ploigisi h3

bottom neo

21072018 1Ὅλα ὅσα κάνει ὁ Ὕψιστος, εἶναι ἀπαραίτητα. Δὲν κάνει τίποτα ἄσκοπο, τίποτα ὑπερβολικό, τίποτα ποῦ νὰ μὴ χρειάζεται. Γιατί μερικοὶ ἄνθρωποι περιφέρονται τόσο ἄσκοπα καὶ κάνουν τόσο ἀδιάφορα πράγματα; Ἐπειδὴ δὲν εἶναι βέβαιοι γιὰ τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς τους, γιὰ τὸν προορισμὸ τοῦ ἐπίγειου ταξιδιοῦ τους. Γιατί μερικοὶ ἄνθρωποι ὑπερφορτώνονται μὲ ἄσκοπες ὑποχρεώσεις, προβαίνουν σὲ ὑπερβολικὲς ἐνέργειες, σὲ σημεῖο ποῦ νὰ μὴν μποροῦν νὰ κινοῦνται ἐλεύθερα κάτω ἀπὸ τέτοιο βάρος ὑποχρεώσεων; Ἐπειδὴ δὲ γνωρίζουν τὸ ἕνα πρᾶγμα, «οὗ ἐστι χρεία».

Γιὰ νὰ βοηθήσει ὁ Κύριος τὸν ἄνθρωπο νὰ μαζέψει τὸ διασκορπισμένο νοῦ του, νὰ θεραπεύσει τὴ διχασμένη καρδιά του καὶ νὰ συγκροτήσει τὴν ἀνεξέλεγκτη δύναμή του, ἀποκάλυψε τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ στόχο ποὺ εἶναι ἀπαραίτητος: τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πόσο ἄσκοπη εἶναι ἀλήθεια ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀγωνίζεται νὰ ἐπιτύχει διάφορους στόχους! Πόσο ἀναίσθητη εἶναι ἡ διχασμένη καρδιά! Πόσο ἀδύναμη εἶναι ἡ θέληση, ὅταν ἡ δύναμή της κατακερματίζεται!

Ἑνός ἐστί χρεία. Μόνο ἕνα πρᾶγμα μᾶς χρειάζεται: ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ θαυματουργὸς Χριστός προσπαθησε νὰ στρέψει τὰ μάτια καὶ τὴν προσοχὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων πρὸς αὐτὸν τὸν προορισμό. Ὅποιος σκέφτεται ἔτσι, ἔχει ἕνα μόνο στόχο: τὸ Θεό. Ἕνα αἴσθημα: τὴν ἀγάπη. Μιὰ νοσταλγία: νὰ πλησιάσει τὸ Θεό. Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔφτασε σ' αὐτὸ τὸ μέτρο. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔχει γίνει σὰν τὸ φακὸ ποὺ συγκεντρώνει τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου γιὰ νὰ δημιουργήσει φωτιά.

Τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὴ Μάρθα, «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾶς καὶ τυρβάζη περὶ πολλά· ἑνὸς δὲ ἐστι χρεία» (Λουκ. ι' 41, 42), ἦταν στὴν πραγματικότητα ἕνας ἔλεγχος, μιὰ προειδοποίηση στὸν κόσμο ὁλόκληρο. Κι αὐτὸ τὸ ἕνα ποὺ ἔχουμε πραγματικὴ ἀνάγκη, εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ (βλ. Ματθ. στ' 33). Γιὰ ὅλα ὅσα εἶπε καὶ ἔκανε ὁ Κύριος, εἶχε στὸ νοῦ τοῦ τὸ στόχο αὐτό. Ἐκεῖ εἶχε συγκεντρωθεῖ ὅλη ἡ φλόγα ποὺ φωτίζει τοὺς ταξιδιῶτες ἐκείνους ποὺ περιφέρονται γύρω ἀπὸ τὶς χαράδρες καὶ τοὺς ἀνεμοστρόβιλους τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ζωῆς.

Ὅλα ὅσα κάνει ὁ Ὕψιστος, εἶναι ἀπαραίτητα. Τὰ πάντα γίνονται μ' αὐτὸν τὸν ὕψιστο, τὸ μοναδικὸ στόχο. Ὅλα εἶναι ἀπαραίτητα, τόσο τὰ λόγια ποὺ λέει ὅσο καὶ τὰ ἔργα ποὺ κάνει. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας ἀργὸς λόγος, οὔτε ἕνα ἀχρείαστο ἔργο. Καὶ πόσο καρποφόρα ἦταν τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα Του! Πόσα ἑκατομμύρια φορὲς ἔχει καρποφορήσει κάθε λόγος καὶ κάθε Τοῦ πράξη, ὡς τὶς μέρες μας! Πόσο γλυκός, εὐωδιαστὸς καὶ ζωογόνος εἶναι ὁ καρπὸς αὐτός!

