοῦσε τὸν ἀπειθῆ καὶ δύστροπο ἑβραϊκὸ λαὸ στὴ θεογνωσία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, ἀπομακρύνοντας τὸ νοῦ τους ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς μοναρχίας τους. Τοὺς ἄνοιγε τὴν πόρτα γιὰ νὰ περάσουν ἀπὸ τὴ νομικὴ παράδοση στὴ χάρη, ὀδηγώντας τους ὁμαλῶς ἀπὸ τὴν Παλαιὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅπως κάποτε ἀπὸ τὴν ἔρημο πρὸς τὴν πλούσια καὶ εὔφορη γῆ. Ἀλλὰ ἂν καὶ ἐφανέρωνε ποικιλοτρόπως καὶ τὴ δική του προΰπαρξη, ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχει προαιωνίως καὶ εὑρίσκεται πάντοτε σὲ συνάφεια μὲ τὸν Πατέρα, καὶ ἐφώναζε μὲ σαφήνεια στὰ ὦτα τῶν κωφῶν: πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγὼ εἰμί, ἐκεῖνοι δὲν ἀντελήφθησαν τὴ δύναμη τοῦ λόγου, οὔτε ἐκεῖνο ποὺ δὲν παραδέχτηκαν τὸ ἤλεγξαν μὲ κάποια ἐπιστημονικὴ ἀντίρρηση. Ἀλλὰ ἀντὶ τῶν λόγων ἔπιασαν τοὺς λίθους, καὶ ἐνῷ βρίσκονταν ἀκόμη μακριὰ ἀπὸ τὸν Σταυρό, γύμναζαν τὰ φονικὰ τοὺς χέρια γιὰ τὴ δολοφονία. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ πάντοτε προέκρινε τὴ μακροθυμία μπροστὰ στὸν ὑβριστὴ καὶ βλάσφημο λαό, ἀπέφυγε τὴν ὀργὴ καὶ τὴν ὀχλαγωγία τους. Ἀπέδρασε, ὄχι ὅμως μὲ τρόπο ταπεινό, ἀλλὰ θεϊκό. Στάθηκε μεταξὺ τοὺς τόσο κοντὰ ὥστε νὰ τὸν φτάνουν μὲ τὰ χέρια τους, ἀλλὰ δὲν τὸν ἔβλεπαν, καὶ ἐνῷ ἄγγιζε τοὺς ἐξοργισμένους, δὲν φαινόταν. Εἶχαν μείνει τότε ἐμβρόντητοι, φονεύοντας μὲ τὴν προαίρεση, χωρὶς ὅμως νὰ βρίσκουν τρόπο νὰ ἐκτονώσουν τὴν ὀργή τους. Ὅμοιοι μὲ τοὺς ἄπειρους κυνηγοὺς οἱ ὁποῖοι, ἂν φοβίσουν καὶ διώξουν τὸ κυνῆγι παράκαιρα, καὶ τὸ ἐλάφι βρεῖ διέξοδο σὲ κάποιο δάσος καὶ διαφύγει κρυφά, περιπλανῶνται χωρὶς λόγο στὴν κοιλάδα περιφέροντας τὰ δίχτυα ἀσκόπως, τραβώντας μαζί τους καὶ τὰ σκυλιὰ ματαίως.

