ploigisi h3

bottom neo

kryfo sxoleio2

Τὸ Κρυφὸ Σχολειό: Μῦθος ἢ Πραγματικότητα;
(ἀπὸ φυλλάδιο τῶν ἐκδόσεων τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας)


«Στὴν διάρκεια τῆς τουρκοκρατίας ἡ Ἐκκλησία κατόρθωσε νὰ ἐπιβιώσει. Καὶ ὅσο ἡ Ἐκκλησία ἐπεβίωνε, τὸ Ἔθνος δὲν μποροῦσε νὰ πεθάνει»
( Στῆβεν Ράνσιμαν )


Λέγονται καὶ γράφονται κατὰ καιροὺς διάφορα σχετικὰ μὲ τὸ «Κρυφὸ Σχολειό» τῆς Τουρκοκρατίας. Ὁρισμένοι ἐπιχείρησαν καὶ ἐπιχειροῦν νὰ ἀμφισβητήσουν τὴν ὕπαρξή του, νὰ κλονίσουν μία πεποίθηση στερεὰ ριζωμένη στὴν συνείδηση τοῦ λαοῦ μας. Καὶ εἶναι προφανὲς ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἀμφισβητίες -ἂν ὄχι ὅλοι- ἔχουν ὡς στόχο τὴν βαθύτερη ἀμφισβήτηση τοῦ ρόλου καὶ τῆς προσφορᾶς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας κατὰ τὴν περίοδο τῆς μακραίωνος δουλείας τοῦ γένους ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸ ζυγό. Θεωροῦμε, λοιπὸν χρήσιμο νὰ καταθέσουμε ὁρισμένα στοιχεῖα καὶ νὰ ξεκαθαρίσουμε μερικὲς ἀσάφειες ποὺ ἴσως προκαλοῦν ἀπορίες.
Τὸ σπουδαιότερο ἐπιχείρημα τῶν ἀρνητῶν τοῦ «Κρυφοῦ Σχολειοῦ» εἶναι τὸ ἑξῆς : «Οἱ Ὀθωμανοὶ Τοῦρκοι ὑπῆρξαν ἀνεκτικοὶ στὰ θέματα Πίστεως καὶ Παιδείας. Ἀφοῦ, λοιπόν, δὲν καταδίωκαν τὴν ἐκπαίδευση τῶν Ἑλλήνων καὶ γενικότερα τῶν Ὀρθοδόξων ὑπηκόων τοὺς ( Ροὺμ μιλλὲτ = Τὸ Γένος τῶν Ρωμηῶν ), τότε γιατί χρειάζονταν Κρυφὰ Σχολεῖα στοὺς νάρθηκες τῶν Ναῶν καὶ τῶν Μοναστηριῶν;». Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ εἶναι ἡ ἑξῆς : Ναί, μέν, γιὰ λόγους θρησκευτικοὺς καὶ διοικητικοὺς οἱ Ὀθωμανοὶ Σουλτάνοι παρεχώρησαν προνόμια καὶ ἔδειξαν ἕνα βαθμὸ ἀνοχῆς πρὸς τοὺς Ρωμηοὺς ὑπηκόους τους, ὅμως ὑπῆρξαν περίοδοι καὶ περιοχές, στὶς ὁποῖες δὲν τηρήθηκαν οἱ ὑποσχέσεις αὐτές. Δὲν μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ μία ἑνιαία τουρκοκρατία στὸν χρόνο καὶ τὸν χῶρο. Ὑπῆρχε διαφορετικὴ (πιὸ καταπιεστική) μεταχείριση τῶν ὑποδούλων κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες καὶ διαφορετικὴ στὸ δεύτερο ἥμισύ της Τουρκοκρατίας μὲ τὴν ἐπικράτηση μετριοπαθεστέρων ἀπόψεων. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τόπους ἡ ἐφαρμογὴ τῶν σουλτανικῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ὑποδούλων ὑπέκειτο στὴν βούληση, στὶς ἰδιορρυθμίες, στὸ βαθμὸ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ καὶ γενικὰ στὴν προσωπικότητα τοῦ τοπικοῦ Ὀθωμανοῦ ἡγεμόνος. Σὲ μία ἀχανῆ αὐτοκρατορία καὶ μάλιστα ὑπὸ τὶς συνθῆκες διοικήσεως καὶ ἐπικοινωνίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ αὐθαιρεσία τῶν τοπικῶν μπέηδων καὶ πασάδων ἦταν φαινόμενο σύνηθες. Δὲν εἴχαμε, λοιπόν, ὁμοιόμορφη ἐφαρμογὴ τῶν θεμελιωδῶν ἀποφάσεων περὶ θρησκείας καὶ παιδείας τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων. Οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς καταστρατηγήθηκαν ἢ ἀλλοιώθηκαν σὲ διάφορες χρονικὲς περιόδους καὶ σὲ διάφορες ἐπαρχίες καὶ τοπικὲς διοικήσεις (βιλαέτια). Δὲν ὑπῆρξε ἑνιαία τουρκοκρατία, ἀλλὰ ποικίλες μορφές της, ἀναλόγως ἐποχῆς καὶ περιοχῆς.
