ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος
Θέμα: «Περί τῶν Ἱερατικῶν Κλήσεων»
Πρός
τό Χριστεπώνυμο Πλήρωμα
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
Κατά τήν Γ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει στό κέντρο τῆς λατρευτικῆς καί πνευματικῆς ζωῆς τόν Τίμιο καί Ζωοποιό Σταυρό. Τόν θέτει πρός προσκύνηση στό μέσον τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ὡς σημεῖο ἐνισχύσεως καί πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ, ὄχι σάν σύμβολο ἧττας καί πόνου, ἀλλά ὡς σημεῖο νίκης, ἐλπίδας καί ζωῆς. Ὁ Σταυρός ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ δρόμος τῆς θυσίας δέν ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια, ἀλλά στό φῶς τῆς Ἀναστάσεως, καί ὅτι μέσα ἀπό τήν ταπείνωση καί τήν ἐμπιστοσύνη στόν Θεό γεννιέται ἡ ἀληθινή χαρά.
Στό φῶς αὐτό ἀποκαλύπτεται τό μέτρο τῆς ἀγάπης, τῆς προσφορᾶς καί τῆς εὐθύνης. Ἐκεῖ ἐντάσσονται καί οἱ ἱερατικές κλήσεις, ὡς ἐλεύθερη καί συνειδητή ἀπάντηση στό κάλεσμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἱερωσύνη δέν ἀποτελεῖ ἀνθρώπινη φιλοδοξία οὔτε προσωπική καταξίωση, ἀλλά χάρισμα καί διακονία σταυρική, προσφορά ζωῆς πρός τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Ὁ νέος πού αἰσθάνεται μέσα του αὐτήν τήν κλήση καλεῖται νά βαδίσει τόν δρόμο τῆς εὐθύνης μέ πίστη, ἐλευθερία καί ἀγάπη.
Ἡ Ἐκκλησία μας, μιλᾶ μέ ἐμπιστοσύνη καί πατρική στοργή στούς νέους ἀνθρώπους πού ἀναζητοῦν νόημα ζωῆς, πού ἀγωνιοῦν γιά τό μέλλον τῆς πατρίδας μας καί πού δέν συμβιβάζονται μέ μιά πορεία χωρίς προσανατολισμό. Σέ νέους πού ἀγαποῦν τόν Χριστό, σέβονται τήν παράδοση, νιώθουν βαθιά δεμένοι μέ τίς ρίζες τοῦ πολιτισμοῦ μας καί ἐπιθυμοῦν νά προσφέρουν οὐσιαστικά στήν κοινωνία, μέσα σέ ἕνα κόσμο ἀβεβαιότητας καί πνευματικῆς κόπωσης.
Ἡ Ἱερωσύνη δέν ἀποτελεῖ φυγή ἀπό τή ζωή, οὔτε ἀπομάκρυνση ἀπό τήν κοινωνία. Ἀντιθέτως, εἶναι βαθιά καί ὑπεύθυνη συμμετοχή σέ αὐτήν. Ὁ ἱερέας ζεῖ μέσα στόν κόσμο, ἀφουγκράζεται τίς ἀγωνίες τῶν νέων, στηρίζει τίς οἰκογένειες, παρηγορεῖ τόν πόνο, στέκεται δίπλα στόν ἄνθρωπο, στίς χαρές καί στίς δοκιμασίες του. Εἶναι λειτουργός τῆς Ἐκκλησίας καί ταυτόχρονα λειτουργός τῆς κοινωνίας, γέφυρα πίστεως καί ζωῆς, παρουσίας καί ἐλπίδας.
Σέ μιά ἐποχή ὅπου πολλοί νέοι αἰσθάνονται ὅτι τό μέλλον εἶναι ἀβέβαιο καί ἡ προσφορά δύσκολη, ἡ Ἐκκλησία προτείνει ἕνα δρόμο ζωῆς μέ ποιότητα, βάθος καί ἐσωτερική πληρότητα. Ὁ νέος πού ἀκούει μέσα του τήν κλήση τῆς Ἱερωσύνης δέν ἀρνεῖται τή χαρά καί τήν εὐτυχία. Τίς βιώνει σέ βάθος, μέσα ἀπό τή σχέση μέ τόν Θεό καί τήν ἀνιδιοτελῆ προσφορά στόν ἄνθρωπο. Ἡ ἱερατική ζωή, ὅταν βιώνεται μέ ἐλευθερία καί ἀγάπη, χαρίζει πρῶτον εἰρήνη καρδιᾶς, δεύτερον χαρά οὐσιαστική καί τρίτον αἴσθηση σκοποῦ.
