ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κηφισίας, Ἀμαρουσίου, Ὠρωποῦ καὶ Μαραθῶνος κ. Κυρίλλου ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς 2026
Ἐν Κηφισιᾷ, τῇ 16ῃ Φεβρουαρίου 2026
Πρός
Tούς Εὐλαβεστάτους Ἱερεῖς, Μοναχούς καί Μοναχές
καί τούς εὐσεβεῖς χριστιανούς
τῆς Μητροπολιτικῆς μας Περιφερείας.
Ἀγαπητοί πατέρες καί ἀδελφοί,
«Ἀνέτειλε το ἔαρ τῆς νηστείας, καί τό ἄνθος τῆς μετανοίας, ἁγνίσωμεν οὖν ἑαυτούς ἀδελφοί, ἀπό παντός μολυσμοῦ, τῷ φωτοδότῃ ψάλλοντες, εἴπωμεν, Δόξα σοι μόνε φιλάνθρωπε». (Ἀπόστιχο Ἰδιόμελο. Ἦχος γ'. Τετάρτη ἑσπέρας τῆς Τυρινῆς)
Ἀνέτειλε ἡ ἄνοιξη τῆς νηστείας, ἡ εὐλογημένη περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καί μέ αὐτήν ἡ εὐκαιρία γιά κάθαρση καί μεταμόρφωση. Καιρός μετανοίας· καιρός ἐγκρατείας· καιρός μυστικῆς κοινωνίας μετά τοῦ Θεοῦ. Μπροστά μας ἀνοίγεται δρόμος ἀσκήσεως καί προσευχῆς· δρόμος φωτός· πορεία ἀπό τήν σκοτεινή νύχτα τῆς πτώσεως στήν ἑωθινή ἀνατολή τῆς Ἀναστάσεως.
Ἡ ψυχή μοιάζει μέ κῆπο, πού ὁ γεωργός καλεῖται νά καλλιεργήσει. Ἐάν ἀφήσει τή γῆ ἄκαρπη, τά ἀγριόχορτα τῶν παθῶν θά φυτρώνουν καί θά πνίγουν κάθε καλό βλαστάρι. Ἐάν, ὅμως, ποτίσει μέ τά δάκρυα τῆς μετανοίας, ἐάν ἀνασκάψει μέ τήν προσευχή, ἐάν σπείρει σπόρους ἀρετῆς, τότε ὁ κῆπος θά γεμίσει εὐωδιαστά ἄνθη, πού θά προσφέρονται ὡς θυσία εὐπρόσδεκτη στόν Κύριο.
«Καθάρωμεν ἑαυτούς ἀδελφοί» ὡς ἄλλοι προσκυνητές πορευόμενοι πρός τήν Ἁγία Πόλη, ἀποθέτοντες κάθε βάρος πού μᾶς καθηλώνει στή γῆ. Ἄς ἀποτινάξουμε τά δεσμά τῆς φιληδονίας, τῆς ἀκηδίας, τῆς κατακρίσεως. Ἄς τρέξουμε ἐλαφροί τήν ὁδό τῆς ἀρετῆς. Ἄς πλουτίσουμε μέ νηστεία, μέ προσευχή, μέ ἐλεημοσύνη. Ἄς θυμηθοῦμε ὅτι ἡ ἀληθινή νηστεία δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ στέρηση τῆς τροφῆς, ἀλλά ἡ κάθαρση καρδίας καί λογισμῶν. Δέν ἀρκεῖ νά μήν τρῶμε, πρέπει νά τρέφουμε. Δέν φθάνει νά μήν κρίνουμε, πρέπει νά συγχωροῦμε. Δέν ἀρκεῖ νά σωπαίνουμε, πρέπει νά προσευχόμαστε.
Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι ἡ ἔρημος πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν Ἐπαγγελία. Δοκιμάζεται ἡ ὑπομονή, ἐξετάζεται ἡ πίστη, ἀποκαλύπτεται ἡ ἀδυναμία μας. Ἀλλά ὁ Θεός δέν μᾶς ἀφήνει ὀρφανούς. Δίδει τό μάννα τοῦ Λόγου του· προσφέρει τήν δροσιά τῆς Χάριτος· χαρίζει τό φῶς τῆς Ἐκκλησίας, πού φωτίζει τήν ὁδό μας.