Οἱ δυὸ πρῶτοι αἰῶνες ὑπῆρξαν πολὺ δύσκολοι καὶ μέχρι τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος δὲν μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ δυνατότητα ἀκώλυτης ἀσκήσεως τῶν θρησκευτικῶν καὶ ἐκπαιδευτικῶν ἐλευθεριῶν. Χαρακτηριστικὰ ἀναφέρουμε ὅτι ὁ Σουλτάνος Σελὴμ Α' στὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνος ἐξεδήλωνε δημοσίως τὸ μῖσος τοῦ πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τὴν ἄποψή του περὶ βιαίου ἐξισλαμισμοῦ ὅλων τῶν μὴ μουσουλμάνων. Τὸ 1537 ὁ Σουλεϊμᾶν Α' ἐξέδωσε διαταγὴ ποὺ ζητοῦσε νὰ ἐκτελεστεῖ ὡς ἄπιστος ὁποιοσδήποτε ἀμφισβητοῦσε τὰ λόγια του προφήτη Μωάμεθ. Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνος γίνεται φανερὴ ἡ αὐξανόμενη ἐπιρροὴ τῶν φανατικῶν μουσουλμάνων στὴν Αὐλὴ τῶν Σουλτάνων, γεγονὸς ποὺ δυσκόλευε τὴν ὑλοποίηση τῶν προνομίων τῶν Χριστιανῶν. Οἱ ζηλωτὲς αὐτοὶ τοῦ φανατικοῦ Ἰσλὰμ ἐστράφησαν γενικὰ ἐναντίον κάθε μορφῆς ἐκπαιδεύσεως, ποὺ δὲν ἀκολουθεῖ τὸ Κοράνι. Ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοὺς βρέθηκε ὁ σουλτάνος Μουρὰτ Δ' (1623-1640), ἐνῷ οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἴδιας ἰδεολογίας ἐπέτυχαν τὸ 1711 νὰ κατασχεθεῖ ἡ βιβλιοθήκη τοῦ βεζύρη Τσορλουλοῦ πασᾶ καὶ νὰ ἀπαγορευθεῖ ἡ μελέτη ἐπιστημονικῶν βιβλίων. Κατανοοῦμε, λοιπόν, ὅτι σὲ μία περίοδο κατὰ τὴν ὁποία διώκονταν ἀκόμη καὶ μουσουλμάνοι ἐραστὲς τῆς μορφώσεως, πόσο δύσκολο θὰ ἦταν σὲ Χριστιανοὺς νὰ διδάσκουν καὶ νὰ διδάσκονται ἐλευθέρως τὴν πίστη, τὴν ἱστορία καὶ τὴν ἐθνικὴ ταυτότητά τους. Σὲ τέτοιες σκοτεινὲς ἐποχὲς δημιουργήθηκε ἡ ἀνάγκη γιὰ Κρυφὰ Σχολειὰ . Σὲ τέτοια δύσκολα χρόνια, γιὰ τὰ ὁποία ὁ Γάλλος Ἰησουΐτης Richard ( Ρισὰρ ) ἔγραψε στὰ μέσα του 17ου αἰῶνος : «Νὰ σκεφθῆ κανεὶς ὅτι οὐδέποτε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Νέρωνος, τοῦ Δομητιανοῦ καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ ἔχει ὑποστῆ ὁ Χριστιανισμὸς διωγμοὺς σκληρότερους ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ἀντιμετωπίζει σήμερα ἡ ἀνατολικὴ Ἐκκλησία» (ἴδε Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τὸμ . 10, Ἀθῆνα 1974, σ. 150).
Ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος τὰ πράγματα σαφῶς βελτιώνονται στὸν ἐκπαιδευτικὸ τομέα καὶ οἱ ὑπόδουλοι Ρωμηοὶ ἀρχίζουν νὰ ἱδρύουν, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῶν ξενιτεμένων καὶ τῶν εὐεργετῶν, σημαντικὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα. Σ' αὐτὰ καλλιεργήθηκαν καὶ τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ ἡ «θύραθεν παιδεία», ἡ ἐγκυκλοπαιδικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ κατάρτιση. Ὅμως δὲν ἦταν εὔκολο κάτω ἀπὸ τὸ σπαθὶ τοῦ δυνάστη νὰ καλλιεργηθεῖ τὸ ἐθνικὸ φρόνημα καὶ ἡ συνείδηση τῆς ἱστορικῆς συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Στὴν περίοδο αὐτή, τὴν ὁποία ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἰωακεὶμ Γ' σὲ Ὑπόμνημά του (17/1/1879) χαρακτηρίζει «ὡς ἀνέσεως ἐποχή, καθ' ἣν ἤρξατο ὑποφώσκουσα ἐλπὶς βελτιώσεως», ἡ λειτουργία Κρυφῶν Σχολειῶν ἴσως περιορίσθηκε, δὲν ἔπαυσε ὅμως τελείως. Διότι ἡ κρυφὴ ἐκπαίδευση χρειαζόταν γιὰ ἐκεῖνα τὰ εἰδικὰ μαθήματα ποὺ φούντωναν τὸν πόθο γιὰ τὴν ἐλευθερία. ’λλωστε εἴπαμε ὅτι ὑπῆρξαν καὶ πολλὲς αὐθαιρεσίες τοπικῶν Ὀθωμανῶν ἡγεμονίσκων. Ὁ ἱστορικὸς συγγραφεὺς Ἀθανάσιος Κομνηνὸς Ὑψηλάντης στὸ ἔργο τοῦ «Τὰ μετὰ τὴν ἅλωσιν 1453-1789» (ἐγράφη τὸν 18ο αἰῶνα καὶ ἐξεδόθη στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1870), ἀναφέρει ἕνα περιστατικό, τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος τοποθετεῖ στὸν 18ο αἰῶνα. Στὸ παζάρι (ἀγορά) τοῦ Καΐρου εἶδε 30.000 κομμένες γλῶσσες Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐπέμεναν νὰ ὁμιλοῦν ἑλληνικὰ παρὰ τὴν σχετικὴ ἀπαγόρευση τῶν τοπικῶν ἀρχῶν. Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ οἱ Ὀθωμανοὶ γενικὰ εἶχαν ἐπιτρέψει ἢ ἀνεχθεῖ τὴν δημόσια λειτουργία ἑλληνικῶν ἐκπαιδευτηρίων, ὁ τοπικὸς Ὀθωμανὸς ἡγεμόνας τῆς Αἰγύπτου ἀπαγόρευε τὴν χρήση τῆς ἑλληνικῆς ἐπὶ ποινὴ ἀποκοπῆς τῆς γλώσσας. 30.000 ἡρωικοὶ Ἕλληνες ἀντέστησαν! Πὼς ὅμως διετηρήθη ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες ἂν δὲν ὑπῆρχαν τὰ Κρυφὰ Σχολειὰ μὲ τὸ Ψαλτῆρι καὶ τὴν Ὀκτάηχο καὶ τὰ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ βιβλία; Πάντως καὶ κατὰ τὸν 18ο αἰῶνα ἔχουμε περιόδους διωγμῶν. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι μετὰ τὰ Ὀρλωφικὰ καὶ τὶς ἀγριότητες τῶν Τουρκαλβανῶν ὁ ἅγιος Κοσμᾶς διέκοψε τὶς περιοδίες του καὶ κατέφυγε ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη στὸ ’Αγιον Ὅρος! Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ὅτι τὰ Κρυφὰ Σχολειὰ ἦταν ἀπαραίτητα στοὺς πρώτους δυὸ αἰῶνες τῆς τουρκοκρατίας λόγω τοῦ κλίματος φόβου καὶ τρόμου ποὺ ἐπικρατοῦσε, στοὺς δὲ ἑπόμενους αἰῶνες, παρὰ τὴν βελτίωση τῆς ὀθωμανικῆς συμπεριφορᾶς, λειτούργησαν εἴτε γιὰ νὰ δώσουν λύση ἀπέναντι στὴν ἀνθελληνικὴ καὶ ἀντιχριστιανικὴ τακτικὴ ὁρισμένων Ὀθωμανῶν διοικητῶν, εἴτε γιὰ νὰ διδάσκονται ἐκεῖ μαθήματα ἐθνικοῦ φρονηματισμοῦ μὲ στόχο τὴν ἐκπλήρωση τῶν πόθων τοῦ Γένους.
Ἀποστομωτικὸ γιὰ τοὺς ἀρνητὲς τῶν «Κρυφῶν Σχολειῶν» καὶ λίαν εὔγλωττο, διότι συνοψίζει τὰ ὅσα ἐκθέσαμε μέχρι τώρα, εἶναι τὸ ἀκόλουθο ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γάλλου δημοσιογράφου Rene Puaux «Δυστυχισμένη Βόρειος Ἤπειρος», (ἑλλην. Ἔκδοση ἒκδ . Τροχαλία, Ἀθήναι α. χρ.). Ο Puaux ( Πυῶ ) περιηγήθηκε τὴν Ἤπειρο τὸ 1913, ἀκριβῶς μόλις τὰ ἐδάφη αὐτὰ εἶχαν ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ στρατό. Συνομιλώντας μὲ Ἕλληνες Ἠπειρῶτες, οἱ ὁποῖοι τότε γιὰ πρώτη φορᾶ ἀπηλλάγησαν ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό, μαθαίνει ἔκπληκτος καὶ τὰ ἑξῆς : «Κανένα βιβλίο τυπωμένο στὴν Ἀθῆνα δὲν γινόταν δεκτὸ στὰ σχολεῖα τῆς Ἠπείρου. Ἦταν ἐπιβεβλημένο νὰ τὰ προμηθεύονται ὅλα ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία ἦταν ἀπαγορευμένη. Στὴν περίπτωση αὐτὴ λειτουργοῦσαν πρόσθετα κρυφὰ μαθήματα, ὅπου χωρὶς βιβλία, χωρὶς τετράδια, ὁ νεαρὸς Ἠπειρώτης μάθαινε γιὰ τὴ μητέρα Πατρίδα, διδασκόταν τὸν Ἐθνικό της Ὕμνο, τὰ ποιήματά της καὶ τοὺς ἥρωές της. Οἱ μαθητὲς κρατοῦσαν στὰ χέρια τοὺς τὴν ζωὴ τῶν δασκάλων τους. Μία ἀκριτομυθία, μιὰ καταγγελία ἦταν ἀρκετή. Δὲν εἶναι συγκινητικό, αὐτὰ τὰ διακόσια μικρὰ ἀγόρια καὶ τὰ διακόσια πενῆντα κοριτσάκια νὰ δέχονται τὶς ἐπιπλέον ὧρες τῶν μαθημάτων (στὴν ἡλικία, ποὺ τόσο ἀγαποῦν τὰ παιχνίδια), νὰ συζητοῦν γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπιστρέφοντας στὶς οἰκογένειές τους μὲ τὰ χείλη ραμμένα νὰ κρατοῦν τὸν ἐνθουσιασμὸ μυστικὸ στὴν καρδιά;» (σελ. 126).
