ploigisi h3

bottom neo

 

                                                        Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

(κα­θὼς καὶ στὸ Πά­σχα, στὴν πα­ρά­δο­ση τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας,

καὶ γιὰ τὸ ὅ­τι δὲν πρέ­πει κα­νεὶς νὰ εἶ­ναι μνη­σί­κα­κος.

Ἐκ­φω­νή­θη­κε κα­τὰ τὴν Ἁ­γί­α καὶ Με­γά­λη Πέμ­πτη.)

prodosiaΣή­με­ρα, ἀ­γα­πη­τοί, πα­ρα­δό­θη­κε ὁ Κύ­ρι­ός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός· δι­ό­τι τὴν ἑ­σπέ­ρα αὐ­τὴ ποὺ μᾶς ἔρ­χε­ται, τὸν ἐ­πί­α­σαν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι καὶ ἔ­φυ­γαν. Ἀλ­λὰ μὴ κυ­ρι­ευ­θεῖς ἀ­πὸ θλί­ψη, ἀκ­ού­ον­τας ὅ­τι πα­ρα­δό­θη­κε ὁ Ἰ­η­σοῦς· ἢ κα­λύ­τε­ρα γί­νε σκυ­θρω­πὸς καὶ κλά­ψε πι­κρά, ὄ­χι ὅ­μως γιὰ ἐ­κεῖ­νον ποὺ πα­ρα­δό­θη­κε, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν προ­δό­τη Ἰ­ού­δα. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος ποὺ πα­ρα­δό­θη­κε ἔ­σω­σε τὴν οἰ­κου­μέ­νη, ἐ­νῶ ἐ­κεί­v­oς ποὺ τὸν πα­ρέ­δω­σε ἔ­χα­σε τὴν ψυ­χή του. Καὶ ἐ­κεῖ­νος ποὺ πα­ρα­δό­θη­κε κά­θε­ται στὰ δε­ξι­ὰ τοῦ πα­τέ­ρα Του στοὺς οὐ­ρα­νούς, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος ποὺ τὸν πρό­δω­σε βρί­σκε­ται τώ­ρα στὸν ἄ­δη, πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν ἀ­πα­ραί­τη­τη τι­μω­ρί­α. Γι' αὐ­τὸν λοι­πὸν κλά­ψε καὶ ἀ­να­στέ­να­ζε, γι' αὐ­τὸν πέν­θη­σε, ἐ­πει­δὴ καὶ ὁ Κύ­ρι­ός μας γι' αὐ­τὸν δά­κρυ­σε. Δι­ό­τι, λέ­γει, «Ὅ­ταν τὸν εἶ­δε, τα­ρά­χθη­κε καὶ εἶ­πε· ἕ­νας ἀ­πὸ σᾶς θὰ μὲ πα­ρα­δώ­σει». Πῶ, πῶ πό­σο με­γά­λη εἶ­ναι ἡ εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Κυ­ρί­ου· ἐ­κεῖ­νος ποὺ προ­δό­θη­κε πο­νά­ει γιὰ ἐ­κεῖ­νον ποὺ τὸν πρό­δω­σε. «Ὅ­ταν λοι­πόν», λέ­γει, «τὸν εἶ­δε, τα­ρά­χθη­κε καὶ εἶ­πε· ἕ­νας ἀ­πὸ σᾶς θὰ μὲ πα­ρα­δώ­σει». Γιὰ ποιὸ λό­γο λυ­πή­θη­κε; Γιὰ νὰ δεί­ξει συγ­χρό­νως καὶ τὴ φι­λο­στορ­γί­α του, καὶ νὰ μᾶς δι­δά­ξει, ὅ­τι πρέ­πει νὰ θρη­νοῦ­με σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση ὄ­χι ἐ­κεῖ­νον ποὺ κα­κο­ποι­εῖ­ται, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νον ποὺ κα­κο­ποι­εῖ. Δι­ό­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι χει­ρό­τε­ρο ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο, ἢ κα­λύ­τε­ρα ἐ­κεῖ­νο δὲν εἶ­ναι κα­κό, τὸ νὰ κα­κο­παάθει δη­λα­δή, ἀλ­λὰ κα­κὸ εἶ­ναι τὸ νὰ κά­νει κα­νεὶς τὸ κα­κό. Δι­ό­τι τὸ νὰ κα­κο­πα­θοῦ­με αὐ­τὸ μᾶς προ­σφέ­ρει τὴ βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, ἐ­νῶ τὸ νὰ κά­μνο­με τὸ κα­κό, μᾶς γί­νε­ται αἰ­τί­α τῆς γέ­εν­νας καὶ τῆς κο­λά­σε­ως. Δι­ό­τι λέ­γει· «Μα­κά­ρι­οι εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ κα­τα­δι­ώ­κον­ται γιὰ χά­ρη τῆς ἀ­ρε­τῆς, δι­ό­τι σ' αὐ­τοὺς ἀ­νή­κει ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν». 

