ploigisi h3

bottom neo

agios dorotheos2

                                                                                         Ἀββᾶ Δωροθέου

Ξέρεις πόσο μεγάλη ἁμαρτία εἶναι νὰ κρίνεις τὸν πλησίον; Παραγματικά, τί μπορεῖ νὰ εἶναι βαρύτερο ἀπ’ αὐτό; Τί ἄλλο μισεῖ τόσο πολὺ καὶ ἀποστρέφεται ὁ Θεὸς σὰν τὴν κατάκριση; Ὅπως ἀκριβῶς εἶπαν οἱ Πατέρες, δὲν ὑπάρχει χειρότερο πρᾶγμα ἀπ’ αὐτήν. Καὶ ὅμως λένε ὅτι ἀπὸ αὐτὰ τὰ μικροπράγματα φτάνει κανεὶς σ’ αὐτὸ τὸ τόσο μεγάλο κακό. Ἀπὸ τὸ νὰ δεχτεῖ μιὰ μικρὴ ὑποψία γιὰ τὸν πλησίον, ἀπὸ τὸ νὰ λέει: «Τί σημασία ἔχει ἂν ἀκούσω τί λέει αὐτὸς ὁ ἀδελφός; Τί σημασία ἔχει ἂν πῶ καὶ ἐγὼ αὐτὸν τὸν λόγο; Τί σημασία ἔχει ἂν δῶ ποῦ πάει αὐτὸς ὁ ἀδελφὸς ἢ τί πάει νὰ κάνει αὐτὸς ὁ ξένος»; Ἀρχίζει. ὁ νοῦς νὰ ἀφήνει τὶς δικές του ἁμαρτίες καὶ ν’ ἀπασχολεῖται μὲ τὴ ζωὴ τοῦ πλησίον.

Ἀπὸ ἐκεῖ φτάνει κανεὶς στὴν κατάκριση, στὴν καταλαλιά, στὴν ἐξουθένωση. Ἀπὸ ἐκεῖ πέφτει σ’ ὅσα κατακρίνει. Ἐπειδὴ δὲν φροντίζει γιὰ τὶς δικές του κακίες, ἐπειδὴ δὲν κλαίει, ὅπως εἶπαν οἱ Πατέρες, τὸν πεθαμένο ἑαυτόν του, δὲν μπορεῖ σὲ τίποτα ἀπολύτως νὰ διορθώσει τὸν ἐαυτόν του, ἀλλὰ πάντοτε ἀπασχολεῖται μὲ τὸν πλησίον. Καὶ τίποτα δὲν παροργίζει τόσο τὸ Θεό, τίποτα δὲν ξεγυμνώνει τόσο τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἐγκατάλειψη, ὅσο ἡ καταλαλιά, ἡ κατάκριση καὶ ἡ ἐξουθένωση τοῦ πλησίον.

Γιατί ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ καταλαλιὰ καὶ ἄλλο ἡ κατάκριση καὶ ἄλλο ἡ ἐξουθένωση.

Καταλαλιὰ εἶναι τὸ νὰ διαδίδεις μὲ λόγια τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ σφάλματα τοῦ πλησίον π.χ. ὁ τάδε εἶπε ψέματα, ὀργίστηκε ἢ πόρνευσε ἢ κάτι τέτοιο ἔκαμε. Λέγοντας ὅλα αὐτά, ἤδη κανεὶς «καταλαλεῖ», δηλαδή, μιλάει μὲ ἐμπάθεια ἐναντίον κάποιου, συζητάει μὲ ἐμπάθεια γιὰ τὸ ἁμάρτημά του. 

Κατάκριση εἶναι τὸ νὰ κατηγορήσει κανεὶς τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο, λέγοντας ὅτι αὐτὸς εἶναι ψεύτης, εἶναι ὀργίλος, εἶναι πόρνος. Γιατί ἔτσι κατέκρινε τὴν ἴδια τὴ διάθεση τῆς ψυχῆς του καὶ ἔβγαλε συμπέρασμα γιὰ ὅλη τὴ ζωή του, λέγοντας ὅτι εἶναι τέτοια ἡ ζωή του, τέτοιος εἶναι αὐτὸς καὶ σὰν τέτοιο τὸν κατέκρινε. Καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ μεγάλη ἁμαρτία. Γιατί εἶναι ἄλλο νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι κάποιος ὀργίστηκε καὶ ἄλλο νὰ πεῖ ὅτι κάποιος εἶναι ὀργίλος καὶ νὰ βγάλει συμπέρασμα, ὅπως εἶπα, γιὰ ὅλη του τὴ ζωή.