Ἀπευθυνόμαστε, λοιπόν, σήμερα στούς νέους Ἕλληνες Ὀρθοδόξους καί τούς προτείνουμε νά ἀκούσουν τή φωνή τοῦ Θεοῦ μέσα τους πού τούς προσκαλεῖ νά πλησιάσουν τό Ἱερό Βῆμα, νά ἀνέβουν τά σκαλιά τῆς Ὡραίας Πύλης καί νά χειροτονηθοῦν ἱερεῖς μέ φόβο καί ἀγάπη γιά νά ὑπηρετήσουν τόν ἑαυτό τους, τίς οἰκογένειές τους καί τήν κοινωνία μας μέ τήν προσευχή καί τήν τέλεση τῶν μυστηριακῶν πράξεων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁμοίως, ἀπευθυνόμαστε τόσο στίς νέες γυναῖκες, ὅσο καί στίς συζύγους, νά μή δυσκολέψουν τούς συζύγους τους στήν ἀπόφαση αὐτή, ἀλλά νά τούς παρακινήσουν.
Μέσα σέ αὐτήν τήν πραγματικότητα, ἡ φωνή τοῦ Κυρίου ἀκούγεται πάντοτε ἐπίκαιρη καί δυνατή: «Ὁ μέν θερισμός πολύς, οἱ δέ ἐργάται ὀλίγοι». Τά λόγια αὐτά δέν ἀποτελοῦν ἁπλή διαπίστωση, ἀλλά πρόσκληση εὐθύνης πρός ὁλόκληρο τό ἐκκλησιαστικό σῶμα. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀνάγκη ἀπό νέους ἐργάτες, ἀπό νέους ἀνθρώπους μέ πίστη, ὑπακοή, ἦθος καί ἀγάπη, πού θά σταθοῦν μέ θυσιαστικό φρόνημα στόν στίβο τῆς ζωῆς καί θά διακονήσουν τόν ἄνθρωπο μέσα στίς προκλήσεις τῆς σύγχρονης κοινωνίας.
Ἡ Ἐκκλησία καί ἡ κοινωνία δέν βρίσκονται σέ ἀντίθεση. Ὁ ἱερέας καλεῖται νά ὑπηρετεῖ καί τίς δύο μέ συνέπεια καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα. Νά σέβεται τήν παράδοση καί ταυτόχρονα νά συνομιλεῖ μέ τή σύγχρονη πραγματικότητα. Νά ἐμπνέει μέ τό παράδειγμά του, νά ἑνώνει καί νά καλλιεργεῖ τήν ἐλπίδα σέ ἕνα κόσμο πού διψᾶ γιά ἀλήθεια, σταθερότητα καί νόημα.
Ἀδελφοί μας,
ἡ Ἐκκλησία προσεύχεται γιά τούς νέους πού ἀναζητοῦν τόν δρόμο τους καί καλεῖ ὅσους ἀκοῦν μέσα στή συνείδησή τους τή φωνή τοῦ Χριστοῦ νά μή φοβηθοῦν. Νά Τόν ἐμπιστευθοῦν καί νά προσφέρουν τή ζωή τους ὡς δῶρο ἀγάπης στήν Ἐκκλησία καί στήν κοινωνία. Εἴθε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός νά φωτίζει τόν δρόμο κάθε νέου ἀνθρώπου καί νά χαρίζει στήν Ἐκκλησία Του ἄξιους, χαρούμενους καί θεοφόρους λειτουργούς.