«Τό­τε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δώ­δε­κα, ποὺ ὀ­νο­μα­ζό­ταν Ἰ­ού­δας ὁ Ἰ­σκα­ρι­ώ­της πῆ­γε στοὺς ἀρ­χι­ε­ρεῖς καὶ τοὺς εἶ­πε· Τί θέ­λε­τε νὰ μοῦ δώ­σε­τε γιὰ νὰ σᾶς πα­ρα­δώ­σω αὐ­τόν;». Καὶ φαί­νε­ται βέ­βαι­α σα­φὲς αὐ­τὸ ποὺ λέ­γει, καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο δὲν ὑ­πο­νο­εῖ­ται μ' αὐ­τό, ἐ­ὰν ὅ­μως κα­νεὶς ἐ­ξε­τά­σει μὲ προ­σο­χὴ τὸ κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ λε­γό­με­να αὐ­τά, θὰ βρεῖ μέ­σα σ' αὐ­τὰ πολ­λὰ πράγ­μα­τα καὶ με­γά­λο βά­θος νο­η­μά­των. Καὶ κα­τὰ πρῶ­το ὁ και­ρός. Δι­ό­τι ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στὴς δὲν ἀ­να­φέ­ρει αὐ­τὸν τυ­χαί­α κα­θό­σον δὲν εἶ­πε ἁ­πλῶς «πῆ­γε», ἀλ­λὰ πρό­σθε­σε τὸ «Τό­τε πῆ­γε». «Τό­τε»· πές μου, πό­τε; καὶ γιὰ ποιὸ λό­γο προσ­δι­ο­ρί­ζει τὸ χρό­νο; τί θέ­λει νὰ μᾶς δι­δά­ξει; Δι­ό­τι δὲν λέ­χθη­κε τυ­χαί­α τό, «Τό­τε»· κα­θό­σον μι­λών­τας ἐμ­πνε­ό­με­νος ἀ­πὸ τὸ Πνεῦ­μα δὲν τὸ λέ­γει αὐ­τὸ ἔ­τσι στὴν τύ­χη καὶ ἄ­σκο­πα. Τί ση­μαί­νει λοι­πὸν τό, «Τό­τε»; Πρὶν ἀπ' αὐ­τὸ τὸ χρό­νο, πρὶν ἀπ' αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα τὸν πλη­σί­α­σε μί­α πόρ­νη, κρα­τῶν­τας ἕ­να ἀ­λα­βά­στρι­νο δο­χεῖ­ο γε­μά­το μὲ μύ­ρο, καὶ ἔ­χυ­σε τὸ μύ­ρο ἐ­κεῖ­νο ἐ­πά­νω στὸ κε­φά­λι τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἔ­δει­ξε με­γά­λη τι­μὴ πρὸς τὸν Κύ­ρι­ο, ἔ­δει­ξε πολ­λὴ πί­στη, πολ­λὴ ὑ­πα­κο­ὴ καὶ εὐ­λά­βει­α· ἄλ­λα­ξε ζω­ή, ἔ­γι­νε κα­λύ­τε­ρη καὶ πι­ὸ φρό­νι­μη. Καὶ τό­τε ποὺ ἡ πόρ­νη με­τα­νό­η­σε, τό­τε ποὺ προ­σέλ­κυ­σε κον­τὰ τῆς τὸν Κύ­ρι­ο, τό­τε ὁ μα­θη­τὴς πα­ρέ­δω­σε τὸ δά­σκα­λό του. Γι' αὐ­τὸ εἶ­πε, «Τό­τε», γιὰ νὰ μὴ κα­τη­γο­ρή­σεις τὸ δά­σκα­λο γιὰ ἀ­δυ­να­μί­α, ὅ­ταν δεῖς τὸ μα­θη­τὴ νὰ προ­δί­δει τὸ δά­σκα­λό του. Δι­ό­τι τό­σο με­γά­λη εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη τοῦ δα­σκά­λου, ὥ­στε καὶ πόρ­νες νὰ προ­σελ­κύ­ει σὲ ὑ­πα­κο­ὴ πρὸς αὐ­τόν. 

Τί λοι­πόν, λέ­γει, ἐ­κεῖ­νος ποὺ προ­σέλ­κυ­σε κον­τὰ τοῦ πόρ­νες, δὲν μπό­ρε­σε νὰ προ­σελ­κύ­σει καὶ νὰ κρα­τή­σει κον­τὰ τοῦ τὸ μα­θη­τῆ; Μπο­ροῦ­σε νὰ κρα­τή­σει κον­τὰ του τὸν μα­θη­τῆ, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν κά­νει κα­λὸ ἀ­ναγ­κα­στι­κά, οὔ­τε νὰ τὸν φέ­ρει κον­τά του μὲ τὴ βί­α. «Τό­τε πῆ­γε». Καὶ αὐ­τὸ τὸ «Πῆ­γε», ἔ­χει κά­ποιο νό­η­μα καὶ μά­λι­στα ὄ­χι μι­κρό· δι­ό­τι δὲν κα­λέ­σθη­κε ἀ­πὸ τοὺς ἀρ­χι­ε­ρεῖς, δὲν ἐ­ξα­ναγ­κά­σθη­κε, δὲν ἐκ­βι­ά­σθη­κε, ἀλλ' ὁ ἴ­διος ἀ­πὸ μό­νος του καὶ μὲ τὴ θέ­λη­σή του γέν­νη­σε τὸ δό­λο, καὶ πῆ­ρε τὴν ἀ­πό­φα­ση αὐ­τή, μὴ ἔ­χον­τας κα­νέ­να σύμ­βου­λο στὴν πο­νη­ρὴ αὐ­τὴ πρά­ξη του. 

