Εκτύπωση

Μνήμη ἀποτομῆς τῆς κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου

 

Στὶς 29 Αὐγούστου ἡ Εκκλησία μας τιμᾶ τὴ μνήμη τῆς ἀποτομῆς της κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ποὺ χαρακτηρίστηκε στὴν Καινὴ Διαθήκη ὡς «λύχνος καιόμενος καὶ φαίνων» (Ἰω. 6,18), καὶ ὡς Πρόδρομος τοῦ Κυρίου καὶ ὡς «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικὼν» (Μάτ. 11, 11). Γιὰ νὰ γίνουν δὲ πιὸ κατανοητὰ τὰ ὅσα ἀναφέρονται στὴ μνήμη αὐτή, θὰ κάνουμε λόγο πρῶτα γιὰ τὰ ὅσα ἀναφέρονται στὸ γεγονὸς τῆς φυλάκισης, κατόπιν γιὰ τὴ γιορτὴ τῶν Γενεθλίων του Ἡρώδη καὶ τὸν ἀποκεφαλισμὸ τοῦ Ἰωάννη καὶ τελικὰ γιὰ τὰ ὅσα ἀκολούθησαν τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Ἁγίου, ποὺ δίκαια χαρακτηρίστηκε ὡς «Πρῶτος πρὶν ἀπὸ τὸν Ἕνα». Ἕνα μονάχα θὰ ἔλεγα ἀκόμη προλογικό, ὅτι δηλαδὴ

«Μνήμη δικαίου μετ’ ἐγκωμίων,

σοὶ δὲ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου Πρόδρομε.

Ἀνεδείχθης γὰρ ὄντως τῶν Προφητῶν σεβασμιώτερος,

ὅτι καὶ ἐν ρείθροις βαπτίσας κατηξιώθης τὸν κηρυττόμενον,

ὅθεν τῆς ἀληθείας ὑπεραθλήσας,

χαίρων εὐαγγελίσω καὶ τοῖς ἐν Ἅδη,

Θεὸν φανερωθέντα ἐν σαρκὶ

τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου,

καὶ παρέχοντα ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος».

 

α) Ὁ ἔλεγχος τοῦ Ἡρώδη ἀπὸ τὸν Ἅγιο καὶ ἡ φυλάκιση τοῦ Ἰωάννη

Σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὁ Ἡρώδης Ἀντύπας, ποὺ ἦταν τετράρχης τῆς Γαλιλαίας, εἶχε ἔλθει σὲ ἀθέμιτες σχέσεις μὲ τὴν Ἡρωδιάδα, ποὺ ἦταν γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ του Φιλίππου, τοῦ τετράρχου τῆς Ἰτουραίας καὶ Τραχωνίτιδος, διώχνοντας ἄδικα ἀπὸ κοντὰ τοῦ τὴ νόμιμη σύζυγό του, ποὺ ἦταν κόρη τοῦ Βασιλιᾶ τῆς Ἀραβίας, Ἀρέτα. Τὸ γεγονὸς δὲ αὐτὸ καὶ οἱ προκλητικότατες ἐμφανίσεις τῆς Ἡρωδιάδας, ποὺ συναγωνιζόταν σὲ ἀδιαντροπιὰ μὲ τὴν κόρη της Σαλώμη, προκάλεσαν, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, μέγα σκάνδαλο στὸ λαὸ καὶ κακὸ παράδειγμα γιὰ ὅλους τούς Ἰουδαίους. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ὅταν πληροφορήθηκε, διαμαρτυρήθηκε ἐντονότατα, ὑψώνοντας «ἐν ἰσχύι τῇ φωνή του καὶ λέγοντας πρὸς τὸν ἀκόλαστο ἐκεῖνο βασιλιὰ ὅτι οὐκ ἐξεστὶ σοὶ ἔχειν τὴν γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Μάρ. 6,18). Ἀπὸ τὸ μήνυμα ὅμως αὐτὸ ὁ Ἡρώδης δὲν συνετίστηκε, ὥστε νὰ ἀπομακρύνει παρευθεῖς τὴν Ἡρωδιάδα ἀπὸ τὸ παλάτι καὶ νὰ διορθώσει τὰ κακῶς κείμενα, ἀλλὰ ἐξακολούθησε νὰ συζεῖ μὲ αὐτὴν παράνομα καὶ ἀθεόφοβα. Παρόλα ὅμως αὐτά, δὲν θέλησε νὰ ἐκδικηθεῖ τὸν Ἅγιο γιατί ἐνίωθε ἐσωτερικὰ κάποιο εἶδος ἐνοχῆς καὶ ταυτόχρονα ἕνα δέος πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰωάννη, ἐνῶ ταυτόχρονα αἰσθανόταν καὶ κάποιο φόβο γιὰ μία πιθανὴ ἐξέγερση τοῦ λαοῦ, ποὺ ἔτρεχε πρὸς τὸν Ἰωάννη θεωρώντας αὐτὸν ἅγιο. «Ἐνεῖχεν αὐτῶ, λέγει ἡ Ἁγία Γραφή, καὶ ἤθελεν αὐτὸν ἀποκτεῖναι καὶ οὐκ ἠδύνατο» (Μάρ. 6, 19).