Ἐγὼ δέ, ἂν καὶ κατὰ τὰ ἄλλα εἶμαι ἀχρεῖος, δὲν λησμόνησα πὼς εἶμαι δοῦλος, καὶ ὀφείλω νὰ ἐξεγερθῶ κατὰ τῶν ὑβριστῶν, ὑποστηρίζοντας τὸν Δεσπότη μου. Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ φωνάξω στοὺς ἑβραίους, σὰν νὰ εἶναι σήμερα παρόντες καὶ νὰ ἔχουν καταληφθεῖ ἀπὸ μανία: λιθοβολεῖτε, ἐλεεινοί, τὸν Εὐεργέτη; Καὶ ποιός σᾶς ξεδίψασε κάποτε ἀπὸ μία πέτρα; Πετᾶτε λίθους σ’ αὐτὸν ποῦ νομοθέτησε τὴ ζωή σας μὲ τὶς λίθινες πλάκες; Στὸν λίθο τὸν ἐκλεκτὸ καὶ πολύτιμο ποῦ προεφήτευσε ὁ Ἠσαΐας; Στὸν λίθο τὸν νοητὸ ποῦ ἀπεσχίσθη ἀπὸ τὸν ἀπότομο βράχο χωρὶς ἀνθρώπινο χέρι, ὅπως ὁ θεσπέσιος Δανιήλ σας δίδαξε; Λιθοβολεῖτε τὸν λίθον τὸν ἀκρογωνιαῖον, ποὺ συνένωσε τοὺς δυὸ τοίχους, τῆς Καινῆς καὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης; Καὶ ἂν ἐσεῖς δὲν πιστέψετε, δυνατὸς ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγείραι τέκνα Ἀβραάμ, δηλαδὴ νὰ συνάξει στὸν Χριστὸ λαὸν περιούσιον, τοὺς ἀπερίτμητους ἐθνικούς. Αὐτὴ τὴν ἐπαγγελία ἐδέχθη καὶ ὁ Ἀβραάμ, ὅταν ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε, ὅτι εὐλογηθήσονται ἐν σοῖ πάντα τὰ ἔθνη. Διότι βλέποντας ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀπόρρητο πρόγνωσή του τὸ μέλλον, χάρισε στὸν ἀρχηγὸ τῆς πίστεως ὡς τέκνα ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐπρόκειτο στὸ μέλλον νὰ πιστέψουν. Ἐπειδὴ προέβλεπε τὴν ἐπανάσταση τῶν ἑβραίων, ἀλλὰ καὶ τοὺς λίθους ἔβλεπε, ποὺ θὰ σήκωναν ἐναντίον τοῦ τὰ ψευδώνυμα τέκνα του, τὰ εἶχε συμπεριλάβει στοὺς ἀποκυρηγμένους. Καὶ ἐπειδή, κηρύττοντάς τους τὴν ἀλήθεια, δὲν τοὺς ἔβλεπε νὰ εὐσεβοῦν, ἐνῷ ἦταν παρών, ἐκρύβη καὶ καθὼς τὸν ἔβλεπαν, ἐξηφανίσθη, ὥστε μὲ αὐτὴ τὴ θαυματουργία του νὰ τοὺς κάνει νὰ συγκατατεθοῦν, ὅτι πράγματι ἦταν ὁ Χριστὸς καὶ Θεὸς ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ παλαιότερος.

Ἀκοῦστε λοιπόν, λέγω, τυφλοὶ ἀληθῶς καὶ ἀνόητοι. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποῦ βρίσκεται ἐμπρός σας χωρὶς νὰ φαίνεται; Μήπως εἶναι ἐκεῖνος ποῦ ὁμιλοῦσε στὸν Μωυσῆ χωρὶς νὰ φαίνεται; Γιατί καὶ τότε φαινόταν φωτιὰ καὶ βάτος, ἄφωνα καὶ τὰ δυό. Ἀλλὰ ὅμως καὶ φωνὴ ἀκουγόταν, καὶ λόγια διδακτικά, καὶ τὸ μέλλον μὲ ἀκρίβεια ἐπροφητεύετο. Ὅποιος διαθέτει νοῦ, πρέπει ἀπὸ τὴ συγγένεια τῶν γεγονότων νὰ ἀναγνωρίσει τὸ πρόσωπο.

Ἔτσι παραλογίζονταν οἱ ἀνόητοι ἑβραῖοι, καὶ ὁ Κύριος καὶ Σωτῆρας μας σὰν κάποιος ἰατρὸς σοφὸς καὶ ἐπιμελής, ἀφοῦ τὸ πάθος δὲν ὑπεχώρησε μὲ τὴν πρώτη ἐπέμβαση, μεταχειρίζεται ἄλλον τρόπο Θεραπείας. Θέλει νὰ θεραπεύσει τοὺς διανοητικῶς τυφλούς, διὰ μέσου ἐνὸς σωματικῶς τυφλοῦ, ποὺ ἔτυχε νὰ εὑρίσκεται ἐκεῖ. Ὁ ὁποῖος δὲν ἐτυφλώθη ἀπὸ κάποιαν ἀρρώστια, ἀλλὰ ἀπὸ λάθος τῆς φύσεως εἶχε ἔλθει ἔτσι στὴ ζωή.

