ploigisi h3

bottom neo

psarasνας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία γιά νά ῥίξει τὰ δίχτυα του. Ξέρει πώς ὅταν βγαίνει ὁ ἥλιος ἔρχονται τὰ ψάρια στήν παραλία γιά νά φᾶνε ἀχιβάδες, γι’ αὐτὸ πάντα ῥίχνει τὰ δίχτυα του πρὶν ξημερώσει.

Ἔχει ἕνα καλυβάκι στήν παραλία καὶ κατεβαίνει μές τή νύχτα μὲ τὰ δίχτυα στόν ὦμο.

Μὲ τὰ πόδια γυμνὰ καὶ τὰ δίχτυα μισοαπλωμένα, μπαίνει στή θάλασσα.

Αὐτὴ τή νύχτα, γιά τὴν ὁποία μᾶς μιλάει ἡ ἱστορία, ὅπως πάει νά μπεῖ στό νερό, αἰσθάνεται τὸ ποδὶ του νά χτυπάει πάνω σὲ κάτι πολὺ σκληρὸ στόν πάτο τῆς θαλάσσας.

Τὸ πασπατεύει καὶ βλέπει πώς εἶναι πράγματι κάτι σκληρό, σὰν πέτρες, τυλιγμένες σὲ μιά σακούλα.

Ἐκνευρίζεται καὶ μουρμουρίζει: «Ποιός ἠλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στήν παραλία...» Καὶ ἀμέσως διορθώνει: «Στή δική μου παραλία».

«Κι ἑγώ, ἔτσι ἀπρόσεκτος πού εἶμαι, κάθε φορά πού θὰ μπαίνω στό νερό, θὰ σκοντάφτω πάνω στίς πέτρες...» Ἀφήνει λοιπὸν κάτω τὰ δίχτυα, σκύβει, πιάνει τή σακούλα καὶ τή βγάζει ἀπὸ τὸ νερό. Τὴν ἀφήνει στό ἀκροθαλάσσι, καὶ ξαναμπαίνει μὲ τὰ δίχτυα στό νερό.

Εἶναι θεοσκότεινα... Ἴσως γι’ αὐτό, ὅπως βγαίνει ἀπὸ τή θάλασσα, πάλι σκοντάφτει πάνω στή σακούλα πού εἶναι τώρα ἔξω, στήν παραλία.

Ὁ ψαράς σκέφτεται: «Δέν εἶμαι στά καλά μου».

Βγάζει λοιπὸν τὸ σουγιὰ του, ἀνοίγει τή σακούλα καὶ ψαχουλεύει. Ἔχει κάμποσες πέτρες, μεγάλες σὰν πορτοκάλια, βαριὲς καὶ στρογγυλεμένες.

Ὁ ψαράς ξανασκέφτεται «μὰ ποῖος να εἶναι αὐτὸς ὁ ἠλίθιος πού τυλίγει πέτρες καί τίς πετάει στό νερό...»

Ἐνστικτωδῶς, παίρνει μία, τή ζυγίζει στό χέρι του καὶ τὴν πετάει μὲ δύναμη στήν θάλασσα.

Μόλις λίγα δευτερόλεπτα μετὰ ἀκούει τὸν θόρυβο τῆς πέτρας πού βουλιάζει στά βαθιά. Πλούπ!

Βάζει τὸ χέρι του στή σακούλα, παίρνει ἄλλη μιά πέτρα καὶ τὴν πετάει στό νερό. Ἀκούει ξανὰ τὸ πλούπ!

Αὐτὴ τὴν πετάει ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, πλάφ! Μετά, ἀρχίζει νά τὶς ἐκσφενδονίζει δύο δύο καὶ ἀκούει πλόνπ-πλούπ! Ὕστερα προσπαθεῖ νά τὶς ῥίξει πιὸ μακριά, καὶ μὲ γυρισμένη τὴν πλάτη, καὶ μὲ ὅλη του τή δύναμη, πλούπ-πλάφ!...

Διασκεδάζει... ἀκούει τοὺς διαφορετικοὺς ἤχους, πετάει πέτρες, ὑπολογίζει τὸ χρόνο πού κάνουν νά πέσουν στό νερό, καὶ δοκιμάζει... πότε μὲ δύο, πότε μὲ μία, καὶ μὲ κλειστὰ μάτια τώρα, καὶ μὲ τρεῖς μαζί... καὶ συνεχίζει νά πετάει τίς πέτρες στή θάλασσα.

Μέχρι πού ἀρχίζει νά βγαίνει ὁ ἥλιος.

Ὁ ψαράς ψαχουλεύει καὶ βρίσκει μοναχὰ μία πέτρα μέσα στή σακούλα.

Ἑτοιμάζεται λοιπὸν νά τὴν πετάξει πιὸ μακριὰ ἀπό τίς ἄλλες, γιατὶ εἶναι ἡ τελευταία κι ἔχει ἥδη βγεῖ ὁ ἥλιος.

Καὶ ὅπως τεντώνει τὸ χέρι του πρὸς τὰ πίσῳ γιά νά τὴν πετάξει μὲ ὅλη του τή δύναμη, ἀρχίζει νά φωτίζει ὁ ἥλιος καὶ βλέπει στήν πέτρα μιά χρυσαφένια μεταλλική λάμψη πού τοῦ τραβάει τὴν προσοχή.