Καὶ τόσο πιὸ βαριὰ ἀπὸ κάθε ἄλλη ἁμαρτία εἶναι ἡ κατάκριση, ὥστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς νὰ φτάσει νὰ πεῖ: «Ὑποκριτή, βγάλε πρῶτα ἀπὸ τὸ μάτι σου τὸ δοκάρι, καὶ τότε κοίταξε νὰ βγάλεις τὴν ἀγκίδα ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Λουκ. 6, 42). Καὶ παρομοίασε τὴ μὲν ἁμαρτία τοῦ πλησίον μὲ ἀγκίδα, τὴ δὲ κατάκριση μὲ δοκάρι. Τόσο πολὺ βαριὰ εἶναι ἡ κατάκριση ποὺ ξεπερνάει σχεδὸν κάθε ἄλλη ἁμαρτία.

Γιατί νὰ μὴν κατακρίνουμε καλύτερα τοὺς ἑαυτούς μας καὶ τὰ ἐλαττώματά μας, ποὺ τὰ ξέρουμε πολὺ καλὰ καὶ ποῦ γι’ αὐτὰ θὰ δώσουμε λόγο στὸ Θεό; Γιατί ἁρπάζουμε τὴν κρίση ἀπὸ τὸ Θεό; Τί ζητᾶμε ἀπὸ τὸ πλάσμα Του; Γιατί θέλουμε νὰ πάρουμε ἐπάνω μας τὰ βάρη τῶν ἄλλων; Ἐμεῖς ἔχουμε τί νὰ φροντίσουμε, ἀδελφοί μου. 

Καθένας ἂς ἔχει τὸ νοῦ του στὸν ἐαυτόν του καὶ στὶς ἁμαρτίες του. Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ εἴτε νὰ δικαιώσει εἴτε νὰ κατακρίνει τὸν καθένα, γιατί Αὐτὸς μόνο ξέρει τοῦ καθενὸς τὴν κατάσταση καὶ τὴ δύναμη καὶ τὸ περιβάλλον καὶ τὰ χαρίσματα καὶ τὴν ἰδιοσυγκρασία καὶ τὶς ἰδιαίτερες ἱκανότητές του καὶ κρίνει σύμφωνα μ’ ὅλα αὐτά, ὅπως Αὐτὸς μόνον γνωρίζει.

Διαφορετικά, βέβαια, κρίνει ὁ Θεὸς τὰ ἔργα τοῦ ἐπισκόπου καὶ διαφορετικὰ τοῦ ἄρχοντα, ἀλλιῶς τοῦ ἡγουμένου καὶ ἀλλιῶς τοῦ ὑποτακτικοῦ, ἀλλιῶς τοῦ νέου καὶ ἀλλιῶς τοῦ γέρου, ἀλλιῶς τοῦ ἀρρώστου καὶ ἀλλιῶς τοῦ γεροῦ. Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ κρίνει σύμφωνα μ’ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις παρὰ μόνον Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα, Αὐτὸς ποὺ ἔπλασε τὰ πάντα καὶ γνωρίζει τὰ πάντα;

Τίποτα ἀπολύτως δὲν μπορεῖ νὰ ξέρει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὶς βουλὲς τοῦ Θεοῦ. Μόνον Αὐτὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ καταλαβαίνει τὰ πάντα καὶ εἶναι σὲ θέση νὰ κρίνει τὸν καθένα, ὅπως μόνος αὐτὸς γνωρίζει. 

