Ἡ Ἁγιότητα κατά τήν Ὁρθόδοξη Παράδοση

ag Pantes

Ἡ Ἁγιότητα κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση



Ἡ παρουσία τῶν ἁγίων στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ εἶναι σημαντική. Καὶ αὐτὸ εἶναι φυσικό, ἀφοῦ σκοπὸς καὶ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ καταρτίζει ἁγίους, ἀκριβῶς δὲ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἡ Ἐκκλησία λέγεται καὶ εἶναι ἐργαστήριο ἁγιότητος.

Πέρα ἀπὸ αὐτό, πάντοτε ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ ἔχει αὐθεντικὰ πρότυπα στὴν ζωή του καὶ γι’ αὐτὸ ἀναζητᾶ νὰ συναντήσει ἀνθρώπους ποὺ νὰ ἔχουν ὅλα τὰ τεκμήρια τῆς ἁγιότητος καὶ νὰ συνιστοῦν τὸν αὐθεντικὸ ἄνθρωπο. Ἔτσι σὲ στιγμὲς κρίσιμες μέσα στὴν ἱστορία γίνεται λόγος γιὰ τοὺς ἁγίους καὶ γιὰ τὴν ἁγιότητα, γιατί αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου.

Τὰ τελευταῖα χρόνια γίνεται ἔντονα λόγος γιὰ τὴν ἁγιότητα. Πολλοὶ ταυτίζουν τοὺς ἁγίους μὲ τοὺς καλοὺς καὶ ἥσυχους ἀνθρώπους καὶ προτείνουν τὴν ἁγιοποίησή τους, τὴν κατάταξή τους, δηλαδή, στὸ ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ κατάταξη, ὅμως, ἑνὸς Χριστιανοῦ στὸ ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ συνδέεται μὲ ζωντανὰ τεκμήρια τῆς ἁγιότητος, νὰ ὑπάρχουν σαφῆ στοιχεῖα ποὺ νὰ πιστοποιοῦν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι Ναὸς τοῦ Παναγίου Πνεύματος, γιατί μόνον τότε θὰ πρεσβεύει στὸν Θεό. Ἂν κάποιος ἐκλαμβάνεται ὡς ἅγιος, ἀλλὰ τελικὰ δὲν εἶναι, τότε δὲν μπορεῖ νὰ πρεσβεύει στὸν Θεό, δὲν ἔχει ἐνοικοῦσα τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα του, καὶ βεβαίως ἀποδίδοντας σὲ αὐτὸν τιμὴ ἁγίου γινόμαστε κτισματολάτρες. Αὐτὸ λέγεται ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι προσκυνεῖται μόνον ὁ Θεὸς καὶ βεβαίως ἀποδίδεται τιμὴ καὶ σ’ ἐκεῖνον ποὺ κατοικεῖ ὁ Θεός. Ἂν δὲν ὑπάρχουν αὐτὲς οἱ βασικὲς προϋποθέσεις, τότε σφάλλουμε τιμώντας κάποιον ὡς ἅγιο.

Ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι σοβαρό, γι’ αὐτὸ σὲ ὅσα θὰ ἀκολουθήσουν θὰ τεθῆ ὡς βάση ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ κορυφαίου αὐτοῦ διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὁποῖος συνόψισε τὴν διδασκαλία τῶν προηγουμένων ἁγίων σὲ θέματα δόγματος, πίστεως καὶ ζωῆς.

Τελικὰ τί εἶναι οἱ ἅγιοι καὶ ποιὰ εἶναι τὰ τεκμήρια τῆς ἁγιότητος, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ ποῦ συνοψίζει ὁλόκληρη τὴν ὀρθόδοξη παράδοση;