             «Τό­τε πῆ­γε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δώ­δε­κα»; Τί ση­μαί­νει, «ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δώ­δε­κα»; Καὶ αὐ­τὸ δεί­χνει τὸ μέ­γε­θος τῆς κα­τη­γο­ρί­ας ἐ­ναν­τί­ον του, τὸ νὰ πεῖ δη­λα­δὴ «Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δώ­δε­κα». Κα­θό­σον ὑ­πῆρ­χαν καὶ ἄλ­λοι μα­θη­τὲς τοῦ Ἰ­η­σοῦ, ἀ­νερ­χό­με­νοι σὲ ἑ­βδο­μήν­τα, ἀλλ' ἐ­κεῖ­νοι κα­τεῖ­χαν τὴ δεύ­τε­ρη θέ­ση, δὲν ἀ­πο­λάμ­βα­ναν τό­ση με­γά­λη τι­μή, δὲν εἶ­χαν τό­ση παρ­ρη­σί­α ἀ­πέ­ναν­τι στὸν Κύ­ρι­ο, οὔ­τε γνώ­ρι­σαν τό­σα ἀ­πόρ­ρη­τα, ὅ­πως οἱ δώ­δε­κα. Αὐ­τοὶ κατ' ἐ­ξο­χὴ ἦ­ταν οἱ ἐ­κλε­κτοὶ καὶ αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ χο­ρὸς γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ βα­σι­λιά. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ δά­σκα­λο ὁ­μά­δα καὶ ἀπ' αὐ­τὴν ξε­πή­δη­σε ὁ Ἰ­ού­δας. Γιὰ νὰ μά­θεις λοι­πὸν ὅ­τι δὲν τὸν πρό­δω­σε ἁ­πλῶς μα­θη­τής του, ἀλλ' ἕ­νας ἀ­πὸ τὴν πι­ὸ ἐ­κλε­κτὴ ὁ­μά­δα τοῦ γι' αὐ­τὸ λέ­γει· «Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δώ­δε­κα». Καὶ δὲν ντρέ­πε­ται ὁ Ματ­θαῖ­ος ποὺ ἔ­γρα­ψε αὐ­τά. Καὶ γιὰ ποιὸ λό­γο δὲν ντρέ­πε­ται; Γιὰ νὰ μά­θεις, ὅ­τι παν­τοῦ στὴ Γρα­φὴ ὅ­λα λέ­γον­ται μὲ με­γά­λη ἀ­λή­θει­α, καὶ τί­πο­τε δὲν κρύ­βε­ται, οὔ­τε ἐ­κεῖ­να ποὺ φαί­νον­ται ὅ­τι εἶ­ναι δυ­σά­ρε­στα. Δι­ό­τι αὐ­τὰ ποὺ φαί­νον­ται ὅ­τι εἶ­ναι δυ­σά­ρε­στα, αὐ­τὰ δεί­χνουν τὴ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Κυ­ρί­ου· δι­ό­τι τὸν προ­δό­τη, τὸν λη­στή, τὸν κλέ­φτη, τὸν κα­τέ­στη­σε ἄ­ξι­ο τό­σων με­γά­λων ἀ­γα­θῶν, καὶ μέ­χρι τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τὸν ἔ­χει κον­τά του· κα­θό­σον τὸν νου­θε­τοῦ­σε καὶ τὸν συμ­βού­λευ­ε καὶ ἔ­δει­χνε κά­θε φρον­τί­δα γι' αὐ­τόν. Ἐ­ὰν ὅ­μως δὲν πρό­σε­χε ἐ­κεῖ­νος, δὲν εἶ­ναι αἴ­τι­ος ὁ Κύ­ρι­ος καὶ μάρ­τυ­ρας, γι' αὐ­τὸ εἶ­ναι ἡ πόρ­νη· δι­ό­τι αὐ­τὴ προ­σέ­χον­τας στὸν Κύ­ρι­ο, ἔ­σω­σε τὸν ἑ­αυ­τό της. 

