Ἡ νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου


nisteia    Τήν πρώτη Αὐγούστου κάθε ἔτους ξεκινᾶ ἡ νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου. Ἡ περίοδος αὐτὴ τῆς νηστείας προηγεῖται τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ ἀρχικὰ ἦταν διηρημένη σὲ δυὸ τμήματα: αὐτὸ ποὺ προηγεῖτο τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος καὶ ἐκεῖνο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Οἱ δυὸ αὐτὲς νηστεῖες ἑνώθηκαν τὸν 10ο αἰῶνα.Ἡ νηστεία αὐτὴ ὅπως ἐπικράτησε νὰ τὴν τηροῦμε, ἔχει αὐστηρὸ χαρακτῆρα. Ἐφόσον λοιπὸν μποροῦμε, νηστεύομε ἀπὸ λάδι ὅλες τὶς ἡμέρες. Κατάλυση οἴνου καὶ ἐλαίου ἔχουμε μόνο τὰ Σάββατα καὶ τὶς Κυριακές, ἐνῷ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, ὁποιαδήποτε ἡμέρα κι ἂν πέσει καταλύουμε ψάρι.
Κατάλυση ἰχθύος ἔχουμε καὶ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἂν αὐτὴ πέσει Τετάρτη ἢ Παρασκευή.
Ἡ Νηστεία αὐτὴ γίνεται πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, ἡ Ὁποία καὶ Ἐκείνη νήστευσε πρὶν ἀπὸ τὴν Κοίμησή Της. Κατὰ τὴν παράδοση, μόλις ἡ Παναγία πληροφορήθηκε τὸν ἐπικείμενο θάνατό της, προσευχήθηκε στὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, ἑτοιμάστηκε καὶ ἐνημέρωσε καὶ τοὺς Ἀποστόλους. Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κοίμησης ἐπειδὴ δὲν ἦταν ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι στὰ Ἱεροσόλυμα, μιὰ νεφέλη τοὺς ἅρπαξε καὶ τοὺς ἔφερε κοντά της. Τὴν τοποθέτησαν στὸ μνῆμα τῆς Γεσθημανῆς καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες ὁ τάφος ἦταν ἄδειος, καθὼς ἡ Παναγία ἀνελήφθη στοὺς οὐρανούς.
Ἡ Νηστεία εἶναι Ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ μία ἀπὸ τὶς δυὸ πρῶτες ποὺ ἔδωσε στὸν Ἀδὰμ μέσα στὸν Παράδεισο. Συγκεκριμένα, ἡ πρώτη ἦταν «νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ φυλάττει τὸν Παράδεισο», ἐνῷ ἡ δεύτερη «νὰ μὴν φάει ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ δέντρου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ». Το Νόημα αὐτῆς τῆς Ἐντολῆς ἦταν τὸ ἑξῆς: Μὲ «ὅπλο» τὴ Νηστεία, νὰ συνηθίσουν οἱ ἄνθρωποι στὴν Ὑπακοὴ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ στὴν Πάλη κατὰ τοῦ διαβόλου.
Ὁ Κύριος τόνισε ἀκόμη περισσότερο τὴν ἀξία τῆς Νηστείας, ὅταν περὶ τοῦ γένους τῶν δαιμόνων ἀνέφερε χαρακτηριστικά: «Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστεία». Δηλαδή, τὸ γένος αὐτό, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νικηθεῖ ἀπὸ κανέναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος δὲν προσεύχεται καὶ δὲ νηστεύει.
     Ἀξίζει ἀκόμη νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὅταν νηστεύουμε, πρέπει καὶ νὰ ὁμολογοῦμε ὅποτε χρειαστεῖ τὴ Νηστεία μας, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ τὴν ἐπιδεικνύουμε, δηλαδὴ χωρὶς νὰ τὴν φανερώνουμε σὲ κανέναν γιὰ νὰ ὑπερηφανευτοῦμε ἢ γιὰ νὰ δείξουμε τὸ πόσο ἀγωνιζόμαστε. Ὁ Κύριος ἄλλωστε μᾶς διδάσκει νὰ κρατᾶμε κρυφή, κάθε Προσευχὴ καὶ Νηστεία μας.
      Ὁ δὲ Μέγας Βασίλειος ἀναφέρει γιὰ τὴ Νηστεία: «Ὅταν ὁ Θεὸς εἶπε “Δὲν θὰ φάγετε” στοὺς πρωτοπλάστους, τοὺς ἔβαλε Νόμο Νηστείας καὶ Ἐγκρατείας. Ἐὰν ἡ Εὕα δὲν ἔτρωγε ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ δένδρου ἐκείνου, δὲν θὰ εἴχαμε ἀνάγκη σήμερα ἀπὸ τὴ Νηστεία. Ἐπειδὴ δὲ νηστεύσαμε, διωχθήκαμε ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Ἃς νηστέψουμε λοιπόν, γιὰ νὰ μποῦμε πάλι σὲ Αὐτόν».
      Σὲ περιόδους Νηστείας, ἡ σωματικὴ Νηστεία πρέπει νὰ συνδυάζεται μὲ τὴν πνευματικὴ Νηστεία (δηλαδὴ μὲ περισσότερη Προσευχὴ καὶ Μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καθὼς καὶ ἄλλων χριστιανικῶν βιβλίων), μὲ μεγαλύτερη εὐαισθησία πρὸς ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὴν ἀνάγκη μας, μὲ ὅσο τὸ δυνατὸν μεγαλύτερη ἀποχὴ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα, μὲ Ἐξομολόγηση καὶ Θεία Κοινωνία.
      Τέλος, γιὰ ὁποιεσδήποτε δυσκολίες ποὺ μπορεῖ νὰ συναντήσουμε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Νηστείας, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ συμβουλευόμαστε τὸν Πνευματικό μας, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς καθοδηγήσει καὶ θὰ μᾶς διευκολύνει στὴν προσπάθειά μας, ἐπιτρέποντας (ἀνάλογα μὲ τὴν περίπτωση) σὲ ὁρισμένους νὰ καταλύσουμε κάποια ἐπιπλέον τρόφιμα.