1. Ἅγιοι κατὰ μέθεξιν Θεοῦ

Ὁ μέγας καὶ κορυφαῖος αὐτὸς διδάσκαλος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ζωῆς, χρησιμοποιώντας πολλὰ ἁγιογραφικᾶ χωρία γιὰ νὰ τεκμηριώσει τὶς ἀπόψεις ποὺ διατυπώνει, λέγει ὅτι πρέπει νὰ τιμοῦμε τοὺς ἁγίους «ὡς φίλους Χριστοῦ, ὡς τέκνα καὶ κληρονόμους Θεοῦ». Ὁ Θεὸς λέγεται Βασιλεὺς καὶ Κύριος, γιατί αὐτὸς δημιούργησε τὸν κόσμο καὶ τὸν κυβερνᾶ, ἀκριβῶς γι’ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ οἱ ἅγιοι ποὺ ἑνώνονται μὲ τὸν Θεὸ εἶναι «θεοὶ τὲ καὶ κύριοι καὶ βασιλεῖς». Συγχρόνως γράφει ὅτι οἱ ἅγιοι μποροῦν νὰ ἀποκληθοῦν καὶ θεοί, ἀφοῦ, ὅπως γράφεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὁ Θεός μας εἶναι «Θεὸς θεῶν» (Δευτ. ι’, 17).

Βεβαίως οἱ ἅγιοι δὲν εἶναι θεοί, βασιλεῖς καὶ κύριοι κατὰ φύσιν, ἀφοῦ αὐτὸ συμβαίνει μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, ἀλλὰ κατὰ Χάριν, καὶ κατὰ μέθεξιν μὲ τὸν Θεό. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς χρησιμοποιεῖ τὴν φράση ὅτι οἱ ἅγιοι εἶναι θεοὶ «οὐ φύσει», ἀλλὰ «τῇ τούτου μεθέξει γεγονότας χάριτι, ὅπερ αὐτός ἐστί φύσει». Οἱ ἅγιοι μὲ τὴν προαίρεσή τους, τὴν δική τους προσωπικὴ ἐλευθερία, δέχθηκαν τὴν Χάρη καὶ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς εἶναι ἔνοικος σὲ αὐτούς. Ὁπωσδήποτε ἐνεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐλεύθερη συγκατάθεσή τους οἱ ἅγιοι συνεργοῦν, ἤτοι μετέχουν αὐτῆς τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Οἱ ἅγιοι χαρακτηρίζονται βασιλεῖς καὶ κύριοι ὄχι μὲ τὴν θεολογικὴ ἔννοια ὅτι κυριεύουν τοῦ κόσμου, τῆς ἀνθρωπότητος, οὔτε μὲ μία κοσμικὴ ἔννοια, ἀλλὰ μὲ τὸ ὅτι βασιλεύουν πάνω στὰ πάθη τους καὶ φυλάσσουν ἀπαραχάρακτη τὴν ὁμοίωση τῆς θείας εἰκόνος. Γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης: «Θεοὺς δὲ λέγω καὶ βασιλεῖς καὶ κυρίους οὐ φύσει, ἀλλ’ ὡς τῶν παθῶν βασιλεύσαντας καὶ κυριεύσαντας καὶ τὴν τῆς θείας εἰκόνος ὁμοίωσιν, καθ’ ἣν γεγένηνται, ἀπαραχάρακτον φυλάξαντας (βασιλεὺς γὰρ λέγεται καὶ ἡ τοῦ βασιλέως εἰκών) καὶ ἐνωθέντας Θεῶ κατὰ προαίρεσιν καὶ τοῦτον δεξαμένους ἔνοικον καὶ τὴ τούτου μεθέξει γεγονότας χάριτι, ὅπερ αὐτός ἐστι φύσει».

Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τιμοῦμε τέτοιους ἀνθρώπους ποὺ ἑνώθηκαν μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔχουν μέθεξη τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. «Πώς οὖν οὐ τιμητέον τοὺς θεράποντας καὶ φίλους καὶ υἱοὺς τοῦ Θεοῦ χρηματίσαντας;». Γιατί ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς εὐγνώμονας τῶν ὁμοδούλων «ἀπόδειξιν ἔχει τῆς πρὸς τὸν κοινὸν δεσπότην εὐνοίας».