Γιατί ὁ Κύριος δὲ μετέτρεψε τὶς πέτρες σὲ ψωμιὰ ὅταν τοῦ τὸ ζήτησε ὁ σατανᾶς; Σέ δυὸ μεταγενέστερες περιπτώσεις, ὅταν γύρω τοῦ ὑπῆρχε ἕνα πεινασμένο πλῆθος, πολλαπλασίασε τὸ λίγο ψωμὶ σὲ μία τεράστια ποσότητα, ὥστε μετὰ τὴ διατροφὴ τοῦ πλήθους, περίσσεψε περισσότερο ψωμὶ ἀπ' ὅσο ἦταν ἀρχικά. Τὸ πρῶτο θαῦμα ὅμως (ἡ μετατροπὴ τῶν λίθων σὲ ψωμί), ἦταν κάτι ἀδόκιμο, ἀνάρμοστο, ἄτοπο. Τὸ δεύτερο θαῦμα (ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἄρτων) ἦταν κατάλληλο, ἀπαραίτητο καὶ ταιριαστό.

Γιατί ὁ Κύριος δὲν ἔδωσε «σημεῖον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ» στοὺς Φαρισαίους, ὅταν τοῦ τὸ ζήτησαν; Δέν ἔδωσε τέτοια σημεῖα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σὲ ἀμέτρητες περιπτώσεις, ὅπως σὲ θαύματα-θεραπεῖες ἄρρωστων, λεπρῶν, δαιμονισμένων, δὲν ἀνέστησε νεκρούς; Κάθε σημεῖο ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στοὺς φθονεροὺς Φαρισαίους ὅμως θὰ ἦταν ἀνάρμοστο, ἀκατάλληλο καὶ ὑπερβολικό, ἐνῷ σὲ ἄλλες περιπτώσεις θὰ ἦταν κατάλληλο, ἀπαραίτητο καὶ ταιριαστό.

Γιατί ὃ Κύριος δὲ μετακίνησε ὄρη ἀπὸ ἕνα σημεῖο σὲ ἄλλο ἢ δὲν τὰ ἔριξε στὴ θάλασσα; Θα μποροῦσε νὰ τὸ κάνει κι αὐτό, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Γιατί λοιπὸν δὲν τὸ ἔκανε; Ἐκεῖνος ποὺ μποροῦσε νὰ διατάξει τὴν τρικυμισμένη θάλασσα καὶ νὰ γαληνέψει, τοὺς ἀνέμους καὶ νὰ ἠρεμήσουν, σίγουρα θὰ μποροῦσε νὰ μετακινήσει ὅρη καὶ νὰ τὰ ρίξει στὴ θάλασσα. Ποιό σκοπὸ ὅμως θὰ εἶχε ὑπηρετήσει ἔτσι; Κανέναν. Γι' αὐτὸ κι ὁ Κύριος δὲν ἔκανε τέτοιο θαῦμα. Ὑπῆρχε ὅμως μεγάλη ἀνάγκη νὰ γαληνέψει ἡ θάλασσα καὶ νὰ ἠρεμήσει ὁ ἄνεμος, γιατί ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἔκραζαν γιὰ βοήθεια, ἐπειδὴ κινδύνευαν νὰ πνιγοῦν.

Μόνο οἱ δαίμονες κι οἱ ἁμαρτωλοὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸ Χριστὸ θαύματα ποὺ εἶναι ὑπερβολικὰ κι ἀχρείαστα, ὄχι ἀπαραίτητα. Προσέξτε τί ἀνόητα πράγματα ζήτησε ὁ σατανᾶς ἀπὸ τὸν Κύριο: νὰ μετατρέψει τὶς πέτρες σὲ ψωμιὰ στὴν ἔρημο, νὰ πηδήσει κάτω ἀπὸ τὸ πτερύγιο τοῦ ναοῦ! Κοιτάξτε τώρα καὶ τοὺς σκληροτράχηλους ἁμαρτωλούς, τοὺς Φαρισαίους. Εἶχαν δεῖ πολλὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὰ 'κάνε ὅλα γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τοῦ ζητοῦσαν ἔπειτα νὰ κάνει κάποια ἄσκοπα κι ἀνώφελα θαύματα, ὅπως τὸ νὰ ρίξει κάποιο βουνὸ στὴ θάλασσα! Ὁ Κύριος ἀρνιόταν νὰ κάνει τέτοια θαύματα, νὰ ἱκανοποιήσει τέτοιες ἀπαιτήσεις τοῦ διαβόλου καὶ τῶν ὑποκριτῶν. Ποτὲ ὅμως δὲν ἀρνήθηκε νὰ κάνει θαύματα ποὺ ἦταν ἀπαραίτητα, ἐπειδὴ ὑπηρετοῦσαν τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα τέτοιο απαραιτητο καὶ χρήσιμο θαῦμα: τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν ἄρτων στὴν ἔρημο. Αὐτὴ δὲν ἦταν κάποια ἀκατοίκητη ἔρημος, μιὰ ἔρημος ὅπου μόνο ὁ διάβολος κατοικοῦσε. Ἦταν μία ἔρημος ὅπου βρέθηκαν πάνω ἀπό δεκα χιλιάδες πεινασμένοι ἄνθρωποι. Τὸ συμπέρασμα γιὰ τὸν ἀριθμὸ τοὺς προκύπτει ἀπ' ὅσα γράφει ὁ εὐαγγελιστής, πὼς τὸ πλῆθος ἦταν πέντε χιλιάδες ἄντρες, χωρὶς νὰ συνυπολογίσει τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά.