Τὸ ντοκουμέντο αὐτό, ποὺ προέρχεται ἀπὸ μαρτυρία ξένου περιηγητή, ἄρα ἀνεπηρέαστου ἀπὸ τὰ ἰδεολογικὰ ρεύματα ποὺ ἐπεκράτησαν στὴν Ἑλλάδα μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή της, μᾶς δείχνει ὅτι ἀκόμη καὶ 5-6 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴ διάλυση τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, ἀκόμη καὶ σὲ ἐποχὴ ποὺ λειτουργοῦσαν ἐλεύθερα τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, ὑπῆρχαν παράλληλα κρυφὰ σχολεῖα γιὰ νὰ μεταδώσουν τὴν ἀγωνιστικότητα καὶ τὸν πόθο γιὰ ἐλευθερία. Νὰ μεταφέρουν στὰ παιδιὰ τὸ μήνυμα ποὺ τοὺς διδάσκει ὁ Ἱερεὺς στὸ συγκινητικὸ ποίημα τοῦ Ἰωάννη Πολέμη μὲ τίτλο «Τὸ Κρυφὸ Σχολειό» : Μὴ σκιάζεστε στὰ σκότη! Τῆς λευτεριᾶς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρει! Μιὰ ἐνδιαφέρουσα μαρτυρία ἔχουμε καὶ ἀπὸ ἕνα ἐξόχως μαρτυρικὸ καὶ ταλαιπωρημένο τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν μεγαλόνησο Κύπρο. Ὁ Κύπριος Ἀρχιμανδρίτης Γαβριὴλ Σαμπατακάκης γράφει τὸ 1921 γιὰ τὶς ἐξελίξεις στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του : «Ἡ θαυμασία αὐτὴ ἀνάπτυξις τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος ὀφείλεται, πρὸ παντός, εἰς τὰ Σχολεῖα, τὸν Τύπον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν . Τῆς εὐκαιρίας τῆς Ἀγγλικῆς κατοχῆς δραξάμενος ὁ Κυπριακὸς Λαὸς ἔσπευσεν, ὡς ἡ διψασμένη ἔλαφος τρέχει δρομαία ἐπὶ τᾶς πηγᾶς τῶν ὑδάτων, οὕτω καὶ οὖτος πρὸς τὰ νάματα τῆς παιδείας. Καὶ ἠδύνατο τὶς νὰ ἴδη φιλοτιμουμένους τοὺς πολίτας καὶ τοὺς χωρικοὺς νὰ ἰδρύωσι δὶ ' ιδίων δαπανῶν σχολᾶς, νὰ φροντίζωσι νὰ διορίζωσι δάσκαλον τὸν καλύτερον μεταξὺ αὐτῶν. Ἱδρύθη τὸ Παγκύπριον Γυμνάσιον καὶ αἳ λοιπαὶ τῶν κεντρικῶν πόλεων σχολαί, αἵτινες ἤρξαντο νὰ χαλκεύωσιν Ἕλληνας χαρακτῆρας, νὰ ἐξαποστέλλωσι διδασκάλους εἰς τὰ διάφορα χωρία, διδάσκοντας οὐχὶ πλέον τὴν Ὀκτώηχον, οὐχὶ τὸ ψαλτήριον, οὐχὶ θρησκέιαν, ἂν καὶ ταῦτα καὶ αὔτη ἤσαν ἀναγκαία, ἀλλὰ τὰ ἀνδραγαθήματα τῶν ἀρχαίων καὶ νεοτέρων Ἑλλήνων ἡρῴων,... τᾶς μαύρας τῆς δουλείας ἡμέρας, καὶ τέλος τὴν ἰδέαν τῆς πατρίδος καὶ τῆς ἐλευθερίας...» ( ἴδε Κωστὴ Κοκκινόφτα, Κυκκώτικα Μελετήματα, τόμος Α', Λευκωσία 1997). Τὸ κείμενο αὐτό μᾶς λέγει δυὸ σημαντικὲς ἀλήθειες! Πρώτον ὅτι οἱ Ἕλληνες τῆς Κύπρου ἔσπευσαν νὰ ἀνοίξουν σχολεῖα ὅλων τῶν βαθμίδων μόνο ὅταν ἄρχισε ἡ ἀγγλικὴ κατοχὴ (1878 κ.