2. Ἁγιασμὸς ψυχῆς καὶ σώματος

Ἡ ἕνωση τῶν ἁγίων μὲ τὸν Θεὸ ἔχει συνταρακτικὲς συνέπειες γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Δηλαδή, αὐτὴ ἡ ἕνωση δὲν εἶναι ἠθικῆς, ψυχολογικῆς καὶ κοινωνικῆς φύσεως, ἀλλὰ καθαρὰ θεολογικῆς. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὑπάρχουν σαφῆ κριτήρια τῆς ἁγιότητος. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπὸ ψυχῆ καὶ σῶμα, σημαίνει ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ψυχῆς διαπορθμεύεται καὶ στὸ σῶμα, ὁπότε ὑπάρχουν σαφῆ δείγματα καὶ ἀποδείξεις τῆς ἁγιότητος.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς χρησιμοποιώντας διάφορα ἁγιογραφικὰ χωρία, ὅπως τὸ χωρίο «ἐνοικήσω γὰρ ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός» (Β’ Κορ. στ’, 16), ὅπως καὶ τὸ χωρίο «ψυχαὶ δικαίων ἐν χειρὶ Θεοῦ καὶ οὐ μὴ ἄψηται αὐτῶν βάσανος» (Σοφ. Σολ., γ’, 1), λέγει ὅτι οἱ ἅγιοι γίνονται «ταμιεῖα Θεοῦ καὶ καθαρὰ καταγώγια». Ὅ,τι ὁ Θεὸς εἶναι κατὰ φύσιν, εἶναι καὶ οἱ ἅγιοι κατὰ Χάριν καὶ μέθεξιν. Ἐφ’ ὅσον ὁ Θεὸς εἶναι ζωὴ καὶ φῶς, αὐτὸ σημαίνει ὅτι «καὶ οἱ ἐν χειρὶ Θεοῦ ὄντες ἐν ζωῇ καὶ φωτὶ ὑπάρχουσιν». Κάνοντας λόγο γιὰ τὸ φῶς, ἐννοεῖ τὸ ἄκτιστο φῶς, τοῦ ὁποίου μετέχουν οἱ ἅγιοι καὶ αὐτὸ βεβαίως ἐκφράζεται στὶς ὀρθόδοξες ἁγιογραφίες. Γύρω ἀπὸ τὶς κεφαλὲς τῶν ἁγίων, ὅπως φαίνεται στὶς ἱερὲς εἰκόνες, ὑπάρχει τὸ φωτοστέφανο, ποὺ δείχνει ὅτι οἱ ἅγιοι ἔβλεπαν τὸ ἄκτιστο φῶς, ζοῦσαν διαρκῶς καὶ ζοῦν μέσα στὸ ἄκτιστον φῶς.  

Ὅπως εἴπαμε προηγουμένως ὑπάρχει ἑνότητα μεταξὺ ψυχῆς καὶ σώματος, καὶ γι’ αὐτὸ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ διαπορθμεύεται ἀπὸ τὴν ψυχὴ στὸ σῶμα. Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος Ἰωάννης στὸ χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, κατὰ τὸ ὁποῖο τὰ σώματα τῶν Χριστιανῶν εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γράφει ὅτι «διὰ τοῦ νοῦ τοὶς σώμασιν ἐνώκησεν ὁ Θεός», γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἅγιοι ἀποκαλοῦνται ἔμψυχοι Ναοὶ τοῦ Θεοῦ καὶ ἔμψυχα σκηνώματα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐρωτᾶ ὁ ἅγιος: «Πῶς οὒν οὐ τιμητέον τοὺς ἔμψυχους ναοὺς τοῦ Θεοῦ, τὰ ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα;». Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸν τὸν λόγο οἱ ἅγιοι καὶ ζῶντες «ἐν παρρησίᾳ τῷ Θεῷ παρεστήκασι», καθὼς ἐπίσης ὁ θάνατος αὐτῶν «ὕπνος μᾶλλον ἐστί ἢ θάνατος».

Αὐτὸ εἶναι φυσικὸ γιατί ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ νοῦ διαπορθμεύεται στὸ σῶμα καὶ βεβαίως αὐτὸ ἔχει συνέπειες, δηλαδὴ ὑπερνικᾶται ὁ θάνατος ποὺ ὑπάρχει μέσα στὰ κύτταρα τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ἀφθαρσία τῶν λειψάνων.

