Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026 : Απόστολος Κυριακής ΙΔ’ Ματθαίου, Β’ Κορ. α’ 21 – β’ 4.
Αγαπητοί μου Χριστιανοί,
Τίποτε το καλό, τίποτε το άξιο λόγου για όλα τα ζητήματα της ζωή του, ιδιαίτερα δε για το μέγιστο όλων, το ζήτημα της ψυχικής του σωτηρίας, δεν μπορεί μόνος του να πετύχει ο άνθρωπος, παρά μόνον με την βοήθεια του παντοδύναμου Θεού. Σε αυτό κυρίως χρειάζεται ο θείος φωτισμός, η θεία χάρις και νεύσις και έλξη και δύναμη και να ελκυσθεί ο άνθρωπος στην πίστη, και να δείξει μετάνοια και να προχωρήσει στην ζωή της αγιότητας, για την οποία είναι προορισμένος. Οι ανθρώπινες δυνάμεις είναι μηδαμινές. Αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν μας, ότι οι δυνάμεις του ανθρώπου, ψυχικές και σωματικές είναι μολυσμένες και αυτές από το μόλυσμα της αμαρτίας, τότε αντιλαμβανόμαστε, ότι όχι δυνάμεις προς αρετή δεν έχουμε, αλλ’ αντιθέτως κυριαρχούν μέσα μας δυνάμεις που ανά πάσα στιγμή μας εξωθούν προς την αμαρτία. Ο Θεός, λοιπόν, είναι σε αυτή την κατάσταση το παν. Ο Θεός ο αρχιεργάτης της πνευματικής μας ζωής και σωτηρίας, ο μόνος εγγυητής και χορηγός. Αυτό ακριβώς θέλει να χαράξει στις ψυχές μας με όσα μας λέει σήμερα στο Αποστολικό του ανάγνωσμα ο θείος Παύλος. «Ἀδελφοί, ὁ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός». Ο Θεός μας ελκύει στην πίστη, ο Θεός μας στηρίζει, ο Θεός μας χαριτώνει με το Άγιον του Πνεύμα.
Στο σημερινό του ανάγνωσμα ο Απόστολος αναφέρεται σε κάποιο ταξείδι που είχε αποφασίσει να κάνει στην Κόρινθο. Το ταξείδι αυτό του ήταν πολύ θλιβερό, γιατί η αιτία που το προκαλούσε ήταν η αδιαφορία των Κορινθίων προς βαρύτατο αμάρτημα, ενός συμπολίτου τους Χριστιανού. Το αμάρτημα, στο οποίο έπεσε, ήταν τόσο βαρύ, ώστε έπρεπε να φρίξουν, να τρομοκρατηθούν, να θλιβούν βαθύτατα και να κλάψουν πολύ οι Κορίνθιοι, για να συνέλθει εκείνος που το έκανε, να μετανοήσει, για να σωθεί. Αυτό έπρεπε να κάνουν. Αλλ’ αντί του πένθους αυτού και της θλίψεως και του πόνου για την τρομερή πτώση του αδελφού, αυτοί και αδιαφορία έδειξαν και ασύγγνωστον αμέλεια για την μετάνοια του. Εξακολουθούσαν να του φέρωνται όπως και πρώτα και με την συμπεριφορά τους να του δείχνουν, ότι δεν τους κόστισε το μεγάλο του αμάρτημα. Αυτός ήταν κυρίως ο λόγος του ταξειδίου του Παύλου. Θα αναχωρούσε από την Έφεσο της Μ. Ασίας, θα περνούσε από την Μακεδονία, θα κατέβαινε στην Κόρινθο για να ελέγξει τους Κορινθίους για αυτήν τους την αδιαφορία. Θα τους μάλωνε αυστηρά, θα τους επέπληττε με τα πύρινα λόγια του, για να μετανοήσουν αυτοί πρώτοι και να ελκύσουν και τον αμαρτήσαντα σε μετάνοια. Αλλά τους λυπήθηκε και ανέβαλε το ταξείδι του. Τους το βεβαιώνει τώρα, για να δώσουν σημασία. «Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον».