«Καὶ ἐξελθῶν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ' αὐτοὶς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν» (Ματθ. Ιδ' 14). Αὐτό ἔγινε τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ βασιλιὰς Ἡρῴδης εἶχε ἀποκεφαλίσει τὸν Ἰωάννη τὸ Βαπτιστή. Κι ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς ἐπιβιβάστηκε σ' ἕνα πλοῖο κι ἀναχώρησε «εἰς ἔρημον τόπον κατ' ἰδίαν» (Ματθ. Ιδ' 13). Το περιστατικὸ αὐτὸ τὸ ἀναφέρουν καὶ οἱ τέσσερις εὐαγγελιστές. Μερικοὶ ἀναφέρουν περισσότερες λεπτομέρειες, ἄλλοι λιγότερες. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἰωάννη, ὁ Κύριος μπῆκε στὸ πλοῖο κοντὰ στὴν Τιβεριάδα καὶ πέρασε στὸ ἀπέναντι μέρος τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας, ποὺ ὀνομάζεται καὶ θάλασσα τῆς Τιβεριάδας. Ὁ Λουκᾶς λέει πως «ὑπεχώρησε κατ' ἰδὶαν εἰς τόπον ἔρημον πόλεως καλούμενης Βηθσαϊδᾶ» (θ' 10).

Τὸ συνήθιζε ὁ Κύριος ν' ἀποσύρεται συχνὰ στὴν ἔρημο, σὲ ἐρημικὲς τοποθεσίες καὶ σὲ βουνά. Το ἔκανε αὐτὸ γιὰ τρεῖς λόγους: Πρῶτο, γιὰ νὰ κάνει σύντομα διαλείμματα ἀπὸ τὶς ἐντατικὲς καὶ πολυσχιδεῖς δραστηριότητές Του, ὤστε να χωνέψουν κι οἱ ἄνθρωποι τὶς διδαχές Του καὶ τὰ θαύματα ποὺ εἶχε κάνει. Δεύτερο, γιὰ νὰ δώσει τὸ παράδειγμα στους ἀποστόλους καὶ σὲ μᾶς πως είναι ἀπαραίτητο ν' ἀποσυρόμαστε, νὰ εἰσερχόμαστε στο ταμιεῖο μας(ΜΑτθ. στ' 6), γιὰ νὰ παραμένουμε στὴν προσευχὴ μόνοι μας μὲ τὸ Θεό. Η ἡσυχία κι ἡ σιωπὴ καθαρίζουν τὸν ἄνθρωπο, τοῦ διδάσκουν τὴν ὑποταγὴ στὸ Θεὸ καὶ τοῦ χαρίζουν πνευματικῆ διαύγεια καὶ δύναμη. Τρίτο, γιὰ νὰ μᾶς δείξει πως ο καλὸς καὶ χρήσιμος ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεί - «Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὅρους κειμένη» (Ματθ. ε' 14). Έτσι ἔδειξε κι ἐπισήμανε ποιὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς τόπος γιὰ τοὺς ἐρημῖτες καὶ τοὺς μοναχούς.

Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τὸ ἔχει ἀποδείξει αὐτὸ χιλιάδες φορές. Δεν ὑπάρχει οὔτε ἕνας μοναδικὸς ἐρημίτης, ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καὶ θαυματουργός, ποὺ νὰ κατόρθωσε νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Πολλοί ρωτᾶνε ἀναιτιολόγητα: Τί κάνει ὁ μοναχὸς στὴν ἔρημο; Δὲ θὰ 'ταν καλύτερα ὁ μοναχὸς νὰ μένει στὸν κόσμο, ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, καὶ νὰ τοὺς ὑπηρετεῖ; Πῶς ὅμως μπορεῖ νὰ φωτίσει ἕνα κερὶ ποῦ δὲν εἶναι ἀναμμένο; Ὁ μοναχὸς κουβαλάει τὴν ψυχή του στὴν ἔρημο σὰν κερὶ ἄκαφτο. Τὴ φέρνει στὴν ἔρημο γιὰ νὰ τὴν ἀνάψει μὲ προσευχή, μὲ νηστεία, μὲ περισυλλογὴ καὶ ἄσκηση. Ἄν κατορθώσει νὰ τὴν ἀνάψει, τὸ φῶς Του θὰ λάμψει σ' ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ὁ κόσμος θὰ τὸν ἀκολουθήσει καὶ θὰ τὸν βρεῖ, ἀκόμα κι ἂν αὐτὸς κρυφτεῖ στὴν ἔρημο, σὲ ἀπομακρυσμένα βουνὰ ἢ σὲ ἀπρόσιτες σπηλιές. Ὄχι, ὁ μοναχὸς δὲν εἶναι ἄχρηστος. Εἶναι ἱκανὸς νὰ γίνει πολὺ πιὸ χρήσιμος στοὺς ἄλλους ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Αυτό φαίνεται πολὺ καθαρὰ σ' αὐτὴν τὴν περίπτωση ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Μάταια κρυβόταν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους στὴν ἔρημο, γιατί τὰ πλήθη τὸν ἔβρισκαν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν.