3. Τεκμήρια ἁγιότητος

Ὑπάρχουν σαφεῖς ἀποδείξεις ὅτι σὲ κάποιον ἄνθρωπο κατοικεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἤδη προηγουμένως τονίσαμε τὴν θέωση τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση τοῦ σώματος, ἀφοῦ ὑπερνικᾶται ὁ θάνατος. Ὅμως ἀπόδειξη ὅτι μέσα στὸν ἄνθρωπο ὑπάρχει ἡ ἄκτιστη Χάρη καὶ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι διάφορες ἐκδηλώσεις, ὅπως ἡ μυροβλυσία τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν ἁγίων. Γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «πηγάς ἡμῖν σωτηρίους ὁ Δεσπότης Χριστὸς τὰ τῶν ἁγίων παρέσχετο λείψανα πολυτρόπως τάς εὐεργεσίας πηγάζοντα, μύρον εὐωδίας βρύοντα». Τὸ ὅτι αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβῆ πρέπει νὰ εἶναι ἀκράδαντη πίστη τῶν Χριστιανῶν. «Καί μηδεὶς ἀπιστείτω». Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη φαίνεται ὅτι ὁ Θεὸς ἔκανε νὰ ἀναβλύση νερὸ ἀπὸ τὸν ἀπότομο βράχο στὴν ἔρημο, καθὼς ἐπίσης ὁ Θεὸς ἀνέβλυσε νερὸ ἀπὸ τὴν σιαγόνα τοῦ ὄνου γιὰ νὰ ξεδιψάση τὸν Σαμψῶν, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπίστευτο τὸ «ἐκ μαρτυρικῶν λειψάνων μύρον εὐῶδες ἀναβλύζειν».

Τὰ σώματα τῶν ἁγίων, λόγω τῆς ἐνοικούσης Χάριτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωντανά, δὲν θεωροῦνται νεκρά, καὶ γι’ αὐτὸ θαυματουργοῦν. Ὁ Χριστὸς ποὺ εἶναι ἡ «αὐτοζωή, ὁ τῆς ζωῆς αἴτιος» καὶ κατέβη στὸν ᾅδη χωρὶς νὰ αἰχμαλωτισθῆ ἀπὸ αὐτόν, ἐνοικεῖ μέσα στὰ σώματα τῶν ἁγίων, ἀκριβῶς καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο «τοὺς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως καὶ τὴ εἰς αὐτὸν πίστει κοιμηθέντας οὐ νεκροὺς προσαγορεύομεν». Οἱ ἅγιοι, λοιπόν, εἶναι ζωντανοί, κάνουν αἰσθητὴ τὴν παρουσία τοὺς μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἐπειδὴ ἑνώθηκαν μὲ τὸν αἴτιο τῆς ζωῆς, τὴν αὐτοζωή, τὸν Χριστό.

Ἡ ζωντανὴ παρουσία τῶν ἁγίων ἐκδηλώνεται μὲ τὰ θαύματα τὰ ὁποία ἐπιτελοῦνται. Στὴν πραγματικότητα ὁ Θεὸς ἐπιτελεῖ τὰ θαύματα διὰ μέσου τῶν σωμάτων τῶν ἁγίων, γιατί, ὅπως εἴπαμε προηγουμένως μέσα στὰ σώματα τοὺς κατοικεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς γράφει γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελεῖ ὁ Θεὸς διὰ τῶν ἁγίων: «Πὼς οὖν δι’ αὐτῶν δαίμονες ἀπελαύνονται, ἀσθενεῖς θεραπεύονται, τυφλοὶ ἀναβλέπουσι, λεπροὶ καθαίρονται, πειρασμοὶ καὶ ἀνίαι λύονται, πᾶσα δόσις ἀγαθὴ ἐκ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων δι’ αὐτῶν τοῖς ἀδιστάκτῳ πίστει αἰτούσι κάτεισι;»

Ἑπομένως, γίνονται πολλὰ θαύματα διὰ τῶν ἱερῶν λειψάνων, ἤτοι θεραπεύονται ἀσθένειες, ἀποδιώκονται ἀκόμη καὶ πειρασμοὶ καὶ ἀνίες, καταδιώκονται καὶ οἱ δαίμονες. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει ὅταν ὑπάρχουν δυὸ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Ἡ μία ὅταν κατοικεῖ μέσα στὰ λείψανα ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δεύτερη ὅταν ὁ προσερχόμενος ἔχει ἀδίστακτη πίστη.