Βλέποντας λοιπὸν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο ἐστάθη, ἕτοιμος νὰ τὸν θεραπεύσει μὲ τρόπο ποὺ ξεπερνᾶ τὴν ἀνθρώπινη λογικὴ καὶ τέχνη. Ἐπειδὴ ἡ ἰατρικὴ καὶ ἡ θεραπευτική της ἀσχολεῖται μὲ τὰ νοσήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποία παρουσιάζονται ὅταν ἤδη ἡ φύσις ἔχει φέρει στὸ φῶς ἕναν ἄρτιο ὀργανισμό, καὶ μετὰ ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα, δὲν ἀσχολεῖται ὅμως μὲ τὴ θεραπεία μιᾶς σωματικῆς βλάβης ἡ ὁποία ἔχει γεννηθεῖ μαζὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ οὔτε ὅλα τὰ νοσήματα ποὺ συμβαίνουν ἀργότερα μπορεῖ νὰ θεραπεύσει, καὶ τὸ μαρτυροῦν αὐτὸ οἱ ἀκρωτηριασμένοι ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων οὐδεὶς ἰατρὸς ἐπανώρθωσε τὴ στέρηση τῶν μελῶν, γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ οἱ μαθηταί, συμπονώντας γιὰ τὸ πάθημα, προσπαθοῦσαν νὰ ἀνακαλύψουν τὴν αἰτία τῆς κακώσεως αὐτῆς. Ἐρώτησαν λοιπὸν τὸν Κύριο μὲ ἁπλότητα, γιὰ νὰ μάθουν ἐὰν ἀπὸ δική του ἁμαρτία ἢ ἀπὸ εὐθύνη τῶν γονέων τοῦ ᾖλθε ἔτσι στὴ ζωή. Καὶ τὰ δυὸ ὅμως σκέλη τῆς ἐρωτήσεως ἔχουν κάτι τὸ ἐπιλήψιμο. Διότι δὲν θὰ κατεκρίνετο ἐξαιτίας τῶν γονέων του, ἀφοῦ ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ ἄλλον ἀντ’ ἄλλου. Οὔτε βέβαια πλήρωνε γιὰ δικά του ἁμαρτήματα, ἀφοῦ ἐγεννήθη τυφλός. Ἐπειδὴ κανεὶς δὲν ἁμαρτάνει πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση. Ἡ ἐρώτησις λοιπὸν δὲν ἦταν τόσο ἐπιτυχής. Νὰ δοῦμε ὅμως πὼς ἀπεκρίθη ἡ Ἀλήθεια, ὁ Κύριός μας, στὴν ἐρώτηση. Αὐτὸ τὸ πάθος, μαθηταί μου, λέγει, δὲν προῆλθε ἀπὸ ἁμαρτίες, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἑτοιμασία μελλοντικῆς οἰκονομίας, ὥστε αὐτὸς ποὺ θεωρεῖται κοινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐνεργήσει ὑπεράνθρωπα, καὶ ὁ Κτίστης τῶν ὅλων, μετὰ τὴν πρώτη νὰ εὕρη ἀφορμὴ γιὰ νέα δημιουργία. Ἔτσι ἀπὸ τὸ μερικὸ νὰ ἐπιβεβαιώσει τὸ γενικό, καὶ ὁ σκληρὸς καὶ δύστροπος λαὸς νὰ πεισθεῖ νὰ Τὸν προσκυνᾶ ἀντὶ νὰ Τὸν πετροβολᾶ. Ἃς φωτισθοῦν λοιπὸν οἱ ὀφθαλμοὶ ποὺ δὲν βλέπουν, γιὰ νὰ λάμψει στὶς ψυχὲς τῶν ἀσύνετων ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης. Ἃς γίνει αὐτὸ τὸ παράδοξο, νὰ πλασθοῦν ὀφθαλμοί, γιὰ νὰ μάθουν οἱ ἐπαναστάτες ὅτι ὁ λεγόμενος υἱὸς τοῦ Ἰωσήφ, ἐὰν πράγματι εἶχε πατέρα τὸν ξυλουργό, θὰ ἠμποροῦσε μὲν νὰ διορθώσει ἕνα σπασμένο σκαμνὶ ἢ νὰ κολλήσει τὰ ξύλα ποὺ ἔχασαν τὴν ἐπαφή τους ἣ νὰ στερεώσει κάποια σπασμένη δοκό. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ φτιάξει ἕνα μέλος ἀνθρώπου, καὶ μάλιστα τὸν ὀφθαλμό, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖται ἀπὸ τὴ φύση μὲ τὸν πιὸ πολύπλοκο, ἄλλος ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἔχει ἐξαρχῆς τὴν ἐξουσία ἐπάνω στὴ φύση. Καὶ ἂν κάποιος θελήσει νὰ ἐρευνήσει μὲ προσοχὴ τὰ ἀνθρώπινα μέλη, ἰδιαιτέρως σ’ αὐτὸ τὸ μέλος τοῦ σώματος, θὰ διαπιστώσει τὴν παντοδύναμο καὶ ποικίλη σοφία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐτίμησε τὴ μικρὴ περιοχὴ ποὺ καταλαμβάνει αὐτὸ τὸ μέλος, ἐπιδεικνύοντας τόσο μεγάλη τέχνη.