Ὁ ψαράς συγκρατεῖ τὴν παρόρμηση νά πετάξει τὴν πέτρα καὶ τὴν κοιτάζει προσεκτικά. Ἡ πέτρα ἀντανακλᾶ τὸν ἤλιο μέσα ἀπὸ τή βρομιά που τὴν καλύπτει. Τὴν τρίβει ὁ ψαράς λές κι εἶναι μῆλο πάνω στα ῥούχα του, καὶ ἡ πέτρα ἀρχίζει νά λάμπει ἀκόμη πιὸ πολύ. Ἔκπληκτος, τήν χτυπάει ἐλαφρὰ καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι εἶναι ἀπὸ μέταλλο. Ἀρχίζει τότε νά τὴν τρίβει καὶ να τὴν καθαρίζει μὲ ἄμμο καὶ μὲ τὸ πουκάμισό του, καὶ συνειδητοποιεῖ πώς ἡ πέτρα εἶναι ἀπὸ καθαρὸ χρυσάφι. Μιά πέτρα ἀπὸ ἀτόφιο χρυσάφι σὲ μέγεθος πορτοκαλιοῦ!!! Ἡ χαρὰ του σβήνει, ὅμως, μόλις σκέφτεται ὅτι ἡ πέτρα αὐτὴ εἶναι σίγουρα ἴδια μὲ ὅλες τίς ἄλλες πού πέταξε στή θάλασσα.

Καὶ σκέφτεται: «Τὶ χαζός πού ἤμουνα!»

Εἶχε στά χέρια του μιά σακούλα γεμάτη πέτρες ἀπὸ χρυσὸ καί τίς πετοῦσε στή θάλασσα γιατὶ τοῦ ἄρεσε νά ἀκούει τὸν ἠλίθιο θόρυβο πού ἔκαναν ὅταν ἔπεφταν στό νερό... Ἀρχίζει τότε νά ὀδύρεται, νά κλαίει καὶ νά θρηνεῖ... νά λυπάται γιά τὶς χαμένες πέτρες... Καὶ νά σκέφτεται πώς εἶναι ἄτυχος, ἕνας δυστυχισμένος ἄνθρωπος... εἶναι τρελός, εἶναι ἠλίθιος...

Μετὰ σκέφτεται... Ἂν ἔμπαινε στή θάλασσα, ἂν κατάφερνε νά βρεῖ μιά στολή δύτη καὶ βούταγε στά βαθιά, ἂν ἦταν μέρα, ἂν εἶχε τὸν ἐξοπλισμό πού ἔχουν οἱ δύτες γιά νά ψάξει... Κι ὅλο κλαίει γοερὰ καὶ ὀδύρεται...

Ὁ ἥλιος ἔχει πιὰ ἀνατείλει.

Καὶ ξαφνικὰ συνειδητοποιεῖ πῶς ἔχει ἀκόμη τὴν πέτρα... συνειδητοποιεῖ πώς ὁ ἥλιος θὰ μποροῦσε νά εἶχε ἀργήσει ἕνα δευτερόλεπτο ἀκόμη, ἢ ἐκεῖνος θὰ μποροῦσε νά εἶχε ῥίξει τὴν πέτρα πιὸ γρήγορα, καὶ τότε δέν θὰ εἶχε μάθει ποτὲ γιά τὸν θησαυρό πού ἔχει τώρα στά χέρια του.

Ἀντιλαμβάνεται τελικὰ ὅτι κατέχει ἕναν θησαυρό, κι ὅτι ὁ θησαυρὸς αὐτὸς εἶναι ἀπὸ μόνος του μιά τεράστια περιουσία γιά ἕναν φτωχὸ ψαρά ὅπως ἐκεῖνος.

Ἀντιλαμβάνεται πόσο τυχερὸς εἶναι πού μπορεῖ να κρατήσει τὸν θησαυρό πού ἔχει ἀκόμη στά χέρια του.

Μάκαρι νά μπορούσαμε νά εἴμαστε πάντοτε τόσο σοφοὶ ὥστε νά μὴν κλαῖμε γιά τὶς πέτρες, τὶς εὐκαιρίες, ποὺ ἀπροετοίμαστοι ἴσως τίς πετάξαμε, τὶς χαραμίσαμε, τὰ πράγματα ἐκεῖνα πού ἔφερε ἡ θάλασσα καὶ τὰ πῆρε μετά... Μάκαρι νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά δοῦμε τή λάμψη στίς πέτρες πού ἔχουμε στά χέρια μας, καὶ νά μποροῦμε νά τὶς χαιρόμαστε γιά τὴν ὑπόλοιπη ζωὴ μας.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Χόρχε Μπουκάι: «Ὁ Δρόμος τῶν Δακρύων» Ἐκδόσεις ΟΡΕRΑ

footer
  • Κυριακή
    8 Δεκεμβρίου

    Παταπίου, Σωφρονίου, Σωσθένους, Απολλώ, Καίσαρος, Επαφροδίτου και Κηφά


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