Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

IwanisDamaskinosΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Πλσας μελν γν δων ωννης,
Κ
ν ορανος νεισι συνθεναι μλη.

Διαπρεπέστατος θεολόγος καί ποιητής τοῦ 8ου αιῶνα μ.Χ. καὶ μέγας πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας. Γεννήθηκε στὴ Δαμασκὸ στὰ τέλη τοῦ 7ου αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἔτυχε ἐπιμελημένης ἀγωγῆς ἀπὸ τὸν πατέρα του Σέργιο, ποὺ ἦταν ὑπουργὸς οἰκονομικῶν τοῦ ἄραβα χαλίφη Ἀβδοὺλ Μελὶκ τοῦ Α’. Δάσκαλός του ἦταν κάποιος πολυμαθὴς καὶ εὐσεβέστατος μοναχός, ποὺ ὀνομαζόταν Κοσμᾶς καὶ ἦταν ἀπὸ τὴ Σικελία. Ὁ Σικελὸς μοναχὸς πράγματι, ἐκπαίδευσε τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν θετό του ἀδελφὸ Κοσμᾶ τὸν Μελῳδὸ, ἄριστα σ' ὅλους τουύ κλάδους τῆς γνώσης.

Ὅταν πέθανε ὁ Σέργιος, ὁ γιὸς του Ἰωάννης διορίστηκε, χωρὶς νὰ τὸ θέλει, πρωτοσύμβουλος τοῦ χαλίφη Βελιδᾶ (705 - 715 μ.Χ.). Ἀργότερα, ὅταν ὁ χαλίφης Ὀμὰρ ὁ Β' ἐξήγειρε διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ Ἰωάννης μαζὶ μὲ τὸν θετό του ἀδελφὸ Κοσμᾶ (τὸν ἔπειτα ἐπίσκοπο Μαϊουμᾶ), ἔφυγαν ἀπὸ τὴ Δαμασκὸ καὶ πῆγαν στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ ὁ Ἰωάννης ἔγινε μοναχὸς στὴν περίφημη Μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα, ὅπου ἔμεινε σ' ὅλη του τὴ ζωή, μελετώντας καὶ συγγράφοντας.

Στὸ διωγμὸ κατὰ τῶν Ἁγίων εἰκόνων, ἐπὶ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (726 μ.Χ.), πῆρε ἐνεργὸ μέρος καὶ ἐξαπέλυσε κατὰ τοῦ ἀσεβοῦς αὐτοκράτορα, τοὺς τρεῖς (3) γνωστοὺς λόγους ὑπὲρ τῶν Ἁγίων εἰκόνων, πρᾶγμα ποὺ θορύβησε τὸν Λέοντα. Ἀναφέρεται ὅτι ὁ Λέων διέταξε νὰ μιμηθοῦν τὴν γραφὴ τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ νὰ στείλουν στὸ Χαλίφη πλαστή ἐπιστολή του, μὲ τὴν ὁποία νὰ φαίνεται ὅτι αὐτὸς προσέφερε τὴ Δαμασκὸ στοὺς Βυζαντινούς. Ὁ Χαλίφης πείστηκε καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ δεξὶ χέρι. Τὸ βράδυ ἔστειλε μεσῖτες ὁ Ἰωάννης στὸ βάρβαρο παρακαλῶντας νὰ τοῦ χαρίσει τὸ κομμένο χέρι γιὰ νὰ τὸ θάψει. Ὁ Σαρακηνὸς συμφώνησε καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ χέρι. Ὁ Ἅγιος τὸ πῆρε τὸ πῆγε στὸ ναό, ποὺ εἶχε στὸ σπίτι του. Ἔπεσε κάτω μπροστὰ στὴ ἁγία εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καὶ προσευχόμενος μὲ δάκρυα ἔλεγε:

              «Δέσποινα Πάναγνε Μῆτερ, ἡ τὸν Θεόν μου τεκοῦσα,

διά τῆς θείας εἰκόνας ἡ δεξιά μου ἐκόπη.