«Τό­τε πῆ­γε στοὺς ἀρ­χι­ε­ρεῖς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δώ­δε­κα, ποὺ ὀ­νο­μα­ζό­ταν Ἰ­ού­δας Ἰ­σκα­ρι­ώ­της». Βλέ­πεις ἀ­πὸ ποιὸ χο­ρὸ ἐ­ξέ­πε­σε; Βλέ­πεις ποιὰ δι­δα­σκα­λί­α πε­ρι­φρό­νη­σε; Βλέ­πεις πό­σο με­γά­λο κα­κὸ εἶ­ναι ἡ ἀ­δι­α­φο­ρί­α καὶ ἡ ἀ­προ­σε­ξί­α; «Ὁ Ἰ­ού­δας, ποὺ ὀ­νο­μα­ζό­ταν Ἰ­σκα­ρι­ώ­της». Γιὰ ποιὸ λό­γο μοῦ ὀ­νο­μά­ζεις τὴν πό­λη του; Ὑ­πῆρ­χε καὶ ἄλ­λος μα­θη­τὴς Ἰ­ού­δας, ποὺ ὀ­νο­μα­ζό­ταν Ζη­λω­τής. Γιὰ νὰ μὴ γί­νει λοι­πὸν μὲ τὴ συ­νω­νυ­μί­α κά­ποιο λά­θος, ξε­χώ­ρι­σε αὐ­τὸν ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον, καὶ ἐ­κεῖ­νον τὸν ὀ­νό­μα­σε ἀ­πὸ τὴν ἀ­ρε­τὴ τοῦ Ἰ­ού­δα Ζη­λω­τῆ, ἐ­νῶ αὐ­τὸν δὲν τὸν ὀ­νό­μα­σε ἀ­πὸ τὴν κα­κί­α του· δι­ό­τι δὲν εἶ­πε, Ἰ­ού­δας ὁ προ­δό­της. Ἂν καὶ βέ­βαι­α ἔ­πρε­πε, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ὀ­νό­μα­σε ἐ­κεῖ­νον ἀ­πὸ τὴν ἀ­ρε­τή του, ἔ­τσι νὰ ὀ­νο­μά­σει καὶ αὐ­τὸν ἀ­πὸ τὴν κα­κί­α του καὶ νὰ πεῖ, Ἰ­ού­δας ὁ προ­δό­της. Ἀλ­λὰ γιὰ νὰ σὲ δι­δά­ξει νὰ ἔ­χεις κα­θα­ρὴ τὴ γλώσ­σα σου ἀ­πὸ τὴν κα­τη­γο­ρί­α, ἀ­πο­φεύ­γει καὶ τὸν ἴ­διο τὸν προ­δό­τη, νὰ θί­ξει. 

«Πῆ­γε», λοι­πόν, λέ­γει, «ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δώ­δε­κα, ὁ Ἰ­ού­δας ὁ Ἰ­σκα­ρι­ώ­της, στοὺς ἀρ­χι­ε­ρεῖς καὶ τοὺς εἶ­πε· Τί θὰ μοῦ δώ­σε­τε γιὰ νὰ σᾶς πα­ρα­δώ­σω αὐ­τόν;». Πῶ, πῶ φω­νὴ γε­μά­τη ἀ­πὸ ἀ­η­δί­α. Καὶ πῶς βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ στό­μα του, πῶς κί­νη­σε τὴ γλώσ­σα του; πῶς δὲν νε­κρώ­θη­κε ὅ­λο τὸ σῶ­μα του; πῶς δὲν σα­λεύ­θη­καν τὰ μυα­λά του; «Τί θέ­λε­τε νὰ μοῦ δώ­σε­τε, γιὰ νὰ σᾶς πα­ρα­δώ­σω αὐ­τόν;». Αὐ­τά, πές μου σὲ δί­δα­ξε ὁ Χρι­στός; Δὲν ἔ­λε­γε γι' αὐ­τό, «Μὴ πά­ρε­τε στὴ ζώ­νη σας οὔ­τε χρυ­σά, οὔ­τε ἀ­ση­μέ­νια, οὔ­τε καὶ χάλ­κι­να νο­μί­σμα­τα», πε­ρι­ο­ρί­ζον­τας ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὴ ρί­ζα τῆς φλυ­α­ρί­ας; Δὲν συμ­βού­λευ­ε αὐ­τὰ συ­νέ­χει­α καὶ μα­ζὶ μὲ αὐ­τὰ ἔ­λε­γε, «Ἐ­ὰν κά­ποιος σὲ χτυ­πή­σει στὸ δε­ξὶ σα­γό­νι, στρέ­ψε του καὶ τὸ ἄλ­λο»; «Τί θέ­λε­τε νὰ μοῦ δώ­σε­τε, γιὰ νὰ σᾶς πα­ρα­δώ­σω αὐ­τόν;·». Πῶ, πῶ πα­ρα­λο­γι­σμός! Πές μου, γιὰ ποιὸ λό­γο; Ποιὰ μι­κρή, ἢ με­γά­λη κα­τη­γο­ρί­α ἔ­χεις ἐ­ναν­τί­ον του καὶ πα­ρα­δί­νεις τὸ δά­σκα­λο; Ἐ­πει­δή σοῦ πα­ρέ­δω­σε τὴν ἐ­ξου­σί­α ἐ­ναν­τί­ον τῶν δαι­μό­νων; ἐ­πει­δή σοῦ ἔ­δω­σε τὴ δύ­να­μη νὰ θε­ρα­πεύ­εις ἀ­σθέ­νει­ες; ἐ­πει­δή σοῦ ἔ­δω­σε τὴ δύ­να­μη νὰ κα­θα­ρί­ζεις λε­προύς; ἐ­πει­δή σοῦ ἔ­δω­σε τὴ δύ­να­μη ν' ἀ­να­σταί­νεις νε­κρούς; ἐ­πει­δὴ σὲ ἀ­πάλ­λα­ξε ἀ­πὸ τὴν τυ­ραν­νι­κὴ ἐ­ξου­σί­α τοῦ θα­νά­του; Ἀν­τὶ αὐ­τῶν τῶν εὐ­ερ­γε­σι­ῶν τοῦ δί­νεις αὐ­τὲς τὶς ἀ­μοι­βές; 