Ὁ «ξεροκέφαλος» Νεομάρτυς Ιωάννης
καί ἡ νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου

neomartysIoannisΝόμους φυλάττων νηστίμου καιροῦ πόθῳ,
ζωὴν ἔθυσας, ὦ Ἰωάννη μάκαρ.

Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης ὁ ἐκ Μονεμβασίας


Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Μονεμβασίας. Ὁ ἱερέας πατέρας του καταγόταν ἀπὸ τὸ Γεράκι, ἐνῶ ἡ μητέρα του ἀπὸ τὸ γειτονικὸ χωριὸ Γοῦβες τῆς Μονεμβασίας. Στὶς Γοῦβες, σύμφωνα μὲ μαρτυρίες, τοποθετήθηκε ἐφημέριος ὁ πατέρας τοῦ Νεομάρτυρα καὶ ἐκεῖ γεννήθηκε τὸ 1758 ὁ Ἰωάννης, γι’ αὐτὸ καὶ κατὰ πολλούς, πῆρε τὴν προσηγορία Γουβιώτης. Ἀπὸ μικρὸς ὁ Ἰωάννης, προσπαθοῦσε νὰ μιμεῖται τὴν ζωὴ τοῦ ἱερέα πατέρα του, τὸν βοηθοῦσε στὶς δουλειὲς τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ πάντα θυμόταν ὅτι αὐτὸς ἦταν «παπᾶ υἱὸς» καὶ ἔπρεπε νὰ προσέχει τὴν συμπεριφορά του, ὥστε νά᾽ ναι παράδειγμα γιὰ τὰ ὑπόλοιπα παιδιὰ τῆς ἡλικίας του...