Ὁ Κύριος τούς κοίταξε καί «ἐσπλαχνίσθη περὶ αὐτῶν, ὅτι ἤσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ' 36). Κάτω στὶς πόλεις οἱ συναγωγὲς ἦταν γεμάτες ἀπό αυτοκλητους ποιμένες, ποὺ στὴν πραγματικότητα ἤταν λυκοι μὲ ἐμφάνιση προβάτων. Οἱ ἄνθρωποι τὸ ἤξεραν αὐτό, τὸ ἔνιωθαν, ὅπως ἤξεραν κι ἔνιωθαν τὴν ἀμέτρητη εὐσπλαχνία καὶ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γι' αὐτούς. Οἱ ἄνθρωποι ἤξεραν καὶ ἔνιωθαν πὼς ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ μόνος Καλὸς Ποιμένας, πὼς ἡ μέριμνά Του γι' αὐτοὺς ἤταν γνησια, στοργική. Γι' αὐτὸ καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν στὴν ἔρημο. Κι ὁ Κύριος εθεραπευσέ τους ἀρρώστους αὐτῶν. Οἱ ἄνθρωποι ἔνιωθαν πὼς τὸν χρειάζονταν τὸ Χριστό, δὲν τοῦ ζητοῦσαν νὰ θαυματουργήσει ἀπὸ μάταιη περιέργεια, ἀλλ' ἀπὸ μεγάλη ἀνάγκη. Κι ὁ Μᾶρκος μας λέει πὼς ἐκεῖ ἄρχισε νὰ τοὺς διδάσκει.

«Ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημος ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἶνα ἀπελθόντες εἰς τᾶς κώμας ἀγοράσωσιν ἐαυτοῖς βρώματα» (Ματθ. Ιδ' 15). Ο Ματθαῖος δέ μας λέει τί τὸν κρατοῦσε τόσο πολὺ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Γράφει μόνο πὼς θεράπευσε τοὺς ἀρρώστους. Ὁ Μᾶρκος τὸ συμπληρώνει αὐτὸ καὶ λέει πὼς τοὺς δίδασκε πολλὰ πράγματα. Προσέξτε πόσο ὄμορφα συμπληρώνουν ὁ ἕνας εὐαγγελιστὴς τὸν ἄλλο! Ὁ Κύριος συνέχισε νὰ διδάσκει τοὺς ὄχλους γιὰ πολλὲς ὧρες, ὡσότου ἄρχισε νὰ νυχτώνει. Ὅλες αὐτὲς τὶς ὧρες ὁ Κύριος δίδαξε τόσο πολλὰ στὸ λαό, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ γεμίσει ὁλόκληρο εὐαγγέλιο. Αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ὅταν ἔγραψε πώς «οὐδὲ αὐτὸν οἴμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία» (Ἰωάν. κα' 25).

Παρατηροῦμε ὅμως καὶ τὴν ἀγάπη τῶν μαθητῶν: Ἔρημος ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν. Τὸ πλῆθος πεινάει κι εἶναι ἀργὰ πιὰ γιὰ νὰ φύγουν καὶ νὰ πᾶνε στὸν τόπο τοῦ ὁ καθένας. Τὰ σπίτια τοὺς εἶναι μακριά. Δές, ἐδῶ ἔχουμε καὶ πολλὲς γυναῖκες, ἔχουμε καὶ παιδιά. Πρέπει νὰ βροῦν τροφὴ ὅσο πιὸ σύντομα γίνεται. Ἃς τοὺς λοιπὸν νὰ πᾶνε στὰ γύρω χωριὰ γιὰ νὰ βροῦν κάτι νὰ φᾶνε.

Ὁ Χριστὸς σίγουρα εἶναι πιὸ εὔσπλαχνος καὶ πιὸ στοργικὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές Του. Μήπως δὲν ἔνιωθε κι ὁ ἴδιος, ὅπως οἱ μαθητές Του, πῶς οἱ ἄνθρωποι πεινοῦσαν κι ἡ νύχτα ἦταν κοντά; Καὶ βέβαια ὁ Χριστὸς ἦταν περισσότερο ἐλεήμων καὶ στοργικὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές Του. Τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων τὶς ἔνιωθε πρὶν ἀπὸ ἐκείνους. Στὴν ἀρχή, ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «ἐπάρας οὒν ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ θεασάμενος ὅτι πολὺς ὄχλος ἔρχεται πρὸς αὐτόν, λέγει πρὸς τὸν Φίλιππον πόθεν ἀγοράσωμεν ἄρτους ἶνα φάγωσιν οὗτοι;» (Ἰωάν. στ' 5). Η συζήτηση μὲ τὸ Φίλιππο ὅμως τέλειωσε κι οἱ ἄνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ τοὺς ἀσθενεῖς τους. Ὁ Κύριος θεράπευσε πρῶτα ὅλους τούς ἀρρώστους κι ἔπειτα ἄρχισε νὰ διδάσκει τοὺς ὄχλους. Ἡ διδασκαλία κράτησε ὡς τὸ βράδυ. Καὶ τότε μόνο σκέφτηκαν οἱ ἀπόστολοι πὼς οἱ ἄνθρωποι θὰ πεινοῦσαν κι ἔπρεπε νὰ φᾶνε.