4. Τιμὴ πρὸς τοὺς ἁγίους

Ὅλα αὐτὰ δείχνουν τὴν τιμὴ ποὺ πρέπει νὰ ἀπονέμουμε στοὺς μεμαρτυρημένως ἁγίους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ προστάτες μας. Κάθε ἄνθρωπος, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, θὰ κατέβαλε κόπους γιὰ νὰ βρεῖ ἕναν προστάτη καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸν ἐπίγειο βασιλέα καὶ νὰ μιλήσει γι’ αὐτόν. Γιὰ τὸν ἴδιο καὶ περισσότερο λόγο πρέπει νὰ τιμοῦμε «τοὺς προστάτας τοῦ γένους παντός τούς τῷ Θεῷ ὑπὲρ ἠμῶν τάς ἐντεύξεις ποιουμένους».

Ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς ἁγίους ἐκδηλώνεται μὲ τὴν ἀνέγερση ναῶν στὸ ὄνομά τους, μὲ τὴν προσφορὰ καρπῶν σὲ αὐτούς, μὲ ἐκδηλώσεις κατὰ τὶς ἐτήσιες πανηγύρεις τους. Ἡ τιμὴ ὅμως κατὰ τὶς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις πρέπει νὰ γίνεται μὲ τὸν ἁρμόζοντα τρόπο, διότι διαφορετικὰ δὲν ὠφελούμαστε. Γιατί ὅταν ὁ Θεὸς λατρεύεται πραγματικά, τότε καὶ οἱ ὑπηρέτες Τοῦ χαίρονται, ἐνῷ ὅταν ὁ Θεὸς πανηγυρίζεται ἄπρεπα, τότε ἐξοργίζονται καὶ οἱ ὑπασπιστές Του. Πρέπει νὰ εὐφραινόμαστε πνευματικὰ στὶς μνῆμες τῶν ἁγίων. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης: «Ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς καὶ κατανύξει καὶ τῶν δεομένων ἐλέῳ τοὺς ἁγίους πιστοὶ θεραπεύσωμεν, οἶς μάλιστα καὶ Θεὸς θεραπεύεται». Δηλαδή, ὁ Θεὸς λατρεύεται κυρίως μὲ τοὺς ἁγίους καὶ γι’ αὐτὸ οἱ πιστοὶ θὰ πρέπει νὰ τιμοῦν τοὺς ἁγίους, τὰ πραγματικὰ καὶ ἔμψυχα σκηνώματα τοῦ Θεοῦ μὲ ψαλμοὺς καὶ πνευματικὲς ᾠδές, μὲ κατάνυξη καὶ τὸ ἔλεος τῶν δεομένων.

Πέρα ἀπὸ τὴν ἀνέγερση τῶν Ἱερῶν Ναῶν καὶ τὶς εἰδικὲς Ἀκολουθίες καὶ ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις ποὺ θὰ κάνουμε γι’ αὐτούς, θὰ πρέπει, γιὰ νὰ ἐκδηλώσουμε τὴν τιμὴ καὶ τὸν σεβασμό μας στοὺς ἁγίους, νὰ κατασκευάζουμε καὶ ὁρατὲς εἰκόνες, καὶ βεβαίως θὰ πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ γίνουμε στῆλες καὶ εἰκόνες τῶν ἁγίων μὲ τὴν μίμηση τῶν ἀρετῶν τους. Γράφει ὁ ἅγιος: «Στήλας αὐτοῖς ἐγείρωμεν ὀρωμένας τε εἰκόνας καὶ αὐτοὶ ἔμψυχοι στήλαι καὶ εἰκόνες αὐτῶν τῇ τῶν ἀρετῶν μιμήσει γενώμεθα». Ἡ κατασκευὴ καὶ ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἀναφέρεται στὸ ὅτι οἱ ἅγιοι ἔγιναν ζωντανοὶ ναοὶ τοῦ Θεοῦ καὶ μέσα τοὺς κατοικεῖ ὁ Θεός, ἐνεργοποίησαν τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ βίωσαν τὸ καθ’ ὁμοίωση καὶ βεβαίως ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων πρέπει νὰ συντελῆ στὸ νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς εἰκόνες τῶν ἁγίων.