Τὸ ἔτος 1770 οἱ ὀρδὲς τοῦ Ἀλβανοῦ Χατζῆ Ὀσμάν, ἀφοῦ κατέπνιξαν κάθε σημεῖο ἑλληνικῆς ἀντίστασης, ἔφτασαν καὶ στὶς Γοῦβες. Οἱ Ἀρβανίτες σκότωσαν τὸν πατέρα τοῦ Ἰωάννη καὶ ἐν συνεχείᾳ αἰχμαλώτισαν τὸν ἴδιο καὶ τὴν μητέρα του, ἐνῶ τοὺς πῆραν μαζί τους στὴν Λάρισα, ὅπου ἐκεῖ πουλήθηκαν δύο καὶ τρεῖς φορὲς ὁ καθένας ξεχωριστά. Ὕστερα ἀπὸ δύο χρόνια ξαναπουλήθηκαν ἀλλὰ αὐτὴ τὴν φορὰ ἀγοράσθηκαν ἀπὸ τὸ ἴδιο ἀφεντικό, ἕναν Τοῦρκο ποὺ εἶχε κτήματα καὶ ὑποστατικά.
Αὐτὸς ὁ Τοῦρκος δὲν εἶχε παιδιὰ καὶ βλέποντας τὰ χαρίσματα τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἦταν πολὺ ἔξυπνος γιὰ τὴν ἡλικία του, πρόθυμος, πειθαρχικὸς καὶ σβέλτος στὴν δουλειά, σκέφτηκε μαζὶ μὲ τὴν γυναίκα του νὰ τὸν κάνουν ψυχοπαίδι τους. Ἀπὸ τὴν στιγμή, λοιπόν, ἐκείνη, προσπαθοῦσε καθημερινὰ νὰ τὸν διαστρέψει ἀπὸ τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν καὶ νὰ τὸν κάνει Ὀθωμανό. Ἀρχικά, προσπάθησε μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις καὶ κατόπιν μὲ φοβέρες καὶ βασανισμούς, νὰ κάμψει τὴν ἀντίσταση τοῦ 15χρονου Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ὅμως ἔστεκε στερεὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν χριστιανικὴ πίστη του.
Μία μέρα ὁ ἀφέντης κουράστηκε νὰ παρακαλεῖ τὸν Ἅγιο νὰ ἀλλαξοπιστήσει καὶ θυμωμένος ὅπως ἦταν, τὸν ὁδήγησε στὴν αὐλὴ τοῦ Τζαμιοῦ. Ἐκεῖ μαζεύτηκαν πολλοὶ Ἀγαρηνοί, ποὺ προσπαθοῦσαν μὲ χτυπήματα, φοβέρες καὶ σπαθισμοὺς νὰ κάνουν τὸν Μάρτυρα νὰ τουρκίσει. Ἡ ἀπάντηση ὅμως τοῦ Ἰωάννη ἦταν ξεκάθαρη: «Ἐγὼ δὲν γίνομαι Τοῦρκος. Χριστιανὸς εἶμαι καὶ Χριστιανὸς θέλω νὰ πεθάνω».
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸν Ἀγαρηνὸ καὶ ἡ γυναίκα του προσπαθοῦσε καθημερινὰ μὲ μαγεῖες καὶ σατανικὰ γοητεύματα νὰ ξεμυαλίσει τὸν Ἅγιο ἢ νὰ τὸν κάνει νὰ κυριευτεῖ ἀπὸ σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ ἔτσι νὰ τὸν τουρκίσουν. Ἀλλά, ὁ Ἰωάννης, ἔχοντας τὸν Θεὸ μέσα του ἔμεινε καθαρὸς ἀπ’ ὅλα. Ἡ θεία χάρη τὸν φύλαξε ἀπ’ ὅλα τὰ διαβολικὰ τεχνάσματα τῆς γυναίκας τοῦ Ἀγαρηνοῦ.