Ὁ Κύριος τὸ εἶχε προβλέψει αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀρχή. Δὲ μίλησε ὅμως, σκόπιμα. Περίμενε τοὺς ἀποστόλους νὰ θέσουν τὸ πρόβλημα. Κι αὐτὸ τὸ ἔκανε γιὰ δυὸ λόγους: πρῶτα γιὰ νὰ τοὺς διεγείρει τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴ συμπάθεια καὶ δεύτερο γιὰ ν' ἀποδείξει πόσο ἀδύναμοι ἦταν χωρὶς Ἐκεῖνον. Τοὺς εἶπε ὁ Χριστός: «οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθείν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν» (Ματθ. Ιδ' 16). Γνώριζε πὼς αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ κάνουν, ἦταν ἀδύνατο ἀνθρωπίνως νὰ γίνει. Τὸ εἶπε ὄμως για νὰ συνειδητοποιήσουν πλήρως καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὴν ἀδυναμία τους. Γι' αὐτὸ καὶ τοῦ εἶπαν: «οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δυὸ ἰχθύας» (Ματθ. Ιδ' 17). Σύμφωνα μὲ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, τὰ λιγοστὰ αὐτὰ τρόφιμα δὲν ἦταν δικά τους, ἀνῆκαν σὲ κάποιο μικρὸ παιδὶ ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ. Γράφει ὁ εὐαγγελιστής: «Ἔστι παιδάριον ἕν ὧδε, ὃς ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους καὶ δυὸ ὄψαρια΄ ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους;» (Ἰωάν. στ 9). Στον Κύριο αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ Ἀνδρέας. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πρωτόκλητος τῶν ἀποστόλων ζοῦσε τόσο καιρὸ μαζί Του, ἀκόμα δὲν εἶχε ἑδραιωθεῖ στὴν πίστη, δὲν εἶχε τελειοποιηθεῖ. Αὐτὸ εἶναι φανερὸ ἀπὸ ἐκεῖνο ποῦ εἶπε: ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους; Το ψωμὶ ἦταν κρίθινο. Κι αὐτὸ δὲν ἦταν συμπτωματικό. Σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο, ἀπ' αὐτὸ μαθαίνουμε πὼς πρέπει νὰ ἱκανοποιούμαστε μὲ ἁπλὲς τροφές, νὰ μὴν εἴμαστε ἀπαιτητικοί. «Ἡ λαιμαργία κι ἡ πολυφαγία εἶναι μητέρες τῆς ἀρρώστιας»,  συμπληρώνει ὁ ἅγιος πατέρας.

«Ὁ δὲ εἶπε· φέρετε μοὶ αὐτοὺς ὧδε» (Ματθ. Ιδ' 18). Τώρα εἶχε ἔρθει ἡ δική Του ὥρα. Οἱ ὄχλοι δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν τρόφιμα γιὰ νὰ φᾶνε. Οἱ ἀπόστολοι ὁμολόγησαν τὴν ἀδυναμία τους, δὲν μποροῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Τότε καὶ μόνο τότε ᾖρθε ἡ δική Του ὥρα. Τὸ κλίμα ἦταν ὥριμο γιὰ νὰ γίνει τὸ θαῦμα.

«Καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβῶν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δυὸ ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοὶς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις» (Ματθ. Ιδ' 19). Γιατί κοίταξε πρῶτα στὸν οὐρανὸ ὁ Κύριος; Ὅταν ἔκανε πολλὰ ἀπὸ τ' ἄλλα θαύματά Του δὲν τὸ εἶχε κάνει, δὲν εἶχε ξανακοιτάξει στὸν οὐρανό. Δὲν τὸ ἔκανε ὅταν ἄνοιγε τὰ μάτια τῶν τυφλῶν, ὅταν θεράπευε τοὺς λεπρούς, ἔβγαζε δαιμόνια ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, γαλήνευε τὴ θάλασσα, ἔκανε τὸ νερὸ κρασὶ κι ὅταν ἀκόμα ἀνάσταινε νεκρούς. Γιατί λοιπὸν στὴ συγκεκριμένη αὐτὴ περίπτωση ἔστρεψε τὰ μάτια Τοῦ πρὸς τὸν οὐρανό, πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα Του; Πρώτο, γιὰ νὰ κάνει σαφῆ στοὺς ἀνθρώπους τὴν ταυτότητα τῆς θέλησής Του μ' ἐκείνην τοῦ Πατέρα Του, νὰ καταρρίψει τὴν ἄποψη καὶ κατηγορία τῶν Φαρισαίων, πὼς τὰ θαύματα τὰ ἔκανε μὲ τὴ συνεργεῖα τῶν δαιμόνων. Δεύτερο, γιὰ νὰ δώσει ὡς ἄνθρωπος στὸν κόσμο τὸ παράδειγμα τῆς ταπείνωσης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ τῆς εὐχαριστίας γιὰ κάθε ἀγαθὸ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ Θεό. Ένα παρόμοιο παράδειγμά μας ἔδωσε καὶ στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο: «Λαβῶν ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε...» (Ματθ. κστ' 26). Εὐχαρίστησε τὸν οὐράνιο Πατέρα Του κι ὕστερα εὐλόγησε τὸ ψωμί, ὡς δῶρο Θεοῦ. Κι ἐμεῖς πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ ὑμνοῦμε τὸ Θεὸ γιὰ τὰ δῶρα Του σὲ κάθε γεῦμα, ὅσο λιτὸ κι ἂν εἶναι. Τρίτο, ὡς Θεός, μὲ τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν ἄρτων - μιὰ πράξη ποὺ μοιάζει πολὺ μὲ νέα δημιουργία - νὰ ἐκφράσει τὴν ἑνότητα δύναμης τῆς Ἁγίας Τριάδας: τοῦ Πατέρα, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς ὁμοούσιας καὶ ἀδιαίρετης Τριάδας, τοῦ Δημιουργοῦ τῶν πάντων.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς «ἔκλασε», ἔκοψε τὸν ἄρτο μὲ τὰ ἴδια Τοῦ τὰ χέρια. Γιατί; Γιατί δὲν ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἀποστόλους Του νὰ τὸ κάνουν; Γιὰ νὰ δείξει πὼς ἐπιθυμοῦσε νὰ λογαριάσει τοὺς ἀνθρώπους ὡς φιλοξενούμενούς Του, νὰ τονίσει τὴ μεγάλη ἀγάπη Τοῦ γι' αὐτοὺς καὶ νὰ διδάξει ἔτσι κι ἐμᾶς πώς, ὅταν δίνουμε ἐλεημοσύνη καὶ δῶρα, πρέπει νὰ τὸ κάνουμε μὲ ἀγάπη καὶ ἱλαρότητα, ὅπως κι Ἐκεῖνος.

«Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις· οἱ δὲ ἐσθίοντες ἤσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων» (Ματθ. Ιδ' 20,21). Αυτό εἶναι τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων, ἡ δόξα ποὺ ξεπερνάει κάθε ἄλλη δόξα! Γιὰ νὰ πάρουν πέντε χιλιάδες ἄνθρωποι (χωρὶς νὰ συνυπολογιστοῦν οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά) ἀπὸ μία μπουκιὰ ψωμί, ὅπως τὸ ἀντίδωρο ποὺ παίρνουμε στὴν ἐκκλησία, τὰ πέντε ψωμιὰ δὲ θὰ ἔφταναν μὲ τίποτα. Ἐδῶ ὅμως ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν καὶ μάλιστα περίσσεψαν καὶ δώδεκα κοφίνια. Ἂν αὐτὴ ἦταν κάποια ὀφθαλμαπάτη, δὲ θὰ ἔγραφε ὁ εὐαγγελιστὴς πὼς ἐχορτάσθησαν. Ἄν κάποιος ἄνθρωπος μποροῦσε νὰ ἐξαπατήσει ἕναν ἄλλο ὅτι ἔφαγε, δὲ θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ πείσει ἕναν πεινασμένο ὅτι χόρτασε. Ἂν πράγματι ἦταν αὐτὸ κάποια ὀφθαλμαπάτη, ἀπὸ ποῦ προέκυψαν τὰ περισσεύματα, ποῦ γέμισαν δώδεκα κοφίνια ψωμιά;

Ὄχι! Μόνο ἄνθρωποι ποὺ ἡ καρδιὰ τους εἶχε νεκρωθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μποροῦν νὰ τὸ ἀποκαλέσουν ὀφθαλμαπάτη αὐτό. Ἦταν πραγματικὸ γεγονός, ὅπως πραγματικὸς εἶναι κι ὁ Θεός. Πρέπει νὰ προσέξετε ὅμως πὼς γιὰ τὸ θαῦμα αὐτὸ δὲν ξεσηκώθηκαν φωνὲς ἐναντίον Του, δὲν τοῦ ἔδωσαν κάποιες ἀνόητες ἑρμηνεῖες, ὅπως ἔκαναν οἱ Φαρισαῖοι σὲ πολλὰ ἄλλα ἀπὸ τὰ θαύματά Του. Κι ὄχι μόνο δὲν τὸ ἀμφισβήτησε κανένας, ἀλλά «οἱ ἄνθρωποι, ἰδόντες ὁ ἐποίησε σημεῖον ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγον ὄτι ουτος ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ο ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον (Ἰωάν. στ’ 14). Κι οἱ ὄχλοι ηθελαν «ἁρπάζειν αὐτὸν ἶνα ποιήσωσιν αὐτὸν βασιλέα» (αὔτ. στίχ. 15). Τέτοια ἀπήχηση εἶχε στὸ λαὸ τὸ καταπληκτικὸ αὐτὸ θαῦμα!