Στό τέλος του δρόμου ἡ Ἀνάσταση. Ἡ νίκη τῆς ζωῆς ἐπάνω στόν θάνατο. Ἡ βεβαίωση ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει ὅρια. Ὅτι ἡ πτώση δέν εἶναι τελευταία, ἀλλά ὁ ἀγῶνας γιά τήν ἔγερση. Ὅτι ὁ Σταυρός δέν εἶναι ἀπώλεια, ἀλλά ἡ ὁδός πρός τήν δόξα.
Ἀδελφοί, ἄς βαδίσουμε μέ θέρμη, ἄς κρατήσουμε τήν λαμπάδα τῆς πίστεως ἀναμμένη, ἄς προχωρήσουμε μέ θάρρος. Καί, ὅταν φθάσουμε στήν ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς, ἄς ἀναφωνήσουμε μέ ὅλη μας τήν ψυχή: «Χριστός Ἀνέστη!»
Καλή καί εὐλογημένη Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Μέ πολλή ἐν Χριστῷ πατρική ἀγάπη
Ὁ Μητροπολίτης
† Ὁ Κηφισίας, Ἀμαρουσίου, Ὠρωποῦ καί Μαραθῶνος Κύριλλος
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή
Ἔφθασε καιρὸς, ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχὴ, ἡ κατὰ τῶν δαιμόνων νίκη, ἡ πάνοπλος ἐγκράτεια, ἡ τῶν Ἀγγέλων εὐπρέπεια, ἡ πρὸς Θεὸν παρρησία˙ δι΄αὐτῆς γὰρ Μωϋσῆς, γενόμενος τῷ Κτίστῃ συνόμιλος, καὶ φωνὴν ἀοράτων, ἐν ταῖς ἀκοαῖς ὑπεδέξατο, Κύριε, δι΄αὐτῆς ἀξίωσον καὶ ἡμᾶς, προσκυνῆσαί σου τὰ Πάθη καὶ τὴν ἁγίαν Ἀνάστασιν, ὡς φιλάνθρωπος.
Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Δευτέρα τῆς Α΄ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν (Καθαρὰ Δευτέρα–Καθαρὰ Ἑβδομὰς) καὶ τελειώνει τὴν Παρασκευὴ τῆς ΣΤ΄ Ἑβδομάδος (πρὸ τῶν Βαΐων). Τὰ τροπάρια αὐτῆς τῆς τελευταίας μέρας στὸ «Τριώδιο», φανερώνουν «τὴν πλήρωσιν τῆς ψυχοφελοῦς Τεσσαρακοστῆς» καὶ τὴν ἀναμονὴ τῆς «ἁγίας ἑβδομάδας τοῦ Πάθους». Εἶναι περίοδος νηστείας, προσευχῆς, ἐγκράτειας, περισυλλογῆς ποῦ μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ὀνομάζεται Τεσσαρακοστὴ γιατί θεσμοθετήθηκε κατὰ μίμηση τῆς σαραντάμερης νηστείας τοῦ Κυρίου μας (Ματθ. δ΄, 2), ὡς καὶ τῶν σαραντάμερων νηστειῶν τῶν Προφητῶν Μωϋσέως ( Ἐξοδ. λδ΄, 28) καὶ Ἡλιοῦ (Γ΄ Βασ. ιθ΄ 8). Ἐπίσης λέγεται Μεγάλη γιὰ νὰ ξεχωρίζει ἀπὸ τὴ νηστεία τῶν Χριστουγέννων.
Ἡ νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀνάγεται ἤδη στοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους καί μαζὶ μὲ τὴ νηστεία τῆς Τετάρτης καὶ τῆς Παρασκευῆς, εἶναι οἱ ἀρχαιότερες καὶ μόνες νηστεῖες, ποῦ ἐπικυρώθηκαν μὲ Κανόνες Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ξθ΄ Ἁγ. Ἀποστ., ε΄ τῆς Α΄, β΄, κθ΄ καὶ πθ΄ τῆς ΣΤ΄). Εἶναι αὐστηρή, ἄνευ καταλύσεως «οἴνου καὶ ἐλαίου». Λάδι καὶ κρασὶ καταλύουμε μόνο τὰ Σάββατα καὶ τὶς Κυριακὲς.
Ψάρι καταλύουμε κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.
Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τὰ ἀπογεύματα, τελεῖται ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου, ποῦ περιέχει ψαλμούς, τροπάρια καὶ εὐχές. Γνωστὸ εἶναι τὸ τροπάριο «Κύριε τῶν Δυνάμεων».