Μετά πατρικῶν εὐχῶν καί ἀγάπης ἐν Κυρίῳ
† Ὁ Ἀθηνῶν Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ, Πρόεδρος
† Ὁ Χαλκίδος Χρυσόστομος
† Ὁ Νέας Σμύρνης Συμεών
† Ὁ Κερκύρας, Παξῶν καί Διαποντίων Νήσων Νεκτάριος
† Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Νικόλαος
† Ὁ Πατρῶν Χρυσόστομος
† Ὁ Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων Σεραφείμ
† Ὁ Λαγκαδᾶ, Λητῆς καί Ρεντίνης Πλάτων
† Ὁ Καστορίας Καλλίνικος
† Ὁ Πολυανῆς καί Κιλκισίου Βαρθολομαῖος
† Ὁ Δράμας Δωρόθεος
† Ὁ Παραμυθίας, Φιλιατῶν καί Γηρομερίου Σεραπίων
† Ὁ Φλωρίνης, Πρεσπῶν καί Ἐορδαίας Εἰρηναῖος
Ὁ Ἀρχιγραμματεύς
† Ὁ Σκιάθου Ἰωάννης
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή
Ἔφθασε καιρὸς, ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχὴ, ἡ κατὰ τῶν δαιμόνων νίκη, ἡ πάνοπλος ἐγκράτεια, ἡ τῶν Ἀγγέλων εὐπρέπεια, ἡ πρὸς Θεὸν παρρησία˙ δι΄αὐτῆς γὰρ Μωϋσῆς, γενόμενος τῷ Κτίστῃ συνόμιλος, καὶ φωνὴν ἀοράτων, ἐν ταῖς ἀκοαῖς ὑπεδέξατο, Κύριε, δι΄αὐτῆς ἀξίωσον καὶ ἡμᾶς, προσκυνῆσαί σου τὰ Πάθη καὶ τὴν ἁγίαν Ἀνάστασιν, ὡς φιλάνθρωπος.
Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Δευτέρα τῆς Α΄ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν (Καθαρὰ Δευτέρα–Καθαρὰ Ἑβδομὰς) καὶ τελειώνει τὴν Παρασκευὴ τῆς ΣΤ΄ Ἑβδομάδος (πρὸ τῶν Βαΐων). Τὰ τροπάρια αὐτῆς τῆς τελευταίας μέρας στὸ «Τριώδιο», φανερώνουν «τὴν πλήρωσιν τῆς ψυχοφελοῦς Τεσσαρακοστῆς» καὶ τὴν ἀναμονὴ τῆς «ἁγίας ἑβδομάδας τοῦ Πάθους». Εἶναι περίοδος νηστείας, προσευχῆς, ἐγκράτειας, περισυλλογῆς ποῦ μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ὀνομάζεται Τεσσαρακοστὴ γιατί θεσμοθετήθηκε κατὰ μίμηση τῆς σαραντάμερης νηστείας τοῦ Κυρίου μας (Ματθ. δ΄, 2), ὡς καὶ τῶν σαραντάμερων νηστειῶν τῶν Προφητῶν Μωϋσέως ( Ἐξοδ. λδ΄, 28) καὶ Ἡλιοῦ (Γ΄ Βασ. ιθ΄ 8). Ἐπίσης λέγεται Μεγάλη γιὰ νὰ ξεχωρίζει ἀπὸ τὴ νηστεία τῶν Χριστουγέννων.
Ἡ νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀνάγεται ἤδη στοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους καί μαζὶ μὲ τὴ νηστεία τῆς Τετάρτης καὶ τῆς Παρασκευῆς, εἶναι οἱ ἀρχαιότερες καὶ μόνες νηστεῖες, ποῦ ἐπικυρώθηκαν μὲ Κανόνες Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ξθ΄ Ἁγ. Ἀποστ., ε΄ τῆς Α΄, β΄, κθ΄ καὶ πθ΄ τῆς ΣΤ΄). Εἶναι αὐστηρή, ἄνευ καταλύσεως «οἴνου καὶ ἐλαίου». Λάδι καὶ κρασὶ καταλύουμε μόνο τὰ Σάββατα καὶ τὶς Κυριακὲς.
Ψάρι καταλύουμε κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.
Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τὰ ἀπογεύματα, τελεῖται ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου, ποῦ περιέχει ψαλμούς, τροπάρια καὶ εὐχές. Γνωστὸ εἶναι τὸ τροπάριο «Κύριε τῶν Δυνάμεων».
Κάθε Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆ τελεῖται Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία. Ὀνομάζεται ἔτσι γιατί τὰ Τίμια Δῶρα, ὁ Ἄρτος καὶ ὁ Οἴνος ἔχουν προαγιαστεῖ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς πού προηγήθηκε καὶ εἶναι πιὰ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, τὰ ὁποία προσφέρονται πρὸς μετάληψη. Κάθε Παρασκευὴ ψάλλεται ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος πρὸς τὴν Παναγία. Ψάλλονται κάθε φορά ἕξι οἶκοι καὶ τὴ πέμπτη Παρασκευὴ ὅλοι μαζί.