«Τί θέ­λε­τε νὰ μοῦ δώ­σε­τε, γιὰ νὰ σᾶς πα­ρα­δώ­σω αὐ­τόν;». Πῶ, πῶ πα­ρα­φρο­σύ­νη! ἢ κα­λύ­τε­ρα, πῶ, πῶ φι­λαρ­γυ­ρί­α· δι­ό­τι ὅ­λα ἐ­κεί­νη τὰ γέν­νη­σε· ἐ­κεί­νην ἐ­πι­θύ­μη­σε αὐ­τὸς καὶ πρό­δω­σε τὸ δά­σκα­λο. Δι­ό­τι τέ­τοιο πράγ­μα εἶ­ναι ἡ πο­νη­ρὴ ἐ­κεί­νη ρί­ζα· κα­θι­στὰ τὶς ψυ­χὲς ποὺ συλ­λαμ­βά­νει μα­νι­α­κὲς χει­ρό­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ δαί­μο­να, καὶ τὶς κά­νει γιὰ ὅ­λα νὰ ἀ­δι­α­φο­ροῦν, καὶ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό τους, καὶ γιὰ τὸ συ­νάν­θρω­πό τους, καὶ γιὰ τοὺς νό­μους τῆς φύ­σε­ως, τὶς ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὰ λο­γι­κά τους καὶ τὶς κα­θι­στὰ πα­ρά­φρο­νες. Δι­ό­τι πρό­σε­χε πό­σα πράγ­μα­τα ἀ­πο­μά­κρυ­νε μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ψυ­χὴ τοῦ Ἰ­ού­δα· τὴ συ­να­να­στρο­φή, τὴν οἰ­κει­ό­τη­τα, τὴ συμ­με­το­χὴ στὸ ἴ­διο τρα­πέ­ζι, τὰ θαύ­μα­τα, τὴ δι­δα­σκα­λί­α, τὶς συμ­βου­λές, τὶς νου­θε­σί­ες ὅ­λα αὐ­τὰ τό­τε ἡ φι­λαρ­γυ­ρί­α ἔ­κα­νε νὰ ξε­χα­σθοῦν. Γι' αὐ­τὸ πο­λὺ σω­στὰ ὁ Παῦ­λος ἔ­λε­γε, ὅ­τι «Ρί­ζα ὅ­λων τῶν κα­κῶν εἶ­ναι ἡ φι­λαρ­γυ­ρί­α». 

Αὐ­τὰ σᾶς τὰ εἶ­πα, γιὰ νὰ μὴ κα­τη­γο­ρή­σουν με­ρι­κοὶ τὸ Χρι­στό, λέ­γον­τας, για­τί δὲν ἄλ­λα­ξε τὸν Ἰ­ού­δα; για­τί δὲν τὸ ἔ­κα­νε σώ­φρο­να καὶ λο­γι­κό; Καὶ πῶς ἔ­πρε­πε νὰ τὸν κά­νει λο­γι­κό; ἐ­ξα­ναγ­κά­ζον­τάς τον, ἢ ἀ­φή­νον­τάς τον νὰ τὸ ἀ­πο­φα­σί­σει μό­νος; Ἐ­ὰν τὸν ἐ­ξα­νάγ­κα­ζε, οὔ­τε καὶ ἔ­τσι ἐ­πρό­κει­το νὰ γί­νει κα­λύ­τε­ρος- δι­ό­τι κα­νέ­νας δὲν θὰ ἦ­ταν δυ­να­τὸ νὰ γί­νει κα­λὸς ἐ­ξα­ναγ­κα­ζό­με­νος· ἐ­ὰν πά­λι μὲ τὴ δι­κή του ἀ­πό­φα­ση καὶ θέ­λη­ση, ὅ­λα ἐ­κεῖ­να ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ δι­ορ­θώ­σουν τὴ θέ­λη­ση καὶ ἀ­πό­φα­σή του, τοῦ τὰ πρό­σφε­ρε. Ἐ­ὰν δὲν θέ­λη­σε νὰ δε­χθεῖ τὸ φάρ­μα­κο, ἡ κα­τη­γο­ρί­α δὲν εἶ­ναι τοῦ ἰ­α­τροῦ, ἀλλ' ἐ­κεί­νου ποὺ ἀ­πέρ­ρι­ψε τὴ θε­ρα­πεί­α. Πρό­σε­χε λοι­πὸν πό­σα ἔ­κα­νε, ὥ­στε νὰ τὸν ξα­να­κερ­δί­σει καὶ νὰ τὸν σώ­σει. Δί­δα­σκε σ' αὐ­τὸν ὅ­λη τὴν εὐ­σέ­βει­α καὶ μὲ ἔρ­γα καὶ μὲ λό­γι­α, τὸν ἔ­κα­νε ἀ­νώ­τε­ρο ἀ­πὸ τοὺς δαί­μο­νες, τοῦ ἔ­δω­σε τὴ δύ­να­μη νὰ κά­μνει πολ­λὰ θαύ­μα­τα, τὸν φό­βη­σε μὲ τὴν ἀ­πει­λὴ τῆς κο­λά­σε­ως, τὸν προ­έ­τρε­ψε μὲ τὴν ὑ­πό­σχε­ση τῆς βα­σι­λεί­ας. Ἐ­πί­σης ἔ­λεγ­χε συ­νέ­χει­α τὶς ἀ­πό­κρυ­φες σκέ­ψεις του, ἀλλ' ἐ­λέγ­χον­τας αὐ­τὲς δὲν τὶς ἀ­πο­κά­λυ­πτε· ἔ­νι­ψε τὰ πό­δια τοῦ μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους μα­θη­τὲς καὶ ἔ­φα­γε μα­ζὶ μ' αὐ­τὸν στὸ ἴ­διο τρα­πέ­ζι· τί­πο­τε, οὔ­τε μι­κρό, οὔ­τε με­γά­λο, πα­ρέ­λει­ψε, ἀλλ' ὅ­μως πα­ρέ­με­νε μὲ τὴ θέ­λη­σή του ἀ­δι­όρ­θω­τος. 