Πότε προσπάθησε κάποιος νὰ μετατρέψει μία ἀπάτη σὲ βασιλιά; Αυτό ὅμως ἦταν πραγματικὸ γεγονός. Οἱ ἄνθρωποι ξεσηκώθηκαν ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ ἤθελαν νὰ κάνουν τὸ Χριστὸ βασιλιὰ μὲ τὸ ζόρι. Κι αὐτὸ θὰ εἶχε γίνει, ἂν ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀπομακρυνθεῖ μόνος Του. Κι ἔτσι ματαιώθηκε τὸ σχέδιο τοῦ πλήθους ποὺ ριγοῦσε ἀπὸ ἐνθουσιασμό.

«Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητᾶς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὐ ἀπολύση τοὺς ὄχλους» (Ματθ. Ιδ' 22). Δεν εἶναι περίεργο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνάγκασε τοὺς μαθητές Του νὰ μποῦν σὲ πλοῖο καὶ νὰ φύγουν πρὶν ἀπὸ τὸν ἴδιο; Γιατί τὸ ἔκανε αὐτό; Πρῶτο, γι' αὐτὸ ποὺ εἶχε γίνει. Καὶ δεύτερο, γι' αὐτὸ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει. Τούς ἄφησε ν' ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸ πλῆθος ὅσο πιὸ γρήγορα γινόταν, γιὰ νὰ συλλογιστοῦν καὶ νὰ συζητήσουν μεταξὺ τοὺς τὸ μεγάλο θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων. Τους ἄφησε νὰ ταξιδέψουν μὲ τὸ πλοῖο, ὅπου ὁ Κύριος θὰ τοὺς ἐπισκεπτόταν σύντομα μ' ἔνα καινουργιο κι ἀνήκουστο θαῦμα: θὰ τοὺς πλησίαζε περπατώντας πάνω στὸ νερό, ὅπως περπατάει κανεὶς σὲ στέρεο ἔδαφος. Ὁ Κύριος γνώριζε ἐκεῖνο ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει καὶ τί θὰ ἔκανε ὁ ἴδιος. Οἱ μαθητές Του, ποὺ δὲν ἔβλεπαν τίποτα, ἔνιωσαν ἔκπληξη ποὺ ὁ Χριστὸς τοὺς ἔστειλε πρὶν ἀπ' Αὐτόν. Τὸν ἄφησαν ὅμως μόνο Τοῦ μὲ τὸ πλῆθος, κατέβηκαν ἀπὸ τὸ ὄρος στὴ θάλασσα καὶ ξεκίνησαν τὸ ταξίδι.

Ἕνας ἄλλος ἀναμφισβήτητος λόγος γιὰ τὴ σπουδὴ ποὺ ἔδειξε ὁ Κύριος νὰ προπέμψει τοὺς μαθητές Του, νὰ τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων, ἦταν ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ηθελε νὰ τοὺς προφυλάξει ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὰ ἐγκώμιά τους καὶ τὴν αὐτοεκτίμηση ποὺ θὰ ἔνιωθαν ἐπειδὴ ἦταν μαθητὲς τέτοιου Θαυματουργοῦ. Ἤθελε νὰ τοὺς διδάξει πὼς πρέπει νὰ εἴναι ταπεινοι, γι' αὐτὸ καὶ τοὺς εἶχε πεῖ: «δότε αὐτοὶς ὑμεῖς φαγείν». Και τώρα τοὺς ἔδιωξε ἐπειδὴ ἤθελε νὰ τοὺς προφυλάξει ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ὑψηλοφροσύνη, ἐπειδὴ εἶχαν τέτοια σχέση μαζί Του, μὲ τὸ Διδάσκαλό τους. Καὶ τελικὰ ἤθελε μ' αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ τοὺς κάνει νὰ γνωρίσουν τὴν ἀπεριόριστη ταπείνωσή Του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ: μετὰ ἀπὸ ἕνα τόσο καταπληκτικὸ θαῦμα, ἀποσύρθηκε στὴν ἡσυχία γιὰ νὰ προσευχηθεῖ.

Οἱ μαθητὲς Του ἦταν ἐξοικειωμένοι μὲ τὴ συνηθειά Του ν' ἀποσύρεται συχνὰ στὴν ἔρημο γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὅμως μήπως ἀποσύρθηκε σκόπιμα στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ μείνει μόνος Του, μετὰ τὴ φοβερὴ εἴδηση γιὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ; Ἃς ξεχάσουν οἱ μαθητές Του γιὰ ποιὸ λόγο πῆγε στὴν ἔρημο· ἃς συνειδητοποιήσουν πὼς τὸ μεγάλο θαῦμα ποὺ τόσο ξαφνικὰ ἔκανε, καθὼς κι ὅλοι οἱ ἔπαινοι κι ὁ θαυμασμὸς τῶν ἀνθρώπων, δὲν μποροῦσαν νὰ καταστρέψουν τὴν ἐσωτερικὴ γαλήνη καὶ τὴν ταπείνωσή Του, οὔτε καὶ νὰ τὸν κάνουν ν' ἀλλάξει τὴν ἀπόφασή Του νὰ πάει στὴν ἔρημο γιὰ νὰ προσευχηθεῖ.