Κάθε Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆ τελεῖται Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία. Ὀνομάζεται ἔτσι γιατί τὰ Τίμια Δῶρα, ὁ Ἄρτος καὶ ὁ Οἴνος ἔχουν προαγιαστεῖ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς πού προηγήθηκε καὶ εἶναι πιὰ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, τὰ ὁποία προσφέρονται πρὸς μετάληψη. Κάθε Παρασκευὴ ψάλλεται ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος πρὸς τὴν Παναγία. Ψάλλονται κάθε φορά ἕξι οἶκοι καὶ τὴ πέμπτη Παρασκευὴ ὅλοι μαζί.
Α΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Λέγεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, γιατί γιορτάζουμε τὴν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων Εἰκόνων καὶ τὸν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως κατὰ τῆς φοβερῆς αἱρέσεως τῶν Εἰκονομάχων, τῶν αἱρετικῶν δηλαδὴ ἐκείνων ποὺ δὲν ἐδέχοντο νὰ τιμοῦν τὶς ἅγιες Εἰκόνες. Τὸ «Ὡρολόγιο» τῆς Ἐκκλησίας γράφει: Γιὰ ἑκατὸ καὶ πλέον χρόνια διαταράχθηκε ἡ Ἐκκλησία μὲ διωγμοὺς ἀπὸ κακοδόξους εἰκονομάχους. Πρῶτος ὑπῆρξε ὁ αὐτοκράτορας Λέων ὁ Ἴσαυρος καὶ τελευταῖος ὁ Θεόφιλος, ἄνδρας τῆς ἁγίας Θεοδώρας, ἡ ὁποία μετὰ τὸ θάνατο τοῦ συζύγου τῆς ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία καὶ στερέωσε πάλι τὴν Ὀρθοδοξία μαζὶ μὲ τὸν Πατριάρχη Μεθόδιο. Ἡ Βασίλισσα Θεοδώρα διακήρυξε δημόσια ὅτι ἀσπαζόμεθα τὶς Εἰκόνες, ὄχι λατρευτικά, οὔτε ὡς Θεούς, ἀλλὰ ὡς εἰκόνες τῶν ἀρχετύπων. Τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν νηστειῶν τὸ ἔτος 843, ἡ Θεοδώρα μαζὶ μὲ τὸ γιὸ της αὐτοκράτωρα Μιχαήλ, λιτάνευσαν καὶ ἀνεστήλωσαν τὶς ἅγιες εἰκόνες μαζὶ μὲ τὸν κλῆρο καὶ τὸ λαό. Ἀπὸ τότε ἑορτάζουμε κάθε χρόνο τὴν ἀνάμνηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος γιατί καθωρίσθηκε ὁριστικὰ ὅτι δὲν λατρεύουμε τὶς Εἰκόνες, ἀλλὰ τιμοῦμε καὶ δοξάζουμε ὅλους τούς Ἁγίους ποὺ εἰκονίζουν καὶ λατρεύουμε μόνο τὸν ἐν Τριάδι Θεό. Τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ κανένα ἄλλο εἴτε Ἅγιο εἴτε Ἄγγελο.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ;
+Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου
Ἡ Ἐκκλησία μας καθόρισε ὅλες τίς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστὴς νά τελεῖται ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων.
Κατὰ τή Λειτουργίᾳ αὐτή δέν τελεῖται Θυσίᾳ, δὲ γίνεται δηλαδὴ μεταβολή τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Τὰ Τίμια Δῶρα, ὁ Ἄρτος καὶ ὁ Οἶνος εἶναι ἕτοιμα, ἔχουν προαγιασθεῖ (γι' αὐτὸ καὶ λέγεται Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων) κατὰ τὴν προηγηθεῖσα θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, εἶναι πλέον Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, καὶ ἁπλῶς προσφέρονται πρὸς μεταλήψη στούς πιστούς.
Ὁ Ἱερέας καθ' ἑκάστη Κυριακὴ κόπτει ἀπὸ τὸ πρόσφορο τὸν λεγόμενο «Ἀμνόν», δηλαδὴ τὸ τετράγωνο ἐκεῖνο τεμάχιο τῆς σφραγῖδας πού γράφει ΙΣ-ΧΣ ΝΙ-ΚΑ, καὶ τὸ τοποθετεῖ ἐπάνω στό ἱερὸ Δισκάριο. Μετ' ὀλίγο, κατὰ τή στιγμή τοῦ «Σὲ ὑμνοῦμεν...», τὸ τεμάχιον αὐτὸ τοῦ ἄρτου θὰ μεταβληθεῖ διὰ τῆς εὐλογίας τοῦ Ἱερέως σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου, ὅπως καὶ ὁ οἶνος, ποὺ εἶναι στό ἱερὸ Ποτήριο, θὰ μεταβληθεῖ καὶ αὐτὸς σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου.