Α΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Λέγεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, γιατί γιορτάζουμε τὴν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων Εἰκόνων καὶ τὸν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως κατὰ τῆς φοβερῆς αἱρέσεως τῶν Εἰκονομάχων, τῶν αἱρετικῶν δηλαδὴ ἐκείνων ποὺ δὲν ἐδέχοντο νὰ τιμοῦν τὶς ἅγιες Εἰκόνες. Τὸ «Ὡρολόγιο» τῆς Ἐκκλησίας γράφει: Γιὰ ἑκατὸ καὶ πλέον χρόνια διαταράχθηκε ἡ Ἐκκλησία μὲ διωγμοὺς ἀπὸ κακοδόξους εἰκονομάχους. Πρῶτος ὑπῆρξε ὁ αὐτοκράτορας Λέων ὁ Ἴσαυρος καὶ τελευταῖος ὁ Θεόφιλος, ἄνδρας τῆς ἁγίας Θεοδώρας, ἡ ὁποία μετὰ τὸ θάνατο τοῦ συζύγου τῆς ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία καὶ στερέωσε πάλι τὴν Ὀρθοδοξία μαζὶ μὲ τὸν Πατριάρχη Μεθόδιο. Ἡ Βασίλισσα Θεοδώρα διακήρυξε δημόσια ὅτι ἀσπαζόμεθα τὶς Εἰκόνες, ὄχι λατρευτικά, οὔτε ὡς Θεούς, ἀλλὰ ὡς εἰκόνες τῶν ἀρχετύπων. Τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν νηστειῶν τὸ ἔτος 843, ἡ Θεοδώρα μαζὶ μὲ τὸ γιὸ της αὐτοκράτωρα Μιχαήλ, λιτάνευσαν καὶ ἀνεστήλωσαν τὶς ἅγιες εἰκόνες μαζὶ μὲ τὸν κλῆρο καὶ τὸ λαό. Ἀπὸ τότε ἑορτάζουμε κάθε χρόνο τὴν ἀνάμνηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος γιατί καθωρίσθηκε ὁριστικὰ ὅτι δὲν λατρεύουμε τὶς Εἰκόνες, ἀλλὰ τιμοῦμε καὶ δοξάζουμε ὅλους τούς Ἁγίους ποὺ εἰκονίζουν καὶ λατρεύουμε μόνο τὸν ἐν Τριάδι Θεό. Τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ κανένα ἄλλο εἴτε Ἅγιο εἴτε Ἄγγελο.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ;
+Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου
Ἡ Ἐκκλησία μας καθόρισε ὅλες τίς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστὴς νά τελεῖται ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων.
Κατὰ τή Λειτουργίᾳ αὐτή δέν τελεῖται Θυσίᾳ, δὲ γίνεται δηλαδὴ μεταβολή τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Τὰ Τίμια Δῶρα, ὁ Ἄρτος καὶ ὁ Οἶνος εἶναι ἕτοιμα, ἔχουν προαγιασθεῖ (γι' αὐτὸ καὶ λέγεται Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων) κατὰ τὴν προηγηθεῖσα θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, εἶναι πλέον Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, καὶ ἁπλῶς προσφέρονται πρὸς μεταλήψη στούς πιστούς.
Ὁ Ἱερέας καθ' ἑκάστη Κυριακὴ κόπτει ἀπὸ τὸ πρόσφορο τὸν λεγόμενο «Ἀμνόν», δηλαδὴ τὸ τετράγωνο ἐκεῖνο τεμάχιο τῆς σφραγῖδας πού γράφει ΙΣ-ΧΣ ΝΙ-ΚΑ, καὶ τὸ τοποθετεῖ ἐπάνω στό ἱερὸ Δισκάριο. Μετ' ὀλίγο, κατὰ τή στιγμή τοῦ «Σὲ ὑμνοῦμεν...», τὸ τεμάχιον αὐτὸ τοῦ ἄρτου θὰ μεταβληθεῖ διὰ τῆς εὐλογίας τοῦ Ἱερέως σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου, ὅπως καὶ ὁ οἶνος, ποὺ εἶναι στό ἱερὸ Ποτήριο, θὰ μεταβληθεῖ καὶ αὐτὸς σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου.