Ὁλόκληρο τὸ περιστατικὸ αὐτὸ τῆς διανομῆς τῶν ἄρτων καὶ τῶν ψαριῶν στοὺς ἀνθρώπους, ὁ ἀριθμὸς τῶν ψαριῶν καὶ τῶν ἄρτων, καθὼς καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν κοφινιῶν μὲ τὰ περισσεύματα, ὅλα μαζὶ ἔχουν κι ένα ἐσωτερικό, ἕνα βαθύτερο νόημα. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό Του ὁ Κύριος ὀνόμασε τὸν ἄρτο Σῶμα Του. Στὸ συγκεκριμένο περιστατικὸ εἶναι ἀλήθεια πὼς δὲ λέει κάτι τέτοιο μὲ λόγια, τὸ κάνει ὅμως μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἄρτων. Οἱ πέντε ἄρτοι σημαίνουν τὶς πέντε αἰσθήσεις· κι οἱ πέντε αἰσθήσεις ἀντιπροσωπεύουν ολο τὸ σῶμα. Το ψάρι σημαίνει τὴ ζωή. Τοὺς πρῶτες αἰῶνες τῆς χριστιανικῆς ζωῆς τὸ Χριστὸ τὸν ἀπεικόνιζαν μὲ τὴ μορφὴ ψαριοῦ. Τὸ σύμβολο αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ δεῖ ἀκόμα καὶ σήμερα κανεὶς στὶς ἀρχαῖες χριστιανικὲς κατακόμβες. Ἀπ' αὐτὴν τὴν ἄποψη, ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὸ σῶμα καὶ τὴ ζωή Του στοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ τραφοῦν. Καί γιατί ἦταν δυὸ τὰ ψάρια; Ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἔδωσε καὶ δίνει τὸν ἑαυτὸ Του θυσία τόσο ὅσο διάστημα κράτησε ἡ ἐπίγεια διαδρομή Του, ὅσο καὶ στὴν Ἐκκλησία μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, ὡς τὴ σημερινὴ μέρα. Ποιὰ σημασία ἔχει τὸ γεγονὸς ὅτι ἔκοψε μόνος του τοὺς ἄρτους; Αὐτὸ σημαίνει πὼς Ἐκεῖνος, μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή Του, παραδόθηκε νὰ θυσιαστεῖ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Γιατί ἔδωσε τὰ ψωμιὰ καὶ τὰ ψάρια στοὺς ἀποστόλους, γιὰ νὰ τὰ μοιράσουν αὐτοὶ μετὰ στὸ λαό; Ἐπειδὴ ἐκεῖνοι ἦταν ποὺ ἔπρεπε νὰ μεταφέρουν τὸ Χριστὸ σ' ὁλόκληρο τὸν κόσμο καὶ νὰ τὸν δώσουν στοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ ἔθνη ὡς τροφὴ ζωῆς. Τί σημαίνουν τὰ δώδεκα κοφίνια μὲ τὰ περισσεύματα τῶν ἄρτων; Την ἄφθονη καρποφορία τοῦ ἔργου τῶν ἀποστόλων. Κάθε θερισμὸς τῶν ἀποστόλων θὰ εἶναι ἀσύγκριτα μεγαλύτερος ἀπὸ τὸ σπόρο ποὺ ἔσπειραν, ὅπως κάθε καλάθι εἶχε περισσότερο ψωμὶ ἀπὸ τοὺς ἄρτους ποὺ ἔφαγαν καὶ χόρτασαν οἱ πεινασμένοι ἄνθρωποι. Ὂλ' αὐτὰ τὰ μυστήρια ἔχουν μεγάλο βάθος, δυσθεώρητο. Ποιὸς τολμᾶ νὰ κοιτάξει τόσο βαθιά, στὰ ἀπύθμενα βάθη τους; Ποιὸς θὰ τολμοῦσε στὴν πρόσκαιρη ζωή μας νὰ διεισδύσει στὰ βάθη αὐτά; Ἴσως πληροφορηθοῦν ἀρκετὰ ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς ἀρέσει νὰ διαβάζουν καὶ ν' ἀκοῦνε τὸ εὐαγγέλιο. Οἱ ἄγγελοι ἀπολαμβάνουν μέχρι κορεσμοῦ τὴ γλυκύτητα τοῦ εὐαγγελίου. Ὅσο περισσότερο τὸ διαβάζει ὁ ἄνθρωπος, τόσο περισσότερο τρέπεται σὲ σκέψεις πνευματικὲς καὶ σὲ προσευχή. Όσο περισσότερο καθοδηγεῖ τὴ ζωὴ τοῦ σύμφωνα μ' αὐτό, τόσο ἡ ἀνάγνωση θ' ἀνοίγει τὰ βάθη τῶν νοημάτων τοὺ καὶ θὰ τὸν ἱκανοποιεῖ μὲ τὸ ἄρωμά του. Γι' αὐτὸ πρέπει δόξα καὶ ὕμνος στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή: (Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ὁμιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Ἔκδ. Πέτρου Μπότση, 2012),Ἡ ἄλλη ὄψη 

footer
    
    Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