Πραγματικά, συμβαίνει νὰ κάνει κάποιος ἀδελφὸς μερικὰ πράγματα μὲ ἁπλότητα. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἁπλότητα εὐαρεστεῖ στὸ Θεὸ περισσότερο ἀπὸ ὁλόκληρη τὴ δική σου ζωή. Καὶ σὺ κάθεσαι καὶ τὸν κατακρίνεις καὶ κολάζεις τὴ ψυχή σου; Καὶ ἂν κάποτε ὑποκύψει στὴν ἁμαρτία, πὼς μπορεῖς νὰ ξέρεις πόσο ἀγωνίστηκε καὶ πόσο αἷμα ἔσταξε, πρὶν κάνει τὸ κακό, ὥστε νὰ φτάνει νὰ μοιάζει ἡ ἁμαρτία τοῦ σχεδὸν σὰν ἀρετὴ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ; 

Γιατί ὁ Θεὸς βλέπει τὸν κόπο του καὶ τὴ θλίψη ποὺ δοκίμασε, ὅπως εἶπα, πρὶν νὰ κάνει τὸ κακό, καὶ τὸν ἐλεεῖ καὶ τὸν συγχωρεῖ. Καὶ ὁ μὲν Θεὸς τὸν ἐλεεῖ, ἐσὺ δὲ τὸν κατακρίνεις, καὶ χάνεις τὴ ψυχή σου; Ποῦ ξέρεις ἀκόμα καὶ πόσα δάκρυα ἔχυσε γι’ αὐτό, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Καὶ σὺ μὲν ἔμαθες τὴν ἁμαρτία, δὲν ξέρεις ὅμως τὴ μετάνοια. Μερικὲς φορὲς μάλιστα δὲν κατακρίνουμε μόνο, ἀλλὰ καὶ ἐξουθενώνουμε.

Ἐξουθένωση εἶναι ὅταν, ὄχι μόνον κατακρίνει κανεὶς κάποιον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐκμηδενίζει, σὰν νὰ τὸν ἀποστρέφεται καὶ τὸν σιχαίνεται σὰν κάτι ἀηδιαστικό. Αὐτὸ εἶναι ἀκόμα χειρότερο καὶ πολὺ πιὸ καταστρεπτικὸ ἀπὸ τὴν κατάκριση.

Ὅσοι ὅμως θέλουν νὰ σωθοῦν δὲν προσέχουν καθόλου τὰ ἐλαττώματα τοῦ πλησίον, ἀλλὰ προσέχουν πάντοτε τὶς δικές τους ἀδυναμίες καὶ ἔτσι προκόβουν. Σὰν ἐκεῖνον ποὺ εἶδε τὸν ἀδελφό του νὰ ἁμαρτάνει καὶ στενάζοντας βαθιὰ εἶπε: «Ἀλλοίμονό μου, γιατί σήμερα πέφτει αὐτός, ὁπωσδήποτε αὔριο θὰ πέσω ἐγώ». Βλέπεις μὲ ποιὸ τρόπο ἐπιδιώκει τὴ σωτηρία του, πῶς προετοιμάζει τὴ ψυχή του; Πῶς κατάφερε νὰ ξεφύγει ἀμέσως ἀπὸ τὴν κατάκριση τοῦ ἀδελφοῦ του; Γιατί λέγοντας ὅτι: «Ὁπωσδήποτε θὰ ἁμαρτήσω καὶ ἐγὼ αὔριο» ἔδωσε τὴν εὐκαιρία στὸν ἐαυτὸν του ν’ ἀνησυχήσει καὶ νὰ φροντίσει γιὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἐπρόκειτο δῆθεν νὰ κάνει. 

 

Καὶ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ξέφυγε τὴν κατάκριση τοῦ πλησίον. Καὶ δὲν ἀρκέστηκε μέχρις ἐδῶ, ἀλλὰ κατέβασε τὸν ἐαυτὸν τοῦ χαμηλότερα ἀπ’ αὐτὸν ποὺ ἁμάρτησε λέγοντας: «Καὶ αὐτὸς μὲν μετανοεῖ γιὰ τὴν ἁμαρτία του, ἐγὼ ὅμως δὲν εἶναι σίγουρο ὅτι θὰ μετανοήσω, δὲν εἶναι σίγουρο ὅτι θὰ τὰ καταφέρω, δὲν εἶναι σίγουρο ὅτι θὰ ἔχω τὴ δύναμη νὰ μετανοήσω».

Βλέπεις τὸ φωτισμὸ τῆς θείας αὐτῆς ψυχῆς; Γιατί ὄχι μόνον κατάφερε νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν κατάκριση τοῦ πλησίον, ἀλλὰ ἔβαλε τὸν ἑαυτὸ τῆς πιὸ κάτω ἀπ’ αὐτόν. 