Καὶ γιὰ νὰ μά­θεις, ὅ­τι, ἐ­νῶ μπο­ροῦ­σε ν' ἀλ­λά­ξει, ὅ­μως δὲν θέ­λη­σε, ἀλλ' ὅ­λα ἔ­γι­ναν ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­δι­α­φο­ρί­ας του, ἄ­κου­σε. Ὅ­ταν δη­λα­δὴ πα­ρέ­δω­σε αὐ­τόν, ἔρ­ρι­ξε τὰ τρι­άν­τα ἀρ­γύ­ρι­α, μπρο­στά τους, καὶ εἶ­πε· «Ἁ­μάρ­τη­σα,δι­ό­τι πα­ρέ­δω­σα αἷ­μα δί­και­ο». Τί συ­νέ­βη­κε; Ὅ­ταν τὸν εἶ­δες νὰ θαυ­μα­τουρ­γεῖ δὲν ἔ­λε­γες, «Ἁ­μάρ­τη­σα, δι­ό­τι πα­ρέ­δω­σα αἷ­μα ἀ­θῶ­ο», ἀλλ' ἔ­λε­γες, «Τί θέ­λε­τε νὰ μοῦ δώ­σε­τε γιὰ νὰ σᾶς πα­ρα­δώ­σω αὐ­τόν;». Ἀ­φοῦ ὅ­μως προ­χώ­ρη­σε τὸ κα­κό, ἡ προ­δο­σί­α πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε καὶ ἡ ἁ­μαρ­τί­α ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε, τό­τε ἀν­τι­λή­φθη­κες τὴν ἁ­μαρ­τί­α. Τί λοι­πὸν δι­δα­σκό­μα­στε ἀ­πὸ ἐ­δῶ; Ὅ­τι, ὅ­ταν δεί­χνο­με ἀ­δι­α­φο­ρί­α, οὔ­τε οἱ συμ­βου­λὲς μᾶς ὠ­φε­λοῦν, ὅ­ταν ὅ­μως φρον­τί­ζο­με, μπο­ροῦ­με τό­τε καὶ μό­νοι μας νὰ ση­κω­θοῦ­με ἀ­πὸ τὸ πέ­σι­μό μας. Κα­θό­σον καὶ αὐ­τός, ὅ­ταν συμ­βού­λευ­ε ὁ δά­σκα­λος, δὲν ἄ­κου­ε, ὅ­ταν ὅ­μως δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­νας νὰ τὸν συμ­βου­λέ­ψει, ἐ­πα­να­στά­τη­σε τό­τε ἡ συ­νεί­δη­σή του, καί, ἐ­νῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­νας δά­σκα­λος, ἄλ­λα­ξε γνώ­μη, κα­τέ­κρι­νε ἐ­κεῖ­να ποὺ τόλ­μη­σε νὰ κά­νει, καὶ ἔρ­ρι­ξε τὰ τρι­άν­τα ἀρ­γύ­ρι­α. «Τί θέ­λε­τε νὰ μοῦ δώ­σε­τε γιὰ νὰ σᾶς πα­ρα­δώ­σω αὐ­τόν; Καὶ τοῦ ἔ­δω­σαν», λέ­γει, «τρι­άν­τα ἀρ­γύ­ρι­α». Κα­τέ­βα­λαν τὴν τι­μὴ τοῦ αἵ­μα­τος, ποὺ δὲν εἶ­χε τι­μή. Για­τί Ἰ­ού­δα παίρ­νεις τὰ τρι­άν­τα ἀρ­γύ­ρι­α; Ὁ Χρι­στὸς ἦρ­θε νὰ χύ­σει τὸ αἷ­μα αὐ­τὸ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου δω­ρε­άν, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο σὺ κά­μνεις αἰ­σχρὲς συμ­φω­νί­ες καὶ συ­ναλ­λα­γές. Δι­ό­τι τί ὑ­πάρ­χει αἰ­σχρό­τε­ρο ἀπ' αὐ­τὴ τὴ συ­ναλ­λα­γή; 