Ἡ Ἡρωδιάδα ὅμως , κατὰ τὸ Μ. Γαλανό, «εἶχεν ἰδικὴν της ψυχολογίαν». (Οἱ βίοι τῶν Ἁγίων, τ.Η., Ἀθῆναι 1988, 92). Ἔχοντας δηλαδὴ πωρωμένη τὴ συνείδησή της, μίσησε τὸν Ἅγιο ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς της τόσο, ὥστε νὰ ζητεῖ ἀπὸ τὸν Ἡρώδη ἐπίμονα τὴ θανάτωσή του. Γιὰ τὸ λόγο δὲ αὐτὸ ὁ Ἡρώδης πρόσταξε τὴ σύλληψη καὶ φυλάκιση τοῦ Ἰωάννη στὰ ὑπόγεια τῶν ἀνακτόρων του, ποὺ εἶχε στὸ φρούριο τῆς Μαχαιρούντας, ἐνῶ ἡ Ἡρωδιάδα ζητοῦσε μία εὐκαιρία κατάλληλη γιὰ νὰ βγάλει ἀπὸ τὴ ζωὴ τὸν Ἅγιο, γιατί οὔτε τὸ Θεὸ φοβόταν, οὔτε τοὺς ἀνθρώπους λογαρίαζε.

Ἐνῶ, δηλαδή, ὁ Ἡρώδης κατέβαινε κάθε τόσο στὰ ὑπόγεια τοῦ παλατιοῦ του, ὅπου ἄκουγε «ἠδέως» τὸν Ἅγιο καὶ αὐτὸς τὰ ὅσα ἄκουγε «πολλὰ ἐποίει» (Μάρ. 6, 20), τὸ μίσος τῆς Ἡρωδιάδας αὐξανόταν καθημερινὰ ὅλο καὶ περισσότερο, ὥστε νὰ καταστεῖ, κατὰ τὴν εἰκόνα τῆς κλίμακας, σὰν μία ὀχιὰ φαρμακερὴ «τὸν ἰὸν τῆς κακίας περιφέρουσα» καὶ σὰν τρίβυλος ἀπανταχόθεν κεντοῦσαν».

Ἀντίθετα ἐντελῶς πρὸς τὴν Ἡρωδιάδα ὁ Ἰωάννης τὴν ἴδια ἐποχὴ ἔλεγε γιὰ τὸν Κύριον ὅτι «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι» (Ἰω. 3, 30), διδάσκοντας λόγῳ καὶ ἔργῳ τὴν ταπείνωση.

 