Ὅταν ὅμως βρισκόμαστε στήν πένθιμο περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ὁ Ἱερέας, κατὰ τή Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, δέν θὰ κόψει ἔνα μόνο τεμάχιο ἐκ τῆς σφραγῖδας τοῦ προσφόρου, ὡσὰν αὐτό πού εἴπαμε ἀνωτέρω, ἀλλὰ περισσότερα (συνήθως τρία), ἀνάλογα πρὸς τὸν ἀριθμὸ τῶν Λειτουργιῶν τῶν Προηγιασμένων πού θὰ τελέσει κατὰ τὴν ἑβδομάδα.
Τὰ τεμάχια αὐτά (πού δέν κόπτονται ὅλα ἀπὸ ἔνα πρόσφορο, ἀλλ' ἕνα ἀπὸ κάθε πρόσφορο), θὰ τὰ εὐλογήσει κατὰ τὴν ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ καὶ αὐτὰ θὰ μεταβληθοῦν σὲ Σῶμα Χριστοῦ. Ἀπὸ αὐτὰ τὸ ἕνα θὰ χρησιμοποιηθεῖ γιά τήν θείᾳ Μεταλήψη τῆς ἡμέρας ἐκείνης (Κυριακῆς), τὰ ἄλλα (συνήθως δύο) θὰ ἐμβαπτισθοῦν στό ἱερὸ Ποτήριο, ὅπου τὸ Ἅγιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, καὶ θὰ φυλαχθοῦν σὲ εἰδικὸ κιβωτίδιο, τὸ ἱερὸ Ἀρτοφόριο, γιά τὶς Λειτουργίες τῶν Προηγιασμένων Δώρων πού θὰ γίνουν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδας. Κατ' αὐτές τίς Λειτουργίες ὁ Ἱερέας θὰ προσφέρει στούς πιστοὺς πρὸς μεταλήψη τὰ Προηγιασμένα αὐτὰ Δῶρα.
Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι συνυφασμένη μὲ Ἐσπερινό, εἶναι δηλαδὴ βραδινή. Αὐτὸ ἔχει θεσπιστεῖ, διότι οἱ παλιοὶ Χριστιανοὶ κατά τίς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς διετέλουν τελείως ἄσιτοι (νηστικοί) μέχρι τῶν ἐσπερινῶν ὡρῶν. Μπορούσαν λοιπὸν νά ἐκκλησιαστοῦν καὶ νά κοινωνήσουν κατά τίς ἑσπερινὲς ὦρες. Σήμερα ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται καὶ κατὰ τὴν ἑσπέρα συνηθέστερα ὅμως τελεῖται κατά τίς πρωινὲς ὦρες πρὸς διευκόλυνση τῶν πιστῶν.
Ἡ Λειτουργία αὐτὴ δέν ἔχει τὸν πανηγυρικὸ καὶ θριαμβευτικὸ τόνο τῶν ἄλλων Λειτουργιῶν, ἀλλὰ δεσπόζει σὲ αὐτὴ τὸ πένθιμο καὶ κατανυκτικὸ στοιχεῖο.Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται ὄλες τίς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Κατὰ τή Μεγάλῃ Ἑβδομάδα τελεῖται μόνο τίς τρεῖς πρῶτες μέρες αὐτῆς (Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη καὶ Μ. Τετάρτη). Ἐπίσης τελεῖται καὶ κατά τίς ἡμέρες ἑορτῶν εὑρισκομένων ἐντὸς τῆς περιόδου τῆς Μ. Τεσσαρακοστής. Δέν τελεῖται κατὰ τὰ Σάββατα καί τίς Κυριακὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Ἱερέας, καὶ ἂν κρατήσει τὰ ὀνόματα, δέν θὰ τὰ μνημονεύσει, στήν Πρόθεση, ἀλλὰ θὰ τὰ ἀφήσει γιά τή Λειτουργίᾳ τοῦ Σαββάτου ἢ τῆς Κυριακῆς. Ἐπίσης, κατὰ τή Λειτουργίᾳ τῶν Προηγιασμένων δὲν γίνονται μνημόσυνα.