Καὶ ἐμεῖς οἱ ἄθλιοι, ἐντελῶς ἀδιάκριτα, κατακρίνουμε, ἀποστρεφόμαστε, ἐξευτελίζουμε, ἂν δοῦμε ἢ ἂν ἀκούσουμε ἢ ἂν ὑποψιαστοῦμε κάτι. Καὶ τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι δὲν σταματᾶμε μέχρι τὴ ζημιὰ ποὺ κάνουμε στὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ συναντᾶμε καὶ ἄλλον ἀδελφὸ καὶ ἀμέσως τοῦ λέμε:

 «Αὐτὸ καὶ αὐτὸ ἔγινε». Καὶ τοῦ κάνουμε κακὸ βάζοντας στὴν καρδιὰ του ἁμαρτίες. Ἀλλὰ ἐνῷ κάνουμε διαβολικὸ ἔργο δὲν ἀνησυχοῦμε κιόλας. Γιατί, τί ἄλλο ἔχει νὰ κάνει ὁ διάβολος ἀπὸ τὸ νὰ ταράζει καὶ νὰ βλάπτει; Καὶ γινόμαστε συνεργάτες τῶν δαιμόνων καὶ γιὰ τὴ δική μας καταστροφὴ καὶ γιὰ τοῦ πλησίον. 

Ἀπὸ ποιὸν ἄλλο λόγο τὰ παθαίνουμε αὐτά, παρὰ ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν ἔχουμε ἀγάπη; Γιατί ἂν εἴχαμε ἀγάπη καὶ συμπαθούσαμε καὶ πονούσαμε τὸν πλησίον μας, δὲν θὰ εἴχαμε τὸ νοῦ μας στὰ ἐλαττώματα τοῦ πλησίον.Ἂν εἴχαμε ἀγάπη, ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη θὰ σκέπαζε κάθε σφάλμα, ὅπως ἀκριβῶς ἔκαναν οἱ ἅγιοι, ὅταν ἔβλεπαν τὰ ἐλαττώματα τῶν ἀνθρώπων. 

Γιατί μήπως εἶναι τυφλοὶ οἱ ἅγιοι καὶ δὲν βλέπουν τὰ ἁμαρτήματα; Καὶ ποιὸς μισεῖ τόσο πολὺ τὴν ἁμαρτία ὅσο οἱ ἅγιοι; Καὶ ὅμως δὲν μισοῦν ἐκεῖνον ποὺ ἁμαρτάνει, οὔτε τὸν κατακρίνουν, οὔτε τὸν ἀποστρέφονται, ἀλλὰ ὑποφέρουν μαζί του, τὸν συμβουλεύουν, τὸν παρηγοροῦν, τὸν γιατρεύουν σὰν ἄρρωστο μέλος τοῦ σώματός τους. Κάνουν τὰ πάντα γιὰ νὰ τὸν σώσουν. Μὲ τὴν μακροθυμία καὶ τὴν ἀγάπη τραβοῦν τὸν ἀδελφὸ καὶ δὲν τὸν ἀπωθοῦν, οὔτε τὸν σιχαίνονται.

Ἃς ἀποκτήσουμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς ἀγάπη, ἃς ἀποκτήσουμε εὐσπλαχνία γιὰ τὸν πλησίον. Καὶ ἔτσι θ’ ἀποφεύγουμε νὰ καταλαλοῦμε, νὰ κατακρίνουμε, νὰ ἐξουδενώνουμε τοὺς ἄλλους. Ἃς βοηθήσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον σὰν νὰ εἴμαστε μέλη τοῦ ἴδιου σώματος.

Ὁ Θεὸς ἅς μᾶς ἀξιώσει νὰ προσέχουμε ὅσα μᾶς συμφέρουν πνευματικὰ καὶ νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε. Γιατί ὅσο φροντίζουμε καὶ ἐνδιαφερόμαστε νὰ ἐφαρμόζουμε ὅσα ἀκοῦμε, τόσο περισσότερο μᾶς φωτίζει ὁ Θεὸς πάντοτε καὶ μᾶς διδάσκει τὸ θέλημά Του. 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ἔργα Ἀσκητικὰ»  τοῦ  Ἀββᾶ Δωροθέου.

 

footer
  • Τρίτη
    10 Δεκεμβρίου

    Μηνά Καλλικελάδου, Ερμογένους και Ευγράφου μαρτ., Θωμά οσίου, Θεοτέκνου ιερομάρτυρος


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