ἔ.), προφανὸς διότι ἐφοβοῦντο ἢ δὲν ἐμπιστεύονταν τοὺς Τούρκους. Ὀργανωμένη Ἑλληνικὴ παιδεία δὲν ὑπῆρξε ἐπὶ Τουρκοκρατίας στὴν Κύπρο, μὲ ἐξαίρεση τὴ σχολὴ τῆς Μονῆς Κύκκου, ποὺ καὶ αὐτὴ λειτούργησε στὰ μέσα του 18ου αἰῶνος. Τί ὑπῆρξε; Μᾶς τὸ λέγει σαφῶς ὁ Κύπριος Ἱερωμένος καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ δεύτερη σπουδαία ἀλήθεια : Διδασκαλία στοιχειωδῶν γνώσεων μέσῳ τοῦ Ψαλτηρίου καὶ τῆς Ὀκτωήχου, ἄρα ποῦ ἀλλοῦ; Στὰ Μοναστήρια καὶ στοὺς Ναούς. Ὅταν, λοιπόν, οἱ Ἕλληνες μιᾶς περιοχῆς φοβοῦνταν ἢ παρεμποδίζονταν νὰ ἀνοίξουν δημοσίως σχολεῖο κατὰ τὴν διάρκεια τῶν «μαύρων τῆς δουλείας χρόνων», κατέφευγαν στὰ «κολλυβογράμματα» τοῦ ἱερέως ἢ τοῦ μοναχοῦ. Ἔ, λοιπόν, αὐτὸ ἀκριβῶς ἦταν τὸ Κρυφὸ Σχολειὸ ! Ὁρισμένοι ἀρνητὲς τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ ἰσχυρίζονται ὅτι πρόκειται γιὰ μῦθο καὶ ἐρωτοῦν, γιατί δὲν ὑπάρχουν κείμενα τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, ποὺ νὰ μαρτυροῦν τὴν ὕπαρξη τέτοιων μυστικῶν ἐκπαιδευτικῶν δραστηριοτήτων στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἀφελές. Ἀφοῦ ἐπρόκειτο γιὰ κρυφὴ δραστηριότητα, ἡ ὁποία ἐγκυμονοῦσε πολλοὺς κινδύνους καὶ ἐπέσυρε δυσάρεστες συνέπειες, ἐὰν ἀνεκαλύπτετο ἀπὸ τοὺς Τούρκους, θὰ ἦταν ἐγκληματικὴ ἀνοησία γιὰ ὁποιονδήποτε κληρικὸ νὰ ἐκδώσει γραπτὴ (!) ἀπόφαση περὶ Κρυφοῦ Σχολειοῦ, ἢ γιὰ ὁποιονδήποτε λόγιο νὰ καταγράψει δημοσίως ὑπὸ τὰ ὄμματα τῶν κατακτητῶν μία τέτοια δραστηριότητα. Ὅμως ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση καὶ τὴν ἵδρυση τοῦ πρώτου Ἑλλαδικοῦ κρατιδίου (1830 καὶ ἑξῆς) πολλοὶ λόγιοι καὶ ἱστορικοὶ καταγράφουν τὴν προφορικὴ παράδοση ποὺ οἱ ἴδιοι εἶχαν βιώσει ἢ τοὺς εἶχε μεταδοθεῖ ἀπὸ γενεᾶς σὲ γενεὰ περὶ τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ . Τὸ 1842 ὁ πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων στὸν ἐπιμνημόσυνο λόγο, ποὺ ἐκφωνεῖ στὴν Ἀθῆνα γιὰ τοὺς εὐεργέτες Ζωσιμάδες τονίζει : «... Ἀλλ ' ἡ Πανάγαθος Πρόνοια, καθὼς ἐφώτιζε τᾶς μαίας καὶ ἐζωογόνει κρυφίως τὰ ἄρρενα τῶν Ἑβραίων, ὠσαύτως διέταξε καὶ ψυχᾶς εὐσεβεῖς καὶ φιλοθέους καὶ ταύτας οὔτε Αἰγυπτίας, ἀλλ' ὁμογενεῖς καὶ ὁμόφρονας, αἵτινες ἐν ταπειναὶς ἐκκλησίαις καὶ ἀπωκισμένοις μοναστηρίοις, καὶ ἐν σχολαὶς μικραὶς καὶ πενιχραίς, διὰ τῆς Ἱερᾶς διδασκαλίας, ἐμαίευον εἰς ζωὴν τὰ πάτρια τῶν αἰχμαλώτων Ἑλλήνων φρονήματα». Καὶ ἂν ἀκόμη θεωρήσει κάποιος ὅτι ὁ κληρικὸς Οἰκονόμος ὑπερβάλλει, ὑπάρχει γιὰ τοὺς πλέον δύσπιστους ἡ καταγραφὴ τῶν ἱστορικῶν γεγονότων ἀπὸ τὸν Charles Tuckermann, τὸν πρῶτο Ἀμερικανὸ Πρόξενο στὴν Ἀθῆνα (1867-1874). Στὸ ἔργο τοῦ «Οἱ Ἕλληνες τῆς σήμερον» (Ἑλληνικὴ μετάφραση Ἀντωνίου Ζυγομαλᾶ . Ἀθῆνα 1877) ὁ Ἀμερικανὸς διπλωμάτης γράφει μεταξὺ ἄλλων «Φεγγαράκι μου λαμπρὸ φέγγε μου νὰ περπατῶ, νὰ πηγαίνω στὸ σχολειὸ νὰ μαθαίνω γράμματα τοῦ Θεοῦ τὰ πράγματα». Τοιοῦτον περίπου ἦτο τὸ ᾆσμα, ὅπερ ἐτραγῶδουν οἱ Ἑλληνόπαιδες, πορευόμενοι ἐν καιρῷ νυκτὸς εἰς τὸ σχολεῖον ἐπὶ τουρκοκρατίας. Τὸ ᾆσμα τοῦτο εἶναι γνωστὸν εἰς πάντα Ἕλληνα νῦν ὡς καὶ πρότερον, καὶ οἱ πατέρες δεικνύοντες εἰς τὰ τέκνα τῶν τὴν σελήνην, ἐπαναλαμβάνουσι τοὺς στίχους τούτους, ἀφηγούμενοι αὐτοὶς πόσον τοὶς ἐχρησίμευσεν αὕτη κατὰ τοὺς σκοτεινοὺς χρόνους τῆς Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας. Μὴ ἐπιθυμοῦντες, ἔστω καὶ κατ' ἐλάχιστον, νὰ ἐρεθίσωσι τοὺς δεσπότας αὐτῶν δυναμένους νὰ παρακωλύσωσιν τᾶς πρὸς ἰδὶαν παίδευσιν προσπαθείας τῶν, οἱ παῖδες οὐχὶ δὲ σπανίως καὶ αὐτοὶ οἱ πατέρες, ἐφοίτων διὰ νυκτὸς καὶ κρύφα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ διδασκάλου, ὅπως ἐξακολουθήσωσι τᾶς σπουδᾶς τῶν». Προφανῶς, ὁ Ἀμερικανὸς Πρόξενος καταγράφει τὴν προφορικὴ παράδοση, ποὺ εἶχε ἀκούσει ἀπὸ πολλοὺς συνομιλητές του στὴν ἐλεύθερη πλέον Ἑλλάδα, πολλοὶ ἐκ τῶν ὁποίων εἶχαν πατέρα ἢ παππού, ποὺ ἐμαθήτευσε σὲ Κρυφὸ Σχολειὸ . Κι ὅμως τὶς μαρτυρίες τοῦ Tuckermann (Τάκερμαν ), τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου, τοῦ Νικολάου Δραγούμη καὶ ἄλλων λογίων του 19ου αἰῶνος τὶς ἀπορρίπτει σὲ πρόσφατο μελέτημά του ὁ κ. Ἄλκης Ἀγγέλου (Τὸ κρυφὸ Σχολειό, χρονικὸ ἐνὸς μύθου, Βιβλιοπωλεῖον τῆς «ΕΣΤΙΑΣ», Ἀθῆνα 1997), δογματίζοντας ὅτι ὅλοι αὐτοὶ εἶναι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ ἕναν μῦθο ποὺ καλλιεργοῦσε ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ συντηρητικὴ ἰδεολογία! Ἀλλὰ ἡ γνώμη τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔγραψαν τὸν 19ο αἰῶνα νὲ πρόσφταες καὶ ζωντανὲς μαρτυρίες τῶν γεγονότων τῆς τουρκοκρατίας βαρύνει πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἕναν ἰδεολογικὰ καὶ ἀντιεκκλησιαστικὰ προκατειλημμένο συγγραφέα τῆς ἐποχῆς μας, δηλαδὴ τοῦ τέλους τοῦ 20ου αἰῶνος. Τὸ ἐνδιαφέρον μάλιστα εἶναι ὅτι ὁ κ. Ἀγγέλου ἐπικαλεῖται ὡς κύριο ἀμφισβητία τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ τὸν γνωστὸ ἱστοριοδίφη τοῦ 20ου αἰῶνος Γιάννη Βλαχογιάννη. Ὁ Βλαχογιάννης, ὅμως, εἶναι ἀντιφατικὴ πηγή. Διότι σὲ κείμενό του, ποὺ δημοσιεύθηκε στὴ «Νέα Ἑστία», τεῦχος ΛΔ', 1948, σ. 1110 μὲ τίτλο «Καραϊσκάκης», ἀναφέρεται στὸ ποιῆμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό...» καὶ δέχεται ὅτι «σ' ὅσα χωριὰ τὸ μοναστῆρι ἦταν πολὺ μακριά, ἔπρεπε τὸ παιδὶ νὰ κινήσει μὲ ἄλλα, καὶ νὰ τραβάει ἀξημέρωτα ἀνάμεσα σὲ ἄγριο λόγγο». Δηλαδὴ ἀκόμη καὶ ὁ Βλαχογιάννης δέχεται τὴν σύνδεση τοῦ ᾄσματος μὲ τὴν ἐκπαίδευση τῶν Ἑλληνοπαίδων στὰ μοναστήρια. Ὁ κ. Ἀγγέλου καὶ ἄλλοι ἀμφισβητίες τοῦ «Κρυφοῦ Σχολειοῦ» κάνουν ἐπιλεκτικὴ καὶ κατὰ βούληση χρήση τῶν κειμένων. Ἐκεῖ ποὺ τοὺς ταιριάζει ὁ τάδε συγγραφεὺς τὸν ἀναφέρουν, ἐκεῖ ποὺ δὲν τοὺς συμφέρει τὸν ἀποσιωποῦν!
