ploigisi h3

bottom neo

 

oktwpsemmataΣίγουρα ἡ ἀγάπη πού νιώθει μία μάνα γιά τὸ παιδὶ της, δέν συγκρίνεται μὲ κανένα ἄλλο εἶδος ἀγάπης. Παρά τίς ὅποιες δυσκολίες καὶ τὰ ἐμπόδια, οἱ μανάδες πάντα καταφέρνουν νά βάλουν πρῶτα τὰ παιδιὰ τους, ἀκόμη καὶ ἂν οἱ ἴδιες καταλήξουν τελευταῖες.

Στήν ἱστορία πού ἀκολουθεῖ μιά μητέρα ἔπρεπε νά πεῖ ἀρκετὰ ψέματα στό γιό της γιά νά τὸν μεγαλώσει μὲ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο καὶ τώρα πού ἀποκαλύφθηκε ἡ ἀλήθεια, ἡ ἱστορία της ἔγινε παγκοσμίως γνωστή.

Ἔχετε κάνει ποτὲ κάτι παρόμοιο γιά τὰ παιδιὰ σας ἢ θὰ τὸ κάνατε ἂν χρειαζόταν; Ἂν πιστεύετε ὅτι οἱ μητέρες ἀξίζουν μόνο σεβασμὸ καὶ θαυμασμό, διαβάστε τὴν παρακάτω ἱστορία καὶ θὰ ἀλλάξετε γνώμη...

Ἡ ἱστορία ξεκίνησε ὅταν ἤμουν παιδί. Ἡ οἰκογένειά μου ἤταν πολὺ φτωχὴ καί ποτέ δέν εἴχαμε ἀρκετὸ φαγητό. Ἡ μητέρα μου πάντα μοῦ ἔδινε τὸ δικὸ της πιάτο κι ἔλεγε «Φάε αὐτὸ τὸ ῥύζι γιέ μου ἑγὼ δέν πεινάω».

Αὐτὸ ἤταν τὸ πρῶτο ψέμα τῆς μητέρας μου.

Καθὼς μεγάλωνα, ἡ μητέρα μου περνοῦσε τὸν ἐλεύθερο χρόνο της, ψαρεύοντας σὲ ἕνα ποτάμι. Ἔτσι ἀπὸ τὰ ψάρια πού ἔπιανε, θὰ μποροῦσε νά μοῦ προσφέρει ἕνα καλύτερο φαγητὸ γιά τὴν ἀνάπτυξή μου. Καθὼς ἔτρωγα, κάθονταν δίπλα μου καὶ ἔτρωγε καὶ αὐτὴ ὅτι κρέας ἕμενε στά κόκαλα. Ὅταν τῆς πρόσφερα ἀπὸ τὸ φαγητό μου, ἔλεγε «Φάε τὸ φαγητό σου γιέ μου, δέν μοῦ ἀρέσουν ἔμενα τὰ ψάρια»

Αὐτὸ ἤταν τὸ δεύτερο ψέμα

Ἀργότερα γιά νά μπορέσω νά σπουδάσω, ἔψαξε καὶ βρῆκε μία δεύτερη δουλεία. Ἀνακύκλωνε παλιὰ κουτιὰ ἀπὸ χαρτόνι καὶ αὐτὸ τῆς ἔδινε κάποια ἐπιπλέον χρήματα γιά νά καλύψουμε τίς ἀνάγκες μας. Ἕνα χειμωνιάτικο βραδὺ ξύπνησα καὶ τὴν βρῆκα μὲ ἕνα μικρὸ κερὶ νά δουλεύει ἀκόμη. Τῆς εἶπα νά ἔρθει γιά ὕπνο, ἀλλά μοῦ ἀπάντησε πώς δέν εἶναι κουρασμένη.

Αὐτὸ ἦταν τὸ τρίτο της ψέμα.

Ὅταν ἔφτασαν οἱ τελικὲς ἐξετάσεις ζήτησε ἄδεια ἀπὸ τή  δουλειά της γιά νά μὲ συνοδεύσει. Μὲ περίμενε μέσα στή ζέστη γιά ὦρες καὶ ὅταν τελείωσα ἦρθε κοντά μου καί μοῦ ἔφερε ἕνα μπουκάλι μὲ κρύο νερό. Τὴν εἶδα κουρασμένη καὶ ἐξαντλημένη καὶ τῆς εἶπα νά τὸ πιεῖ ἐκείνη. Ἡ ἀπαντήση της ἦταν «Δέν διψάω γιέ μου, πιές τὸ ἐσὺ νά δροσιστεῖς».

Αὐτὸ ἤταν τὸ τέταρτο ψέμα τῆς μητέρας μου.

Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα μου, ἡ μητέρα μου ἔπρεπε νά βρεῖ τρόπο νά καλύψει τίς ἀνάγκες μας. Ἡ καταστάσῃ τῆς οἰκογένειάς μας χειροτέρευε καὶ δυστυχῶς ὅλα τὰ βάρη περνοῦσαν ἀπὸ πάνω της. Κάποιοι γείτονες τῆς ἔλεγαν ὅτι πρέπει νά παντρευτεῖ ξανὰ καὶ νά φτιάξει τήν ζωή της ἀπὸ τὴν ἀρχή. Αὐτὴ ὅμως ἔλεγε «Δέν εἶμαι ἑγὼ γιά τέτοια, εἶμαι μεγάλη γυναῖκα μὲ παιδὶ καὶ δέν χρειάζομαι τὴν ἀγάπη κανενός».

Αὐτὸ ἦταν τὸ πέμπτο ψέμα τῆς μητέρας μου…

Ἀφοῦ τελείωσα τίς σπουδές μου καὶ ἔπιασα δουλεία, ἦταν ὥρα γιά τή μητέρα μου να ξεκουραστεῖ, ἀλλὰ δέν ἤθελε. Πήγαινε κάθε μέρα στή λαϊκὴ ἀγορὰ καὶ πουλοῦσε κάποια λαχανικὰ γιά νά καλύπτει τίς δικὲς της ἀνάγκες. Ἐγὼ δούλευα μακρυὰ καὶ κάθε μῆνα μὲ τό πού ἔπαιρνα τὸ μισθό μου, τῆς ἐτοίμαζα ἕνα δέμα μὲ τρόφιμα καὶ διάφορα καλούδια, τῆς ἔβαζα καὶ ἔνα φάκελο μὲ χρήματα καὶ τῆς τὰ ἔστελνα. Αὐτὴ ὅμως τίς περισσότερες φορές, κρατοῦσε τὰ πάντα ἐκτὸς ἀπὸ τὰ χρήματα. Μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία μοῦ τὰ ἔστελνε πίσῳ καί μοῦ ἔγραφε «Ἀγόρι μου δέν χρειάζομαι χρήματα, δόξα τῷ Θεῷ ἔχω ἀρκετὰ γιά νά ζήσω. Κράτησέ τα ἐσύ πού εἶσαι νέος καὶ ἔχεις ἀνάγκες».

Αὐτὸ ἦταν τὸ ἔκτο της ψέμα…

Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια δουλειάς καὶ μεταπτυχιακῶν σπουδῶν, μία μεγάλη ἑταιρεία ἐμφανίστηκε στό δρόμο μου, ἡ ὁποία μὲ προσέλαβε μὲ πολὺ καλὸ μισθὸ καί μοῦ χρηματοδότησε τὸ διδακτορικό πού πάντα ὀνειρευόμουν. Τότε γύρισα καὶ εἶπα στή μητέρα μου ὅτι ἡ τύχη μᾶς χαμογέλασε. Τῆς ζήτησα νά ἔρθει μαζί μου, νά σταματήσει νά δουλεύει καὶ ἐπιτέλους νά ἀπολαύσει καὶ αὐτὴ κάποιες στιγμὲς ἀπὸ τή ζωή της. Ἐκείνη ὅμως μοῦ εἶπε, «Ἆσε με γιέ μου στόν τόπο μου, ἐγὼ εἶμαι μιά χαρά, κοίτα νά κάνεις ἐσὺ τή ζωή σου καλύτερη καὶ μὴν κοιτᾶς ἐμένα.»

Αὐτὸ ἦταν τὸ ἕβδομο ψέμα πού μοῦ εἶπε…

Στά γεράματά της ἀπέκτησε καρκίνο στό στομάχι. Σὲ μένα ὅμως δέν εἶπε τίποτα. Μία μέρα ὅμως, ἀποφάσισα νά πάω νά τὴν δῶ, χωρὶς νά τὴν προειδοποιήσω. Ὅταν μπῆκα στό σπίτι ἀμέσως κατάλαβα ὅτι κάτι δέν πάει καλά. Γερασμένη καὶ ἐξασθενημένη καθόταν στό κρεβάτι, προσπαθοῦσε νά γελάσει ἀλλὰ φαινόταν ὅτι ἔκανε ὑπερπροσπάθεια. Καθὼς μὲ κοιτοῦσε, μὲ ἔπιασαν τὰ κλάματα, δέν ἄντεξα...

Τότε γύρισε καί μοῦ εἶπε «Γιέ μου μὴν κλαῖς καὶ μὴν στεναχωριέσαι, ἐγὼ εἶμαι μιά χαρά» καί μοῦ κράτησε τὸ χέρι. Αὐτὸ ἦταν τὸ ὄγδοο ψέμα της κι ἐκείνη τή στιγμή ἔκλεισε τὰ μάτια της γιά πάντα.

footer
  • Πέμπτη
    21 Νοεμβρίου

    Τα Εισόδια της Θεοτόκου


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