β) Ἡ γιορτὴ τοῦ Ἡρώδη καὶ ἡ ἄδικη θανάτωση τοῦ Ἁγίου

Ἐνῶ ὅμως τὰ πράγματα κυλοῦσαν ἤρεμα, κατὰ τὰ πιὸ πάνω, στὴ γιορτὴ τῶν Γενεθλίων τοῡ Ἡρώδη διοργανώθηκε στὸ παλάτι τῆς Μαχαιρούντας ἕνα συμπόσιο φανταχτερό, στὸ ὁποῖο ἔλαβαν μέρος ὅλοι οἱ ἄρχοντες τῆς Γαλιλαίας, δηλαδὴ οἱ μεγιστάνες, οἱ χιλίαρχοι καὶ γενικότερα οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ σημαίνοντες. Κατὰ τὴ γιορτὴ δὲ αὐτὴ ἡ κόρη τῆς Ἡρωδιάδας, Σαλώμη, ἄρχισε νὰ χορεύει ἕναν προκλητικότατο καὶ λάγνο χορό, ἐξάπτοντας τὰ σαρκικὰ πάθη ὅλων τῶν θεατῶν της, καθὼς καὶ τοῦ ἴδιου του γερο-κολασμένου καὶ μεθυσμένου Ἡρώδη, ποὺ τόσο πολὺ ἐνθουσιάστηκε ἐπάνω στὴν παραζάλη του, ὥστε νὰ τῆς τάξει μὲ ὅρκο ὅτι θὰ τῆς ἔδινε ὅ,τι τοῦ ζητοῦσε, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ ἦταν τὸ μισό του βασίλειο. Ἡ ματαιόδοξη Σαλώμη ἔτρεξε τότε παρευθὺς νὰ συμβουλευτεῖ τὴ μητέρα της Ἡρωδιάδα, λέγοντας μὲ ἀγωνία: - «Τί αἰτήσομαι;». Τί νὰ ζητήσω; Αὐθόρμητα τότε ἡ κυριευμένη ἀπὸ λυσσαλέα ὀργὴ ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Ἡρωδιάδα ἀποκρίθηκε: - «Τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» (Μάρκ. 6, 24). Καὶ ἡ Σαλώμη, ἄγνωστο γιατί, πειθάρχησε. Ἔτρεξε δηλαδὴ παρευθὺς στὸν Ἡρώδη καὶ εἶπε: - «Θέλω, ἴνα μοὶ δῶς ἐξ αὐτὴ ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» (Μάρκ. 6, 25). Θέλω δηλαδὴ νὰ μοῦ δώσεις αὐτὴ τὴν ὥρα καὶ χωρὶς χρονοτριβῆ τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστῆ σὲ μία πιατέλα.

Στὸ ἄκουσμα τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ ὁ Ἡρώδης τὰ ἔχασε γιατί ἦταν κάτι ποὺ ποτὲ δὲν τὸ περίμενε. Γιὰ τοῦτο τὴ στιγμὴ ἐκείνη δὲν ἤξερε πραγματικὰ τί νὰ κάνει. Ἐπειδὴ ὅμως ὅλοι οἱ συνδαιτημόνες εἶχαν ἀκούσει τοὺς ὅρκους του καὶ περίμεναν νὰ ἰδοῦν ἐὰν θὰ τοὺς ἐφήρμοζε, ὑποχώρησε γιὰ ἄλλη μία φορὰ στὶς ἀξιώσεις τῆς Ἡρωδιάδας, παρότι τοῦ ζητοῦσε τὸ πιὸ μεγάλο καὶ ἄδικο ἔγκλημα. Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ἔστειλε παρευθὺς ἕνα σπεκουλάτορα (=δήμιο) στὸ ὑπόγειο τοῦ παλατιοῦ του, προστάζοντας αὐτὸν νὰ τοῦ φέρει τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἁγίου. Καὶ αὐτὸ ἔγινε. Ὁ δήμιος, δηλαδή, ἀποκεφάλισε τότε τὸν ἁγιότερο τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ ἔφερε ἀμέσως τὴν κεφαλὴ στὸν Ἡρώδη, ποὺ τὴν παρέδωσε στὴ Σαλώμη κι ἐκείνη μὲ τὴ σειρά της στὴν Ἡρωδιάδα, ποὺ ἐνίωσε, κατὰ τὸν Μ. Γαλανό, «ἡδονὴ θαίνης» (Οἱ βίοι τῶν Ἁγίων τ.Η, Ἀθῆναι 1988, 93), δηλαδὴ τὴν πιὸ ἄγρια καὶ σατανικὴ χαρά. Τόσο μεγάλο μάλιστα ἦταν τὸ μένος τῆς Ἡρωδιάδας τὴ στιγμὴ ἐκείνη, ὥστε, κατὰ τὴν παράδοση, νὰ φτύνει γιὰ ὧρες τὴν τίμια ἐκείνη κεφαλή, περιλούζοντας ταυτόχρονα καὶ μὲ ἀκατανόμαστες ὕβρεις. Ὅταν δὲ κουράστηκε, ἔθαψε τὴν κεφαλὴ τοῦ Ἁγίου σὲ κάποιο μέρος τῆς αὐλῆς, ὅπου κάθε μέρα μετέβαινε γιὰ νὰ ἐκσπάσει τοὺς κρουνοὺς τῆς λυσσώδους ὀργῆς της, βρίζοντας χυδαία καὶ καταπατώντας τὸ χῶμα ποὺ σκέπαζε τὸ ἱερότατο ἐκεῖνο λείψανο.

«Μὰ πάλι ἀνάπαυση δὲν ἔβρισκε,

γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ ποιητὴς Βερίτης,

στῆς ἁμαρτίας τῆς τὸ μεθύσι:

νεκρή σου ἡ κεφαλὴ κι’ ἐφώναζεν

οὐκ ἔξεστι σοί!»