Ἀξιοθαύμαστο κτίσμα λοιπὸν ὁ ὀφθαλμός, καὶ τώρα, σ’ αὐτὸ τὸ θαῦμα ἐχτίσθησαν αὐτοσχέδιοι ὀφθαλμοί, ὥστε νὰ ἀπομακρύνουμε ἐμεῖς τὶς μικροπρεπεῖς ἔννοιες πού μᾶς προξενεῖ ἡ σάρκα τοῦ Μονογενοῦς, ἀποβάλλοντας ἀπὸ τὴν ψυχὴ μὲ τὴ μεγαλειώδη αὐτὴ ἐνέργεια, κάθε ταπεινὴ καὶ γήινη ὑπόληψη περὶ αὐτοῦ. Καὶ νὰ μάθουμε ὅτι τὸ μακάριον φῶς καὶ τὸ κάλλος τῆς θεότητος τὸ δέχθηκε ἕνα πήλινο σκεῦος, διακονώντας ὅπως ὁ λύχνος διακονεῖ τὸ φῶς. Πραγματοποιεῖ δὲ μὲ τὰ ἴδια Τοῦ τὰ χέρια τὴ θεραπεία ὁ Κύριος, καὶ δὲν χρησιμοποιεῖ τὸν λόγο μόνο γιὰ νὰ ἐνεργήσει, αὐτὸς ποὺ μὲ πρόσταγμα μόνον ἐδημιούργησε ὄλον τὸν κόσμο, καὶ μὲ δυὸ μικρὲς λέξεις ἐθεράπευσε τὸν παράλυτο. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ στόμα καὶ μὲ τὰ χέρια καὶ μὲ πολλὴ φροντίδα θεραπεύει τὴν τυφλότητα, ὥστε ἀπὸ τὶς ἐνέργειέςΤου, νὰ προξενήσει στοὺς ἀπίστους τὴ βεβαία πίστη. Ἔπτυσε στὸ ἔδαφος καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸ ἔφτιαξε λάσπη, χρησιμοποιώντας καὶ τὴ γῆ γιὰ τὴ θεραπεία, ὥστε νὰ δείξει πὼς μὲ ἐκεῖνο τὸ χῶμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶχε πλασθεῖ ἀρχικῶς ὁλόκληρο τὸ σῶμα, δημιουργεῖται αὐτὴ τὴ στιγμὴ καὶ τὸ μέρος αὐτὸ ποὺ τοῦ λείπει. Τὸ ἀναμιγνύει δὲ μὲ σίελο καὶ κολλᾶ ἔτσι τοὺς διάχυτους κόκκους, ὥστε νὰ ἔχουν συνοχή, γιὰ νὰ μᾶς δείξει φανερὰ ὅτι μὲ τὴ δύναμη τοῦ στόματός του Λόγος κατόρθωσε τὰ πάντα. Ἐπειδή, τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν, καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο θεραπεύει μὲ πτύσμα: γιὰ νὰ συνεφέρει πρὸς κατάνυξη καὶ φόβο αὐτοὺς ποὺ λίγο ἀργότερα, πρόκειται νὰ τὸν ὑβρίζουν πτύοντας Τὸν. Καὶ ὅμως, δὲν ἐμείωσε τὸ θράσος τῶν μαινομένων, ἀλλὰ ὑπέμεινε ἐμπτυσμοὺς πολλούς, ἐκεῖνος ποὺ τὰ κατόρθωσε ὅλα αὐτὰ μὲ τὸ πτύσμα.