Ἔφθασε ὅμως ἡ νηστεία τῆς Παναγίας, τὸν δεκαπενταύγουστο. Ὁ Τοῦρκος, μόλις κατάλαβε ὅτι ὁ Ἰωάννης δὲν ἤθελε νὰ χαλάσει τὴν νηστεία καὶ νὰ ἀρτυθεῖ, ἀποφάσισε νὰ τὸν κλείσει σ’ ἕνα στάβλο. Ἐκεῖ τὸν κλειδαμπάρωσε γιὰ ὅλο τὸ διάστημα τῶν 15 ἡμερῶν καὶ πότε τὸν κρεμοῦσε καὶ τὸν κάπνιζε μὲ ἄχυρα καὶ πότε τὸν χτυποῦσε μὲ τὸ σπαθὶ τοῦ προσπαθώντας νὰ τὸν κάνει νὰ φάει καὶ νὰ χαλάσει τὴν νηστεία. Ἀλλὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὄχι ἁπλῶς δὲν ἔφαγε ἀρτυμένα φαγητά, ἀλλὰ οὔτε κἂν τὰ δοκίμασε καὶ παρακαλοῦσε καὶ προσευχόταν στὴν Παναγία νὰ τὸν βοηθήσει νὰ μὴν ἀρτυθεῖ, ἐνῶ προτιμοῦσε καλύτερα νὰ θανατωθεῖ παρὰ νὰ χαλάσει τὴν νηστεία.
Ὁ ἀφέντης του, βλέποντας ὅτι δὲν πείθεται, τὸν ἄφηνε νηστικὸ 2 καὶ 3 ἡμέρες, χωρὶς νὰ τοῦ δίνει τίποτε νὰ φάει. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωάννη στεκόταν κοντὰ στὸν γιό της καὶ βλέποντάς τον ἀποκαμωμένο ἀπὸ τὰ βασανιστήρια καὶ ἀπὸ τὴ νηστεία, τὸν παρακινοῦσε νὰ φάει λέγοντάς του:« Φάε γιέ μου ἀπὸ αὐτὰ τὰ φαγητὰ γιὰ νὰ μὴν πεθάνεις καὶ ὁ Θεὸς καὶ ἡ Παναγία σὲ συγχωροῦν, γιατί δὲν τὸ κάνεις μὲ τὸ θέλημά σου, ἀλλὰ ἀπὸ ἀνάγκη. Λυπήσου με καὶ ἐμένα τὴν φτωχὴ καὶ στενοχωρημένη μητέρα σου καὶ μὴ θελήσεις νὰ πεθάνεις παράκαιρα καὶ μὲ ἀφήσεις ἀπαρηγόρητη σ’ αὐτὴ τὴν σκλαβιὰ καὶ ξενιτιά».
Στὶς παρακλήσεις αὐτὲς τῆς μητέρας του ὁ Ἰωάννης ἀπάντησε: «Γιατί κάνεις ἔτσι μητέρα μου καὶ γιὰ ποιό λόγο κλαῖς; Γιατί δὲν μιμεῖσαι καὶ σὺ τὸν Πατριάρχη Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θέλησε νὰ θυσιάσει τὸν μοναδικὸ γιό του, ἀλλὰ μόνο κλαῖς καὶ θρηνεῖς; Ἐγὼ εἶμαι παπᾶ υἱὸς καὶ πρέπει νὰ φυλάγω καλλίτερα ἀπὸ τοὺς γιοὺς τῶν λαϊκῶν τοὺς νόμους καὶ τὰ ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας μας, γιατί ὅταν δὲν φυλᾶμε τὰ μικρά, πῶς μποροῦμε νὰ φυλάξουμε τὰ μεγάλα;» Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀπάντηση, ἐξαγριωμένος πιὰ ὁ Τοῦρκος, στὶς 19 Ὀκτωβρίου 1773 τοῦ ἔδωσε μία θανατηφόρα μαχαιριὰ στὴν καρδιὰ καὶ μετὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες ὁ Ἅγιος Ἰωάννης πέθανε καὶ ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας στὶς 21 Ὀκτωβρίου.

Εκτύπωση