5. «Κατηγορίες» ἁγίων

Ὑπάρχουν διάφορες «κατηγορίες» ἁγίων τούς ὁποίους ἀπαριθμεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἀπονέμουμε τὴν τιμητικὴ προσκύνηση. 

Πρῶτον εἶναι ἡ Θεοτόκος τὴν ὁποία πρέπει νὰ τιμοῦμε «ὡς κυρίως καὶ ἀληθῶς Θεοῦ μητέρα». Ἔπειτα εἶναι ὁ προφήτης Ἰωάννης, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ τιμοῦμε «ὡς πρόδρομον καὶ βαπτιστὴν ἀπόστολον τὲ καὶ μάρτυρα». Στὴν συνέχεια τιμοῦμε τοὺς ἀποστόλους «ὡς ἀδελφούς τοῦ Κυρίου καὶ αὐτόπτας καὶ ὑπηρέτας τῶν αὐτοῦ παθημάτων». Ἀκολούθως πρέπει νὰ τιμοῦμε τοὺς μάρτυρας, ποὺ εἶναι οἱ στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἤπιαν τὸ ποτήριό Του καὶ δέχθηκαν τὸ βάπτισμα τοῦ ζωοποιοῦ θανάτου Του καὶ ἔγιναν κοινωνοὶ τῶν παθημάτων καὶ τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ, τῶν ὁποίων μαρτύρων προηγεῖται ὁ Πρωτομάρτυρας Στέφανος. Ἀκόμη τιμοῦμε τοὺς ὁσίους πατέρας καὶ τοὺς θεοφόρους ἀσκητᾶς «τοὺς τὸ χρονιώτερον καὶ ἐπιπονώτερον μαρτύριον τῆς συνειδήσεως διαθλήσαντας». Καὶ τέλος πρέπει νὰ τιμοῦμε καὶ τοὺς πρὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ «τοὺς πρὸ τῆς χάριτος προφήτας, πατριάρχας, δικαίους τους προκατηγγελκότας τὴν τοῦ Κυρίου παρουσίαν».

Θὰ πρέπει νὰ ἀναθεωροῦμε τὸν βίο αὐτῶν καὶ νὰ ζηλώσουμε τὶς ἀρετὲς καὶ τὴν πολιτεία τους, γιὰ νὰ κοινωνήσουμε μαζὶ μὲ αὐτοὺς τῶν στεφάνων τῆς δόξης. Γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Τούτων πάντων ἀναθεωροῦντες τὴν πολιτείαν ζηλώσωμεν τὴν πίστιν, τὴν ἀγάπην, τὴν ἐλπίδα, τὸν ζῆλον, τὸν βίον, τὴν καρτερίαν τῶν παθημάτων, τὴν ὑπομονὴν μέχρι αἵματος, ἶνα καὶ τῶν τῆς δόξης στεφάνων αὐτοῖς κοινωνήσωμεν».

6. Τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως

Εἶναι φανερὸ ἀπὸ ὅσα λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ὅτι τὰ κριτήρια τῆς ἁγιότητας δὲν εἶναι ἠθικολογικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν θεολογικά. Οἱ ἅγιοι λέγονται καὶ εἶναι ἅγιοι διότι ἑνώνονται μὲ τὸν ἅγιο Θεὸ καὶ διότι μετέχουν τῆς ἀκτίστου Χάριτός Του. Αὐτὴ δὲ ἡ μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ἐκδηλώνεται μὲ τὴν ποικιλία τῶν χαρισμάτων θαυματουργίας, μυροβλυσίας καὶ γενικὰ μὲ τὰ ἄφθαρτα λείψανα τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ συγκεκριμένοι ἅγιοι, τῶν ὁποίων τὰ λείψανα εὐωδιάζουν, θαυματουργοῦν καὶ μυροβλύζουν, μετέχουν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ κοινωνοῦν τῆς δόξης Του. Ἅγιοι δὲν εἶναι οἱ καλοὶ ἄνθρωποι καὶ οἱ καλοὶ πατριῶτες, ἀλλὰ οἱ ἅγιοι ποὺ μετέχουν τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ καλοὶ ἄνθρωποι καὶ πατριῶτες. Τὸ πρωτεῦον καὶ καθοριστικὸ στοιχεῖο εἶναι ἡ ἕνωσή τους, ψυχὴ τὲ καὶ σώματι, μὲ τὸν Θεό.  