Ὅταν ὅμως βρισκόμαστε στήν πένθιμο περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ὁ Ἱερέας, κατὰ τή Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, δέν θὰ κόψει ἔνα μόνο τεμάχιο ἐκ τῆς σφραγῖδας τοῦ προσφόρου, ὡσὰν αὐτό πού εἴπαμε ἀνωτέρω, ἀλλὰ περισσότερα (συνήθως τρία), ἀνάλογα πρὸς τὸν ἀριθμὸ τῶν Λειτουργιῶν τῶν Προηγιασμένων πού θὰ τελέσει κατὰ τὴν ἑβδομάδα.
Τὰ τεμάχια αὐτά (πού δέν κόπτονται ὅλα ἀπὸ ἔνα πρόσφορο, ἀλλ' ἕνα ἀπὸ κάθε πρόσφορο), θὰ τὰ εὐλογήσει κατὰ τὴν ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ καὶ αὐτὰ θὰ μεταβληθοῦν σὲ Σῶμα Χριστοῦ. Ἀπὸ αὐτὰ τὸ ἕνα θὰ χρησιμοποιηθεῖ γιά τήν θείᾳ Μεταλήψη τῆς ἡμέρας ἐκείνης (Κυριακῆς), τὰ ἄλλα (συνήθως δύο) θὰ ἐμβαπτισθοῦν στό ἱερὸ Ποτήριο, ὅπου τὸ Ἅγιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, καὶ θὰ φυλαχθοῦν σὲ εἰδικὸ κιβωτίδιο, τὸ ἱερὸ Ἀρτοφόριο, γιά τὶς Λειτουργίες τῶν Προηγιασμένων Δώρων πού θὰ γίνουν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδας. Κατ' αὐτές τίς Λειτουργίες ὁ Ἱερέας θὰ προσφέρει στούς πιστοὺς πρὸς μεταλήψη τὰ Προηγιασμένα αὐτὰ Δῶρα.
Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι συνυφασμένη μὲ Ἐσπερινό, εἶναι δηλαδὴ βραδινή. Αὐτὸ ἔχει θεσπιστεῖ, διότι οἱ παλιοὶ Χριστιανοὶ κατά τίς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς διετέλουν τελείως ἄσιτοι (νηστικοί) μέχρι τῶν ἐσπερινῶν ὡρῶν. Μπορούσαν λοιπὸν νά ἐκκλησιαστοῦν καὶ νά κοινωνήσουν κατά τίς ἑσπερινὲς ὦρες. Σήμερα ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται καὶ κατὰ τὴν ἑσπέρα συνηθέστερα ὅμως τελεῖται κατά τίς πρωινὲς ὦρες πρὸς διευκόλυνση τῶν πιστῶν.
Ἡ Λειτουργία αὐτὴ δέν ἔχει τὸν πανηγυρικὸ καὶ θριαμβευτικὸ τόνο τῶν ἄλλων Λειτουργιῶν, ἀλλὰ δεσπόζει σὲ αὐτὴ τὸ πένθιμο καὶ κατανυκτικὸ στοιχεῖο.Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται ὄλες τίς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Κατὰ τή Μεγάλῃ Ἑβδομάδα τελεῖται μόνο τίς τρεῖς πρῶτες μέρες αὐτῆς (Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη καὶ Μ. Τετάρτη). Ἐπίσης τελεῖται καὶ κατά τίς ἡμέρες ἑορτῶν εὑρισκομένων ἐντὸς τῆς περιόδου τῆς Μ. Τεσσαρακοστής. Δέν τελεῖται κατὰ τὰ Σάββατα καί τίς Κυριακὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Ἱερέας, καὶ ἂν κρατήσει τὰ ὀνόματα, δέν θὰ τὰ μνημονεύσει, στήν Πρόθεση, ἀλλὰ θὰ τὰ ἀφήσει γιά τή Λειτουργίᾳ τοῦ Σαββάτου ἢ τῆς Κυριακῆς. Ἐπίσης, κατὰ τή Λειτουργίᾳ τῶν Προηγιασμένων δὲν γίνονται μνημόσυνα.