Μὲ τὴν πρώτη αὐτὴ λοιπὸν ἐνέργεια φανερώνει τὴ δημιουργική Του δύναμη. Καὶ προστάζοντας τὸν τυφλὸ νὰ πλυθεῖ στοῦ Σιλωὰμ τὴν κολυμβήθρα, μᾶς δεικνύει τὴν διὰ τοῦ ὕδατος σωτηρία, τὴν ὁποίαν ἐχάρισε ὁ ἀπεσταλμένος Σιλωὰμ (Σιλωὰμ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος). Διότι τότε βλέπουμε ἀληθῶς, ὅταν ἐξέλθουμε ἀπὸ τὸ μυστικὸ ὕδωρ τοῦ βαπτίσματος. Τότε μᾶς λαμπρύνει τὸ φῶς τῆς χάριτος, ὅταν ἡ δύναμις αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου ἀποπλύνει τὴν ἀκαθαρσία καὶ τὶς κηλῖδες τῶν ἁμαρτιῶν. Καὶ ὅλοι ὅσοι μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Σιλωὰμ λουζόμεθα, βλέπουμε τὸ πνευματικὸ φῶς, τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. Ὢ τοῦ θαύματος καὶ τῆς μεγάλης εὐεργεσίας! Ἔφυγε ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα ὁ πρὸ ὀλίγου τυφλός, στολισμένος στὸ πρόσωπο μὲ τὴν προσθήκη τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ βλέποντας καθαρὰ τὶς ἡλιακὲς ἀκτῖνες.

Μὲ ἔκπληξη εἶδαν οἱ γείτονες καὶ οἱ γνωστοὶ τὸ γεγονός. Ἐθορυβήθησαν ἀπὸ τὸν πρωτοφανῆ τρόπο τῆς θεραπείας -περιεφέρετο στὴν πόλη ὁ ἄνθρωπος βλέποντας, γιὰ νὰ βλέπεται ἀπὸ ὅλους τὸ πρωτάκουστο καὶ παράδοξον ἔργον Ἐκείνου ποὺ ἐγεννήθη στὴ Βηθλεέμ, τοῦ μικροῦ βρέφους τὸ ὁποῖο στὴν φάτνη ἐτυλίχθη μὲ σπάργανα. Ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι ποὺ ἔκαναν τοὺς ἰουδαίους νὰ ἀπιστοῦν στὴν θεότητα.

Ὤ, σεῖς, λοιπόν, ἀνόητοι καὶ παχυκάρδιοι, βάλτε στὸ νοῦ σας ὅλους τούς ἀνθρώπους τῶν αἰώνων. Ἀρχίστε ἀπὸ αὐτόν, καὶ ἐρευνήσετε ὅλους τους μεταγενεστέρους. Βρίσκετε νὰ ἔγινε σὲ κάποιον ἄλλον αὐτὸ ποῦ συνέβη τώρα; Ὑπάρχει στὸν κόσμο παράδειγμα παρομοίας θεραπείας; Ἀλλὰ σεῖς ἐπιμένετε νὰ διασύρετε τὸν Κύριό μου, καὶ τὸν ἀποκαλεῖτε τέκνο τοῦ ξυλουργοῦ —οὒχ οὗτος ἐστὶν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός; — τοῦ ὅποιου γνωρίζετε τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὴν κατοικία. Ἀπαριθμῆστε ὅλα τὰ ταπεινά, φιλονικῆστε, ὑποτιμῆστε Τὸν ὅσο θέλετε. Ἂν ὅμως τίποτε παρόμοιο δὲν ἔγινε ποτὲ ἀπὸ ἄνθρωπο, οὔτε ὁ κόσμος ἐγνώρισε ἄλλο περιστατικό, τότε ἀνοῖξτε τὰ μάτια σας, καὶ ἀντικρίστε τὴν ἀλήθεια, κατακρίνοντας τὴν ἄγνοιά σας. Νιφθῆτε καὶ σεῖς στὸν Σιλωὰμ γιὰ νὰ μὴν ἀποθάνετε τυφλοί.