 

γ) Τὰ μετὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Ἁγίου

Ἐνῶ ὅμως στὸ παλάτι τοῦ Ἡρώδη, ποὺ χαρακτηρίστηκε ἀπὸ τὸν Κύριο ὡς «ἀλώπηξ» (Λούκ. 13, 32), ἀκόμη γλεντοῦσαν, κάποιοι ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Ἁγίου ἦρθαν τὸ βράδυ καὶ παρέλαβαν τὸ νεκρὸ σῶμα του, ποὺ εἶχε ριχτεῖ κάπου ἔξω ἀπὸ τὸ παλάτι, καὶ τὸ ἔθαψαν εὐλαβικά. Ἡ ψυχὴ τοῦ ὅμως εἶχε πετάξει ἤδη κατάλευκη στοὺς οὐρανούς. «Ὁ μὲν οὒν Ἰωάννης, σημειώνει γιὰ τοῦτο ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία του, τῷ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρίου τιμηθεῖς, τοὺς οὐρανούς, ὧν ἢν ἄξιος, εἴληχε κατοικίαν» (Μ. 145, 692 β’). Οἱ ἀπάνθρωποι ὅμως αἴτιοι τῆς θανάτωσής του βρῆκαν κατὰ τὰ ἔργα τους.

Ἡ Ἡρώδης Ἀντύπας, δηλαδή, ποὺ γιὰ κάποιες πρόσκαιρες ἡδονὲς εἶχε πουλήσει τὴν ψυχή του στὸ σατανᾶ, στὰ λίγα χρόνια ποὺ ἔζησε κατόπιν εἶχε συνεχῶς ἐφιάλτες ἀπὸ τοὺς ὁποίους καταδιωκόταν παντοῦ σὰν τὸν πρῶτο φονιὰ τῆς ἱστορίας, τὸν Κάιν. «Ἕναν κρυφὸ σαράκι, γράφει ὁ Ι. Καρατζᾶς, τὸν ἔτρωγε τὸν Ἡρώδη, ποὺ ἀντὶ νὰ ἐξαφανισθῆ μετὰ τὸν ἀποκεφαλισμό, ἀντίθετα μεγάλωνε καὶ θερίευε» (Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, Ἀθῆναι 1977, ι. 159). Δὲν πέρασαν πολλὰ χρόνια ἄλλωστε καὶ ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀραβίας Ἀρέτας, ποὺ θεώρησε μεγάλη προσβολὴ τὴν ἀποπομπὴ τῆς κόρης του ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, στράφηκε μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις του ἐναντίον τῶν δυνάμεων τοῦ τετράρχη, τὸν ὁποῖο κατανίκησε ὁλοσχερῶς. Ὕστερα δὲ ἀπὸ τὴν πανωλεθρία αὐτὴ ὁ Ἡρώδης θέλησε κάποια στιγμὴ τὸ 37 μ.Χ. νὰ μεταβεῖ στὴ Ρώμη γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν κατάσταση. Μὴ μπορώντας ὅμως νὰ δικαιολογήσει τὰ ἀδικαιολόγητα, ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Καλλιγούλα στὴ Βιέννη, τὴν «πρὸς τὸ βάθος τῆς Ἑσπερίας κειμένην» (Μ. 145, 693), στὴν ὁποία ἔζησε κάποιο καιρὸ συντροφευμένος ἀπὸ τὴν Ἡρωδιάδα καὶ τὶς τύψεις του, μέχρις ὅτου τὸν βρῆκε ὁ πιὸ ἄδοξος θάνατος.

Πολὺ χειρότερα, ὅμως, ἦταν ὁ θάνατος τῆς Σαλώμης, πού, κατὰ τὶς διηγήσεις τοῦ ἱστορικοῦ Νικηφόρου Καλλίστου, δὲν μποροῦσε νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τὰ αἰσθήματα ἐνοχῆς ποὺ τὴν ἔπνιγαν καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐπιδόθηκε σὲ ταξίδια μακρινά. Σὲ ἕνα δὲ ἀπὸ τὰ ταξίδια αὐτά, ποὺ ἔκανε σὲ καιρὸ χειμώνα, θέλησε νὰ διαβεῖ ἕνα παγωμένο ποτάμι «πεζεύουσα». Κατὰ τὴ διάβαση δὲ αὐτὴ ὁ πάγος ἔσπασε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια της καὶ τὸ σῶμα της βυθίστηκε στὰ παγωμένα νερά, ἐνῶ τὸ κεφάλι της σκάλωσε στὸν πάγο ἐκεῖνο. Καθὼς δὲ «ὑπωρχεῖτο σπαργώσα» στὸ ὑγρὸ στοιχεῖο, ἡ μιαρὴ κεφαλὴ της κόπηκε κατ’ «ὑπόψιν ἔκειτο πάσιν», ὁδηγοῦνταν αὐτόματα «εἰς ὑπόμνησιν ὧν ἔδρασε τοὺς θεωμένους (Μ. 145, 693). Ὅλοι δηλαδὴ οἱ θεατὲς θυμήθηκαν τότε τὴν κεφαλὴ τοῦ Ἰωάννου, ποὺ εἶχε ζητήσει «ἐπὶ πίνακι» καὶ κατάλαβαν τὸ γιατί πέθανε καὶ ἡ ἴδια κατὰ τὸν τρόπο αὐτό, βρίσκοντας κατὰ τὰ ἔργα της. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἄλλωστε εἶναι γραμμένο στὴν Ἱερά Ἀποκάλυψη ὅτι «τὰ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτῶν» (14, 13), ἐνῶ καὶ ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο σημειώθηκε θεόπνευστα ὅτι ὁ Θεὸς «ἀποδώσει ἐκάστω κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ» (Ρώμ. 2, 6).