Ἀλλ' εἶ­ναι ὥ­ρα πλέ­ον νὰ πλη­σι­ά­σο­με στὴ φρι­κτὴ αὐ­τὴ τρά­πε­ζα.. Ὅ­λοι λοι­πὸν ἂς πλη­σι­ά­σο­με μὲ τὴν πρέ­που­σα σω­φρο­σύ­νη καὶ προ­σο­χή, καὶ κα­νέ­νας πλέ­ον νὰ μὴ εἶ­ναι Ἰ­ού­δας, κα­νέ­νας νὰ μὴ εἶ­ναι πο­νη­ρός, κα­νέ­νας νὰ μὴ ἔ­χει μέ­σα του δη­λη­τή­ρι­ο· νὰ μὴ λέ­γει ἄλ­λα μὲ τὸ στό­μα του καὶ ἄλ­λα νὰ ἔ­χει στὴ σκέ­ψη του. Πα­ρα­βρί­σκε­ται ὁ Χρι­στός, καὶ ἐ­κεῖ­νος ποὺ στό­λι­σε τὴν τρά­πε­ζα ἐ­κεί­νη, αὐ­τὸς καὶ τώ­ρα δι­α­κο­σμεῖ αὐ­τήν. Δι­ό­τι δὲν εἶ­ναι ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς ποὺ με­τα­βάλ­λει τὰ δῶ­ρα ποὺ βρί­σκον­ται μπρο­στὰ μας σὲ σῶ­μα καὶ αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλλ' ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στὸς ποὺ σταυ­ρώ­θη­κε γιὰ μας. Ὁ ἱ­ε­ρεὺς στέ­κε­ται καὶ ἐκ­πλη­ρώ­νει τὸν τύ­πο ἐ­κεῖ­νο, λέ­γον­τας τὰ λό­γι­α ἐ­κεῖ­να, ἐ­νῶ ἡ δύ­να­μη καὶ ἡ χά­ρη εἶ­ναι τοῦ Θε­οῦ. «Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ σῶ­μα μου», λέ­γει. Αὐ­τὰ τὰ λό­γι­α με­τα­βάλ­λουν σὲ σῶ­μα καὶ αἷ­μα τὰ προ­σφε­ρό­με­να δῶ­ρα. Καὶ ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἡ φω­νὴ ἐ­κεί­νη ποὺ ἔ­λε­γε, «Αὐ­ξά­νε­σθε καὶ πλη­θύ­νε­σθε καὶ γε­μί­σα­τε τὴ γῆ», λέ­χθη­κε βέ­βαι­α μί­α φο­ρά, πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ὅ­μως αἰ­ώ­νι­α, δί­νον­τας ἔμ­πρα­κτη στὴ φύ­ση μας τὴ δύ­να­μη γιὰ ἀ­πό­κτη­ση παι­διῶν, ἔ­τσι καὶ τὰ λό­γι­α αὐ­τὰ ποὺ λέ­χθη­καν μί­α φο­ρά, σὲ κά­θε μί­α τρά­πε­ζα τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν ἀ­πὸ τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα, καὶ μέ­χρι τὴν μελ­λον­τι­κὴ πα­ρου­σί­α αὐ­τοῦ, κά­μνουν πραγ­μα­τι­κὴ τὴ θυ­σί­α. 