Ἀλλά, ἀπὸ ὅ,τι φαίνεται, καθόλου δὲν συνῆλθαν. Οὔτε μὲ τὰ λόγια ἠθέλησαν νὰ μάθουν, οὔτε ἡ πρᾶξις τοὺς ἐδίδαξε, οὔτε τὰ θαύματα τοὺς προξένησαν σεβασμό. Ἀντιθέτως, ἀπὸ τὴν ὑπερήφανον ἀχαριστία τους, ἐπιχειροῦσαν μὲ μύριους τρόπους ὅλα νὰ τὰ ἐξαφανίσουν καὶ νὰ τὰ διασύρουν. Ἀλλὰ ἡ κακουργία ἀντεστρέφετο κατὰ τοῦ ἐαυτοῦ τους, διότι ὅσον ἀπιστοῦσαν, καὶ μὲ τὶς ἐρωτήσεις τους προσπαθοῦσαν νὰ ἀνατρέψουν τὰ γεγονότα, τόσο περισσότερον ἐβεβαιώνετο ἡ ἀλήθεια. Ἔπαθαν ὅ,τι καὶ τὰ θηρία ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπληγώθησαν ἀπὸ κάποιον, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ἔχει εἰσχωρήσει βαθειὰ στὰ σπλάχνα τοὺς τὸ μαχαῖρι, ὁρμοῦν ἐξαγριωμένα στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, ἀποτελειώνοντας μόνα τους τὴ σφαγή.

Τὴν ἐριστικότιτά τους τὴν ἔδειξαν κατ’ ἀρχήν, ψάχνοντας ἐὰν τοὺς ἐπαρουσιάσθη ὁ ἴδιος ὁ τυφλός, ἢ ἄλλος ἀντὶ γιὰ ἐκεῖνον. Γι’ αὐτὸ σαφῶς τοὺς διαβεβαίωνε ὁ ἄνθρωπος, ἀναγγέλλοντάς τους καὶ τὴ διαδικασία τῆς θεραπείας, ὅτι δηλαδὴ τὸ φάρμακο τῆς τυφλώσεως ἦταν ὁ πηλός, μὲ τὸν ὁποῖο τὸν ἔχρισε ὁ Ἰησοῦς. Καὶ ὅταν ἐξέπλυνε τὸν πηλὸ στὴν κολυμβήθρα, εὐρῆκε τὸ φῶς του. Αὐτὰ περιεργάζοντο οἱ γείτονες καὶ τὰ ἔμαθαν. Τὰ ἀναζητοῦσαν καὶ οἱ Φαρισαῖοι καὶ δὲν ἐπείθοντο.

Δεύτερο τέχνασμα μὲ τὸ ὁποῖο ἀπεπειράθησαν νὰ διαστρεβλώσουν τὸ γεγονός, ἦταν ἡ προσπάθειά τους νὰ ἀποδείξουν ὅτι δὲν ἦταν ὁ Χριστὸς ἐκεῖνος ποὺ τὸν ἐθεράπευσε. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἄνθρωπος ἀνεκήρυττε τὸν Σωτῆρα, καὶ μὲ τὴν ὁμολογία τοῦ κηρύγματος ἀνταπέδιδε τὴν χάρη διαφημίζοντας τὸν εὐεργέτη, ἐκεῖνοι τοῦ ἔκλειναν τὸ στόμα, καὶ μὲ τὸ μυαλὸ ζαλισμένο, ἐπειδὴ δὲν εἶχαν τί νὰ κάνουν, ἐπανέρχονται πάλι στὴν ἴδια συζήτηση. Περιεργάζονται ἐὰν ἦταν τυφλὸς ἐκ γενετῆς, ἀναζητοῦν τοὺς γονεῖς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἐξετάζουν τὸ κάθε τί μὲ ἀκρίβεια, ὄχι γιὰ νὰ βεβαιώσουν τὸ γεγονός, ἀλλὰ γιὰ νὰ εὕρουν κάποιαν ἀφορμὴ νὰ διαψεύσουν τὸ θαῦμα, καὶ κατασκευάζοντας κάποια ψεύτικη σκευωρία, νὰ ἀνατρέψουν τὴν ὁρμητικότητα τοῦ πλήθους ποὺ ἐπίστευσε.