Μιὰ ἀδιάψευστη μαρτυρία γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ ἀποτελοῦν τὰ τοπωνύμια. Σὲ διάφορες γωνιὲς τοῦ Ἑλληνισμοῦ διατηρεῖτε ἄσβεστη ἡ παράδοση καὶ ζωντανὴ ἡ μνήμη ὅτι «κάποτε ἐδῶ λειτουργοῦσε τὸ Κρυφὸ Σχολειό». Ὁ ἀκούραστος ἐρευνητὴς Τάσος Γριτσόπουλος στὸ βιβλίο τοῦ «Σχολὴ Δημητσάνης» (Ἀθήναι 1962) ἀναφέρει ὅτι ἡ λαϊκὴ παράδοση συνδέει τὸ Κρυφὸ Σχολειὸ μὲ τὴν Ι. Μονὴ Φιλοσόφου τῆς Δημητσάνης, μὲ τὴ Μονὴ Στρατηγοπούλου ἢ Μονὴ Ντίλιου στὸ νησὶ τῶν Ἰωαννίνων, ἐνῷ τοπωνύμιο Κρυφὸ Σχολειὸ ὑπάρχει καὶ στὴν Ἴο τῶν Κυκλάδων στὴν παραλία τοῦ λιμένος, καὶ μάλιστα κοντὰ σὲ σπήλαιο. Καὶ ἐπισημαίνει ὁ Γριτσόπουλος : «Ἀκριβῶς τὰ λανθάνοντα, ἀλλὰ πάντοτε παρόντα στοιχεῖα ταῦτα ἀνεῦρεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους ὁ Γύζης καὶ ἐδημιούργησε τὸν περίφημο πίνακά του, τὸ «Κρυφὸ Σχολειό» (σέλ.26). Ὁ δὲ φιλόλογος καὶ ἱστορικὸς Σαράντος Καργάκος δηλώνει σχετικὰ στὴν ἐφημερίδα «Ἐξουσία» τῆς 24/3/1998 : «Ὅτι εἶναι θρῦλος δὲν εἶναι ψέμα». Ὑποστηρίζει μάλιστα ὅτι στὸ χωριὸ Βέργοια Λακωνίας ὑπάρχουν δυὸ σημεῖα, ποὺ ὁ λαὸς ὀνομάζει «Κρυφὰ Σχολειά». Καὶ συμπληρώνει : «Δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνας ὁλόκληρος λαὸς νὰ ψεύδεται». Στὴν Κρήτη ἐπίσης ὑπάρχει ζωντανὴ ἀνάμνηση τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ στὶς Μονὲς Φανερωμένης, Τοπλοῦ, Κρεμαστῶν, Καρδαμίτζας, Μεραμπέλλου κ.ἅ. Ὁρισμένοι ἀρνητὲς τοῦ «Κρυφοῦ Σχολειοῦ» προσπαθοῦν νὰ ἀρνηθοῦν γενικότερα τὴ συμβολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὴ διατήρηση τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος τῶν ὑποδούλων. Τοὺς διαψεύδουν ὅμως τὰ γεγονότα καὶ οἱ πηγές. Ὁ Γάλλος περιηγητὴς καὶ πολιτικὸς Victor Berard στὸ βιβλίο τοῦ «Τουρκία καὶ Ἑλληνισμὸς - Ὁδοιπορικὸ στὴ Μακεδονία» (ἕλλην. Ἔκδοση Τροχαλία, Ἀθήναι 1987) γράφει ὅτι στὴν Ἀττάλεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας εἶδε τὸ ἑξῆς φαινόμενο περὶ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος : «Μέσα στὸ Κάστρο οἱ χριστιανοὶ μιλοῦν μόνο τούρκικα καὶ δηλώνουν Ἕλληνες. Ἀπέξω οἱ μωαμεθανοί, ἀπόγονοι τῶν Τουρκομοραϊτῶν ποὺ στὴν διάρκεια τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821 ἔφυγαν ἀπὸ τὴ Μεθώνη καὶ Κορώνη μιλοῦν μόνο ἑλληνικά». Οἱ χριστιανοί, λοιπόν, οἱ Ὀρθόδοξοι δήλωναν Ἕλληνες ἂν καὶ εἶχαν χάσει τὴν μητρική τους γλῶσσα. Ἀκόμη καὶ στὴ δύσκολη αὐτὴ κατάσταση ἡ Πίστη καὶ ἡ Ἐκκλησία διατηροῦσαν τὴν ἐθνικὴ συνείδηση.
Ματαίως ἐξ ἄλλου προσπαθοῦν ὁρισμένοι νὰ ἀρνηθοῦν τὴν προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὴν προετοιμασία καὶ στὴν ὑλοποίηση τῶν ἐθνικῶν ὁραματισμῶν καὶ τοῦ Ἀγῶνος. Τοὺς διαψεύδουν οἱ πρωταγωνιστὲς τῶν γεγονότων. Ὁ ἀγωνιστὴς Ἰωάννης Μακρυγιάννης γράφει στὰ «Ὁράματα καὶ Θάματα» (Ἀθήναι 1983, ἒκδ . Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος Ἐθνικῆς Τραπέζης, σέλ. 163-4) : «Τ' ἅγια τὰ μοναστήρια, ὀποῦ ἔτρωγαν οἱ δυστυχισμένοι... ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν Πατέρων, τῶν Καλογήρων. Δὲν ἦταν Καπιτσίνοι Δυτικοί, ἦταν ὑπηρέτες τῶν Μοναστηριῶν τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν ἦταν τεμπέληδες, δούλευαν καὶ προσκυνοῦσαν (=λάτρευαν). Καὶ εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς πατρίδος σ' αὐτὰ τὰ μοναστήρια γινόταν τὰ μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τὰ ὀλίγα ἀναγκαία του πολέμου καὶ εἰς τὸν πόλεμον θυσίαζαν καὶ σκοτωνόταν αὐτεῖνοι, οἱ 'περέτες τῶν μοναστηριῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν. Τριάντα εἶναι μόνο μὲ μένα οἱ σκοτωμένοι ἔξω εἰς τοὺς πολέμους καὶ εἰς τὸ Κάστρο, τὸ Νιόκαστρο καὶ εἰς τὴν Ἀθῆναν».