Το γεγονός αυτό, το ότι δηλαδή ταξείδι ολόκληρο και μάλιστα μακρύ και δύσκολο, όπως ήταν τα ταξείδια της εποχής εκείνης, θα έκανε ο απόστολος Παύλος, για να ελέγξει τους Κορινθίους που αδιαφόρησαν στο αμάρτημα του αδερφού τους, μας δίνει να καταλάβουμε πως ποτέ δεν πρέπει να μένουμε αδιάφοροι στις πτώσεις των αδελφών μας. Τι κάνει αυτός, ο φίλος μας, ο αδελφός μας, ο γνωστός μας, ο θρησκευόμενος Χριστιανός; Αμαρτάνει; Αδικεί, βλασφημεί, ψεύδεται, ασωτεύει, εγκληματεί; Και δεν σε νοιάζει, δεν σου κοστίζει, δεν σου φέρνει πόνο και θλίψη στην ψυχή η αμαρτία του, η πτώση το έγκλημά του; Αδιαφορείς και με την αδιαφορία σου τον αμνηστεύεις, δείχνεις σε αυτόν πως δεν είναι τίποτε αυτό που έκανε; Μα τότε δεν τον αποκοιμίζεις, για να μην συνέλθει, να μην μετανοήσει και να σωθεί; Και αυτό δεν είναι δεύτερο έγκλημα δικό σου; Είναι μέγα το κακό που κάνεις. Λοιπόν, Χριστιανέ, πόνεσέ τον, τον αδελφό σου που αμαρτάνει. Πένθησέ τον, κλάψε τον, θρήνησε τον, θρήνησε την αμαρτία του, την ψυχή του, την πτώση του, την συμφορά του. Δείξε του με το πένθος και την θλίψη σου πως έπεσε, πως πρέπει να μετανοήσει, πως είναι ανάγκη να ζητήσει το έλεος του Θεού, για να σωθεί. Και πές του καθαρά να μετανοήσει. Παράστησέ του το κακό που έκανε, για να συνέλθει. Θα τον λυπήσουν ίσως οι λόγοι σου, θα τον πικράνουν. Θα τον θλίψουν. Ναι, αλλά και θα τον σώσουν. Και αυτό θα είναι και για εσένα χαρά και ευφροσύνη. Έτσι το αισθανόταν και ο Απόστολος. Το γράφει «εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς (με τον έλεγχο μου), καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;». Σας μάλωσα και λυπηθήκατε. Δείξατε μετάνοια και σωθήκατε. Χαρά μου είναι μεγάλη.
Όταν ελέγχει κανείς έναν παρεκτραπέντα, πρέπει με πόνο να ασκεί το έργο του ελέγχου. Δηλαδή από αγάπη να κινείται και με αγάπη να ελέγχει. Τότε πιάνει ο έλεγχος και καρποφορεί. Όταν ελέγχει και πονάει ο ίδιος, και κλαίει και πενθεί. Αυτό συνέβαινε με τον απόστολο Παύλο και μας το λέει στην σημερινή του περικοπή. «Ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς». Τους είχε γράψει προηγουμένως άλλη επιστολή που είχε μέσα τους ελέγχους της. Και την έγραψε με πόνο, χύνοντας δάκρυα πολλά. Δεν την έγραψε για να τους πληγώσει και να τους λυπήσει πολύ. Τους την έγραψε και τους έλεγξε για να δουν και αισθανθούν την μεγάλη αγάπη που τους είχε, να συγκινηθούν, να διδαχθούν από την αγάπη του και να μετανοήσουν. Και έτσι πάντοτε πρέπει να γίνεται ο έλεγχος είτε προφορικώς είτε γραπτώς γίνεται. Με αγάπη, με πόνο, με λύπη για το παράπτωμα του άλλου. Τότε θα γίνεται και με τρόπο καλό, αδελφικό, οικοδομητικό. Τότε διδάσκεται, τότε συγκινείται, τότε συνέρχεται αυτός που αμάρτησε και μετανοεί και επιστρέφει και διορθώνεται και γίνεται η μετάνοιά του πρόξενος μεγάλης χαράς και ευφροσύνης. Έτσι να κάνουμε και εμείς τον έλεγχο, όταν ανάγκη το επιβάλλει, και η χαρά μας τότε θα είναι μεγάλη.