Τί ὑπερβολὴ κακίας! Νὰ πολεμοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ διασύρουν, ἀντὶ νὰ προσκυνοῦν τὸν εὐεργέτη. Ἀντὶ νὰ θαυμάζουν τὴ δύναμή του, προσπαθοῦν νὰ παρουσιάσουν σὰν ἀσήμαντα τὰ γεγονότα. Πεισθεῖτε καὶ ἀπὸ τοὺς γονεῖς, Φαρισαῖοι, γιὰ τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐγεννήθη μαζὶ μὲ τὴν τύφλωση. Τρέξτε πάλι στὸν τυφλὸ καὶ δεύτερη καὶ τρίτη φορᾶ, γιὰ νὰ σᾶς ἀποκαλύψει ἐκεῖνος τὴν κακία καὶ τὴν ἐπιβουλὴ ποὺ κρύβουν αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα. Ἀλλὰ σεῖς, ὅταν δοκιμάσετε τὴν πρώτη ἀπογοήτευση, προχωρεῖτε στὴ δεύτερη. Ὅταν δοκιμάσετε τὴ δεύτερη, στὴν τρίτη, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀκολουθεῖτε τὴν πορεία τῆς κακούργας ἀλεπούς. Εἶστε ἀπὸ παντοῦ περικυκλωμένοι μὲ τὰ δίχτυα τῆς ἀλήθειας. Ἀδυνατεῖτε νὰ ἀρνηθεῖτε τὸ θαῦμα, δὲν ὑπάρχει ἄλλη διέξοδος. Παρ’ ὅλα αὐτά, δὲν ἀμελεῖτε μὲ κάθε τρόπο νὰ περιπλέκετε τὸ πρᾶγμα, ὑφαίνοντας ἱστὸν ἀράχνης μὲ ὅλη σας τὴν τέχνη. Ἀνίσχυρος ὅμως καὶ ἀνώφελος εἶναι ἡ ἐπιβουλή σας. Προγονικὴ ἡ ἀρρώστια σας. Ἀπίστων πατέρων ὅμοια τέκνα. Ἔτσι ἀντιμετώπιζαν κι ἐκεῖνοι τὰ θαύματα τῆς Αἰγύπτου. Ἐσώζοντο ἀπὸ πολέμους παραδόξως καὶ ἀνελπίστως, καὶ ἀπιστοῦσαν σ’ αὐτὸν ποὺ ἐχάριζε τὴ σωτηρία. Ἐτρέφοντο μὲ τροφὲς ποὺ ὑπερέβαιναν τὴ φύση, καὶ ἤσαν πιὸ ἀχάριστοι κι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ λιμοκτονοῦν. Ὑπεδέχοντο τὸ μάνα ποὺ τοὺς ἀπεστέλλετο ἀπὸ τὸν οὐρανό, καὶ ποθοῦσαν τὴ δυσωδία τῶν σκόρδων καὶ τῶν κρεμμυδιῶν τῆς Αἰγύπτου. Μὲ στήλη νεφέλης ἐσκεπάζοντο τὴν ἡμέρα γιὰ νὰ μὴν ταλαιπωροῦνται ἀπὸ τὸ καῦμα τοῦ ἥλιου, καὶ μὲ στήλη φωτεινὴ ἐφωτίζοντο τὴ νύχτα, ἀπολαμβάνοντας ἄλλον, νέο φωστῆρα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σελήνη. Καὶ σὰν νὰ μὴν εἶχαν εὐεργετηθεῖ μὲ καμία θεϊκὴ ἐνέργεια, ὅταν ὁ Μωΰσης εἶχε ἀνεβεῖ στὸ ὅρος γιὰ νὰ τοῦ δοθεῖ ὁ νόμος, καὶ καθυστεροῦσε νὰ ἐπιστρέψει, αὐτοὶ ζητοῦσαν καὶ εὕρισκαν νέους καὶ ἀνυπάρκτους θεούς. Εἶστε ὄντως κληρονόμοι τῆς ἀχαριστίας τους. Καὶ τὸ νόμο δὲν ἀγαπήσατε, καὶ τὴν χάρη μισεῖτε. Σᾶς χρειάζεται ράβδος φτιαγμένη ὄχι ἀπὸ καρυδιά, γιὰ ἐπιστασία, ἀλλὰ ἀπὸ σίδηρο.

Βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ ἂν καὶ τὸν εἶδε τὸ φῶς, αὐτὸς εὑρίσκεται στὸ σκοτάδι. Σὲ μία στιγμὴ τὸν βλέπετε νὰ θεραπεύετε καὶ νὰ ἀναβλέπει, ὄχι μὲ συνδυασμὸ διαφόρων φαρμάκων, οὔτε μὲ χρήση χειρουργικῶν ἐργαλείων, ἀλλὰ μόνο μὲ λάσπη, κι αὐτὴ ἀπὸ πτύσμα. Καὶ πῶς δὲν θαμβώνεσθε, δὲν ἐκπλήττεσθε, δὲν πίπτετε στὴ γῆ νὰ προσκυνήσετε αὐτὸν ποῦ ἀπὸ τὴ γῆ ἔπλασε τοὺς ὀφθαλμούς, σεβόμενοι τὴ Θεϊκὴ ἐνέργεια; Ἀντιθέτως, σεῖς κινδυνεύετε νὰ διαρραγεῖτε ἀπὸ τὸν φθόνο, καὶ ζηλεύετε τὸν Θεὸ σὰν ἀντίζηλο, σὰν δημιουργοὶ τὸν Δημιουργό, σὰν κοινὸ ἄνθρωπο τὸν Θεάνθρωπο. Καὶ διαβάζετε μὲν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὰ βιβλία, ὅσα ἐγράφησαν ἐκεῖ γιὰ νὰ οἰκονομήσουν τὸν λαό, καὶ ὅσα διδάσκουν περὶ τῶν βασιλέων καὶ τῆς ἱστορίας τους, πείθεσθε δὲ καὶ παραδέχεσθε ὅσα γράφουν γιὰ τὸν καθένα. Ὅτι τὸν Μωυσῆ λίγο ἔλειψε νὰ τὸν ἐκλάβουν ὡς Θεό, καὶ τὸν Ἐλισαῖο τὸν ὑπερεθαύμαζαν, καὶ τὸν διδάσκαλό του τὸν Ἠλία πολὺ τὸν ἐξυμνοῦσαν. Καὶ ὅλους τούς ἁγίους κάθε γενεᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, καὶ πραγματοποίησαν τὰ μεγάλα καὶ πασίγνωστα, τοὺς τιμᾶτε σὰν ἀγγέλους. Σὲ τίποτα δὲν ἀμφισβητεῖτε τοὺς ἀρχαίους, οὔτε ἀπιστεῖτε στὶς διηγήσεις τῶν πατέρων σας, μολονότι οἱ ἄνθρωποι ἐκ φύσεως δίδουν λιγότερη πίστη στὴν ἀκοή. Αὐτὸ ὅμως ποὺ συνέβη στὶς ἡμέρες σας μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐκείνου, καὶ τὸ εἴδατε μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοὺς ἰδικούς σας, ἠμπορεῖτε δὲ καὶ μὲ τὰ δάχτυλα νὰ τὸ ψηλαφήσετε, καὶ νὰ ἀκούσετε μὲ ἀκρίβεια τὴν ἐξιστόρησή του, αὐτὸ μὲ τόσην ἀπιστία καὶ ἀχαριστία κακοτρόπως τὸ ἐπιβουλεύεσθε, καταπατώντας τὶς προφητεῖες, καὶ προσπαθώντας νὰ διαψεύσετε τὴν ἐκπλήρωσή τους. Ἀφοῦ ὅσα βλέπουμε τώρα νὰ πραγματοποιοῦνται, εἶχε προφθάσει ὁ Ἠσαΐας νὰ μᾶς τὰ διδάξει λέγοντας: Ἰδοὺ Θεὸς ἠμῶν κρίσιν (δικαιοσύνη) ἀνταποδίδωσι, καὶ ἀνταποδώσει, αὐτὸς ἤξει καὶ σώσει ἠμᾶς. Τότε ἀνοιγήσονται ὀφθαλμοὶ τυφλῶν, καὶ ὦτα κωφῶν ἀκούσονται, τότε ἀλεῖται ὡς ἔλαφος ὁ χωλός, τρανὴ δὲ ἔσται γλῶσσα μογιλάλων (δηλαδή, τότε θὰ πηδᾶ ὡς ἔλαφος ὁ κουτσός, καὶ τρανὴ θὰ γίνει ἡ γλῶσσα τῶν κωφαλάλων). Αὐτὰ δὲν εἶναι λόγια τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἰωάννου, οὔτε κάποιου ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ ὑποπτεύεσθε, ὥστε νὰ ἀπιστήσετε στὴν ἀλήθεια, ὑποθέτοντας ὅτι χαρίζονται στὸν Κύριο, καὶ κάνουν διαφήμιση. Εἶναι λόγια της ἰδικῆς σας προφητείας, ἐὰν βέβαια ἀναγνωρίζετε τοὺς Προφῆτες σας, καὶ μάλιστα τὸν μεγαλύτερο ἀπὸ τοὺς Προφῆτες καὶ διδασκάλους τοῦ Νόμου.

Τῷ δὲ Θεῶ δόξα, κράτος, τιμὴ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

footer
  • Τρίτη
    23 Οκτωβρίου

    Ιακώβου του αδελφοθέου, Ιγνατίου Κων/πόλεως, Ιωάννου νεομάρτ.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