Οὐκ ἀγνοεῖς τὴν αἰτίαν, δι' ἣν ἐμάνη ὁ Λέων

Προφθασον, τοίνυν, ὡς τάχος καὶ ἰασαί μου τὴν χεῖρα.

Ἡ δεξιά τοῦ Ὑψίστου, ἡ ἀπό Σοῦ σαρκωθεῖσα,

Πολλᾶς ποιεῖ τᾶς δυνάμεις διὰ τῆς Σῆς μεσιτείας.

Τὴν δεξιάν μου ταύτην καὶ νῦν ἰασάτω λιταῖς σου.

Ὡς ἄν, Σοὺς ὕμνους, οὖς δοίης καὶ τοῦ ἔκ Σοῦ σαρκωθέντος.

Ἐν ρυθμικαῖς ἁρμονίαις συγγράψηται, Θεοτόκε,

Καὶ συνεργὸς χρηματίση τῆς Ὀρθοδόξου λατρείας,

Δύνασαι γὰρ ὅσα ἂν θέλης, ὡς τοῦ Θεοῦ Μήτηρ οὖσα»

Λέγοντας αὐτὰ ὁ Ἰωάννης ἀποκοιμήθηκε καὶ βλέπει τὴν ἁγία εἰκόνα τῆς Ἀειπαρθένου καὶ τοῦ λέγει: «Γιατρεύτηκε τὸ χέρι σου καὶ μὴ λυπᾶσαι πλέον γι' αὐτό. Κάνε τώρα αὐτὸ γραφίδα γραμματέως ὅπως μοῦ ὑποσχέθηκες».

Τότε ξύπνησε ὁ Ἅγιος καὶ βλέποντας τὸ χέρι του θεραπευμένο, δοξολογοῦσε καὶ εὐχαριστοῦσε τὸν Κύριο καὶ τὴν Ἄχραντη Μητέρα του. Ἔψαλλε ὅλη τὴν νύκτα λέγοντας: «Ἡ δεξιά σου χείρ, Κύριε, ἐν ἰσχύι δεδόξασται ἡ δεξιά σου τὴν θραυσθείσαν μου δεξιὰν ἐθεράπευσε. Διά τῆς δεξιᾶς μου ταύτης θέλεις θρυμματίσει καὶ συντρίψει τοὺς ὑπεναντίους εἰκονοθραύστας».

Ὁ Ἰωάννης κατανάλωσε ὅλη του τὴ ζωὴ γιὰ τὴ δόξα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἄφησε σὲ μᾶς θησαυροὺς ἀνυπολόγιστης ἀξίας. Ἔζησε μὲ ὁσιότητα πάνω ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια καὶ κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὸ 749 μ.Χ. Τάφηκε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα. Χάρη στὴν εὐγλωττία του ὀνομάσθηκε καὶ «Χρυσορρόας», ἐνῷ γιὰ τὸ πλούσιο μουσικὸ του ἔργο ὀνομάστηκε «Μαΐστωρ».



πολυτκιον
Ἦχος δ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν καλλικέλαδον, καὶ λιγυραῖς μολπαῖς, κατακηλοῦσάν τε, καὶ ἀγλαΐζουσαν, τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, εὔλαλον ἀηδόνα, δεῦτε εὐφημήσωμεν, Ἰωάννην τὸν πάνσοφον, τὸν Δαμασκηνὸν πιστοί, ὑμνογράφων τὸν πρύτανιν· τὸν ἔμπλεων, ἁπάσης γενόμενον,θείας καὶ κοσμικῆς σοφίας.
Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Δαμάσας πολλοῖς, ἱδρῶσι τῆς ἀσκήσεως, τὸ σῶμα τὸ σόν, εἰς ὕψος οὐράνιον, εὐπετῶς ἀνέδραμες, ὅπου μέλη θεῖά σοι δίδονται, ἃ τρανῶς ἐμελῴδησας, τοῖς φίλοις Κυρίου Πάτερ Ὅσιε.

Εκτύπωση