Ἕνας ἄλλος δὲ σπουδαῖος πολεμικὸς ἡγέτης καὶ αὐτόπτης μάρτυς τῶν γεγονότων τῆς Παλιγγενεσίας, ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, βεβαιώνει μὲ τὸ δικό του τρόπο τὴν συμπαράταξη τοῦ Κλήρου καὶ τοῦ Λαοῦ στὶς κρίσιμες γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Γένους στιγμὲς : «Πλησίον εἰς τὸν Ἱερέα ἦτον ὁ λαϊκός, καθήμενοι εἰς ἕνα σκαμνί, Πατριάρχης καὶ τζομπάνης, ναύτης καὶ γραμματισμένος, ἰατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοὶ καὶ ἔμποροι» (Διήγησις συμβάντων ἑλληνικῆς φυλῆς, ἔκδ. Πάπυρος, Ἀθήναι, σέλ. 29).
Τέλος ἀξίζει νὰ τονισθεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἤσκησε τὰ ἐκπαιδευτικά της καθήκοντα ὄχι μόνον ὑπὸ τὸν Ὀθωμανικὸ ζυγό, ἀλλὰ καὶ κάτω ἀπὸ ἄλλους κατακτητὲς ἑλληνικῶν τόπων. Χαρακτηριστικὰ ἀναφέρουμε ὅτι στὰ Ἐπτάνησα ἐπὶ ἐνετοκρατίας Ὀρθόδοξοι κληρικοὶ καὶ «νοδάροι» (συμβολαιογράφοι) δίδασκαν γράμματα καὶ ἔπλαθαν τοὺς ἐλάχιστους γραμματιζούμενους τῆς ἐποχῆς.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας φρόντιζε ἐπὶ τουρκοκρατίας νὰ τονώνει τὸ ἐθνικὸ συναίσθημα τῶν ἑλληνοπαίδων ἀκόμη καὶ μὲ τὴν προβολὴ ὁρισμένων ἀρχαίων προγόνων μέσῳ τῆς ἁγιογραφίας. Ὁ τεκμηριωμένος καὶ ἔγκυρος ἱστορικὸς τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ Ἀπόστολος Βακαλόπουλος γράφει σχετικὰ : «Οἱ νάρθηκες - σχολεῖα, λοιπόν, τῶν ἐκκλησιῶν ἦταν οἱ πιὸ κατάλληλοι τόποι, ὅπου θὰ ταίριαζε νὰ ζωγραφηθοῦν ἀνάμεσα στοὺς χριστιανοὺς ἁγίους οἱ μορφὲς τῶν μεγάλων εἰδωλολατρικῶν σοφῶν, προδρόμων τοῦ χριστιανισμοῦ, συνήθεια παλιὰ βυζαντινή... ’ραγε ἡ τόνωση τῆς παλιᾶς αὐτῆς συνήθειας κατὰ τοὺς αἰῶνες τῆς τουρκοκρατίας ὀφείλεται σὲ μία λατρεία τῶν ἔνδοξων προγόνων ἀπὸ τοὺς ξεπεσμένους ἐπιγόνους, σ' ἕνα ρευστὸ καὶ ἀδιαμόρφωτο ἀκόμη ἐθνικὸ κίνητρο;» (Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, ἔκδοση Β', τόμος Β', Θεσσαλονίκη 1976).
Μόνον ὅσοι ἀγνοοῦν ἢ διαστρεβλώνουν σκοπίμως τὶς ἱστορικὲς πηγὲς καὶ τὰ γεγονότα τοῦ νεοελληνικοῦ βίου ἀμφισβητοῦν τὸν ἐθνικό, κοινωνικὸ καὶ ἐκπαιδευτικὸ ρόλο τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ μέσα σ' αὐτὴν τὴν γενικότερη ἀμφισβήτηση ἐντάσσεται καὶ ἡ ἄρνηση τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ. Ἡ Ἐκκλησία μας, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δὲν χρειάζεται τὸ ψέμα, διότι ἔχει δώσει αἷμα. Οὔτε τῆς χρειάζεται ὁ ΜΥΘΟΣ, διότι μπορεῖ καὶ προβάλλει ΗΘΟΣ: Τὸ ἑλληνορθόδοξο ΗΘΟΣ, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ πνευματικὸ ἐξοπλισμὸ ἀπαραίτητο καί γιά τήν πορεία τοῦ Γένους πρός τόν 21ο αἰῶνα.

footer
  • Τρίτη
    10 Δεκεμβρίου

    Μηνά Καλλικελάδου, Ερμογένους και Ευγράφου μαρτ., Θωμά οσίου, Θεοτέκνου ιερομάρτυρος


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