Βεβαίως, ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο βασικὸ ζήτημα. Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ διακρίνει τοὺς Ἀποστόλους, ἀπὸ τοὺς ψευδαποστόλους, τοὺς προφήτας ἀπὸ τοὺς ψευδοπροφήτας, τοῦ μάρτυρας ἀπὸ τοὺς ψευδομάρτυρας, τοὺς ὁσίους ἀπὸ τοὺς ψευδοσίους, τοὺς ἁγίους ἀπὸ τοὺς ψευδοαγίους. Καὶ ἐδῶ συμβαίνει ὅ,τι μὲ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα. Τοὺς ἀληθινοὺς ἐπιστήμονας διακρίνουν ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια γνώση. Δηλαδὴ τοὺς ἁγίους διακρίνουν αὐτοὶ ποὺ μετέχουν τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἅγιοι διακρίνουν τοὺς ἁγίους. Ὅταν κανεὶς ἔχει τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως τῶν πνευμάτων ποὺ συνιστᾶ τὴν ἀληθινὴ Ὀρθόδοξη Θεολογία, μπορεῖ νὰ διακρίνει τὰ πνεύματα ἐὰν προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ διακρίνη τὸ κτιστὸ ἀπὸ τὸ ἄκτιστο. Ἑπομένως δὲν εἶναι θέμα θεσμικό, ἀλλὰ χαρισματικό.

Ἂν ὑπάρχει κάποια ἀλλαγὴ στὴν ἐποχή μας ποὺ συνιστᾶ τὴν ἐκκοσμίκευση εἶναι ἡ ἀπώλεια τῶν κριτηρίων τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος, καὶ τῆς ἁγιότητος, ὁπότε ταυτίζονται οἱ γνήσιοι θεράποντες τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς καλοὺς ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται σὲ ὅλες τὶς θρησκευτικὲς παραδόσεις. Καὶ βεβαίως αὐτὸ συνιστᾶ ἀλλοίωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ βίωση μιᾶς δαιμονικῆς πνευματικότητος μὲ φοβερὲς συνέπειες γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο, ὅταν τιμᾶ κάποιον ὡς ἅγιον, ἐνῷ ὁ ἴδιος ὁ φερόμενος ὡς ἅγιος ἔχει ἀνάγκη τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ.

Γιὰ ὅλους τους κεκοιμημένους, ἁμαρτωλοὺς καὶ ἁγίους, προσφέρουμε «κόλλυβα» στοὺς Ἱεροὺς Ναούς. Διαφορετικὴ ὅμως εἶναι ἡ εὐχὴ ποὺ ἀπευθύνουμε στὸν κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτούς. Στοὺς ἁγίους ζητοῦμε τὶς προσευχές τους καὶ δὲν εὐχόμαστε γιὰ τὴν σωτηρία τους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο κάνουμε γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν γνωρίζουμε ἐὰν ἔγιναν δεκτοὶ ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς ἅγιοι. Ἐάν, λοιπόν, τιμοῦμε κάποιον ὡς ἅγιον, ποὺ ὁ Θεὸς δὲν τὸν ἔχει φανερώσει ὡς ἅγιον, τότε τοῦ στεροῦμε τὴν προσφορὰ τῶν προσευχῶν μας γιὰ τὴν σωτηρία του καὶ τοῦ κάνουμε μεγάλο κακό.

Εκτύπωση