Τελείως ἀντίθετη ὅμως πρὸς τὴν Ἠροστράτειο δόξα αὐτῶν τῶν πιὸ πάνω ἦταν ἡ δόξα τοῦ μεγάλου προφήτη, ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος χαρακτήρισε ὡς τῶν γεννητῶν τὸν πιὸ μεγάλο. «Οὐκ ἐγήγερται, ἔλεγε, ἐν γεννητοῖς γυναικὼν μείζων Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» (Μάτ. 11, 11). Γιὰ τοῦτο καὶ ὁ ποιητὴς Βερίτης ἔγραψε τὰ ἑξῆς:

«Ὢ τῆς ἐρήμου ἐσὺ μονάκριβε,

σὰν ποιὸ τραγούδι νὰ σοὺ ψάλλω,

τὸ στόμα τῆς ἀλήθειας σ’ ἔκραξε

τῶν γεννητῶν τὸν πιὸ μεγάλο».

Κλείνοντας τὸ ὅλο θέμα θὰ ἔλεγα, μαζὶ μὲ τὸ Νικηφόρο Κάλλιστο, ὅτι ὁ Ἰωάννης ἦταν «ἄνθρωπος τὸ φαινόμενον, θεοειδῆς δὲ τὶς καὶ ὑπερκόσμιος τὸ νοούμενον» (βλ. Μ. 145, 685 C). Γιὰ τοῦτο δίκαια ἠ Εκκλησία χαρακτηρισε μὲ τὸ στόμα τῶν ὑμνογράφων της τὸν Ἅγιο ὡς «τῶν προφητῶν σεβασμιώτερον», γιατί «ὑπεράθλησε τῆς ἀληθείας»καὶ εὐαγγελίσθηκε «καὶ τοῖς ἐν Ἅδη, Θεὸν φανερωθέντα ἐν σαρκί, τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου καὶ παρέχοντα ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος».

Αὐτὸν δὲ ἀκριβῶς τὸν Ἅγιο, τὸν πιὸ μεγάλο, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, «ἐν γεννητοῖς γυναικών, πρέπει σὰν χριστιανοὶ νὰ τιμοῦμε «ἐπαξίως». Βλέποντας δὲ τὸ κεράκι ποὺ προηγεῖται τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου σὲ κάθε θεία Λειτουργία, ἂς ἐνθυμούμεθα τὸν Τίμιο Πρόδρομο, τὸν ὁποῖο συμβολίζει, καὶ ἂς διδασκόμεθα ἀπὸ τὴν ἀφιέρωση καὶ τὴν ἀσκητικὴ ζωή, ἀπὸ τὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας , ἀπὸ τὴν κατάδειξη τοῦ Σωτῆρος στοὺς Μαθητὲς καὶ προπάντων ἀπὸ τὴν παραδειγματική του ταπείνωση ἀπέναντί τοῦ Κυρίου καὶ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο. Νὰ ἔχουμε δὲ καὶ μεῖς ὡς σύνθημα τῆς ζωῆς τὸ «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι» (Ἰω. 3,30), ποὺ εἶχε καὶ ὁ Ἰωάννης, ὥστε νὰ εἴμαστε καὶ μεῖς, ὅπως καὶ ἐκεῖνος, φίλοι τοῦ Κυρίου καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας Του.

Ἐφημερίδα «Ἐλευθερία»

Τοῦ κ. Ἀχιλλέα Πιτσίλκα, διδάκτορα Θεολογίας