Κα­νέ­νας λοι­πὸν νὰ μὴ πλη­σι­ά­ζει σ' αὐ­τὴ γε­μά­τος ὑ­που­λί­α, κα­νέ­νας νὰ μὴ πλη­σι­ά­ζει γε­μά­τος ἀ­πὸ κα­κί­α, κα­νέ­νας νὰ μὴ πλη­σι­ά­ζει ἔ­χον­τας δη­λη­τή­ρι­ο μέ­σα στὴ σκέ­ψη του, γιὰ νὰ μὴ γί­νε­ται αὐ­τὸ ποὺ με­τα­λα­βαί­νει αἰ­τί­α κα­τα­δί­κης του. Κα­θό­σον καὶ τό­τε ὅρ­μη­σε μέ­σα στὸν Ἰ­ού­δα ὁ διά­βο­λος, ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε ἐ­κεῖ­νο ποὺ τοῦ πρό­σφε­ρε ὁ Κύ­ρι­ος, ὄ­χι ἀ­πὸ πε­ρι­φρό­νη­ση πρὸς τὸ σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, ἀλ­λὰ πε­ρι­φρο­νών­τας τὸν Ἰ­ού­δα ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­διαν­τρο­πιᾶς του, γιὰ νὰ μά­θεις, ὅ­τι πάν­το­τε ὁ διά­βο­λος κατ' ἐ­ξο­χὴ εἰ­σέρ­χε­ται καὶ κυ­ρι­εύ­ει ἐ­κεί­νους ποὺ παίρ­νουν μέ­ρος ἀ­νά­ξι­α στὴ θεί­α εὐ­χα­ρι­στί­α, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη­κε καὶ τό­τε στὸν Ἰ­ού­δα. Δι­ό­τι οἱ τι­μὲς ὠ­φε­λοῦν ἐ­κεί­νους ποὺ εἶ­ναι ἄ­ξι­οι, ἐ­νῶ σ' ἐ­κεί­νους ποὺ τὶς ἀ­πο­λαμ­βά­νουν ἀ­νά­ξι­α, ἐ­πι­φέ­ρουν με­γα­λύ­τε­ρη τι­μω­ρί­α. Καὶ αὐ­τὰ τὰ λέ­γω ὄ­χι γιὰ νὰ σᾶς φο­βή­σω, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ σᾶς προ­φυ­λά­ξω. Κα­νέ­νας λοι­πὸν νὰ μὴ γί­νε­ται Ἰ­ού­δας, κα­νέ­νας νὰ μὴ πλη­σι­ά­ζει ἔ­χον­τας μέ­σα τοῦ δη­λη­τή­ρι­ο κα­κί­ας. Δι­ό­τι ἡ θυ­σί­α εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κὴ τρο­φή· καὶ ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἡ σω­μα­τι­κὴ τρο­φή, ὅ­ταν εἰ­σέλ­θει σὲ στο­μά­χι γε­μά­το ἀ­πὸ βλα­βε­ρὰ ὑ­γρά, χει­ρο­τε­ρεύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ἀ­σθέ­νει­α, ὄ­χι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση της, ἀλλ' ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­σθέ­νει­ας τοῦ στο­μα­χιοῦ, ἔ­τσι λοι­πὸν συμ­βαί­νει συ­νή­θως καὶ μὲ τὰ πνευ­μα­τι­κὰ μυ­στή­ρι­α. Κα­θό­σον καὶ αὐ­τά, ὅ­ταν εἰ­σέλ­θουν μέ­σα σὲ ψυ­χὴ γε­μά­τη ἀ­πὸ κα­κί­α, πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν κα­τα­στρέ­φουν καὶ τὴν ὁ­δη­γοῦν στὴν ἀ­πώ­λει­α, ὄ­χι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τους, ἀλλ' ἐξ αἰ­τί­ας τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­σθέ­νει­ας τῆς ψυ­χῆς ποὺ τὰ δέ­χθη­κε. 

Κα­νέ­νας λοι­πὸν ἂς μὴ ἔ­χει μέ­σα του πο­νη­ροὺς λο­γι­σμούς, ἀλλ' ἂς κα­θα­ρί­σο­με τὴ σκέ­ψη μας κα­θό­σον προ­σερ­χό­μα­στε σὲ κα­θα­ρὴ θυ­σί­α· ἂς κά­νο­με λοι­πὸν ἅ­γι­α τὴν ψυ­χή μας· δι­ό­τι αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ γί­νει καὶ μέ­σα σὲ μί­α ἡ­μέ­ρα. Πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρό­πο; Ἐ­ὰν ἔ­χεις κά­τι ἐ­ναν­τί­ον τοῦ ἐ­χθροῦ, δι­ῶ­ξε τὴν ὀρ­γή, θε­ρά­πευ­σε τὴν πλη­γή, στα­μά­τη­σε τὴν ἔ­χθρα, γιὰ νὰ λά­βεις θε­ρα­πεί­α ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα· δι­ό­τι προ­σέρ­χε­σθε σὲ θυ­σί­α φρι­κτὴ καὶ ἅ­γι­α.

Μὲ ἔ­βλα­ψε, λέ­γει, καὶ μ' ἅρ­πα­ξε πά­ρα πολ­λά. Καὶ τί εἶ­ναι αὐ­τό; Ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἡ ζη­μιὰ εἶ­ναι χρη­μα­τι­κή· δι­ό­τι δὲν σὲ πλή­γω­σε ὅ­πως ὁ Ἰ­ού­δας τὸν Χρι­στό· ἀλλ' ὅ­μως καὶ τὸ ἴ­διο τὸ αἷ­μα Του ποὺ ἔ­χυ­σε, τὸ ἔ­δω­σε γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α ἐ­κεί­νων ποὺ τὸν θα­νά­τω­σαν. Τί θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ πεῖς ἰ­σά­ξι­ο μ' αὐ­τό; Ἐ­ὰν δὲν συγ­χω­ρή­σεις τὸν ἐ­χθρό σου, δὲν ἔ­βλα­ψες ἐ­κεῖ­νον, ἀλ­λὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου· δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νον τὸν ἔ­βλα­ψες πολ­λὲς φο­ρὲς στὴν πα­ροῦ­σα ζω­ή, ἐ­νῶ τὸν ἑ­αυ­τό σου τὸν κα­τέ­στη­σες ἀ­συγ­χώ­ρη­το κα­τὰ τὴν ἀ­πο­λο­γί­α σου τὴ μέλ­λου­σα ἐ­κεί­νη ἡ­μέ­ρα· δι­ό­τι ὁ Θε­ὸς τί­πο­τε δὲν μι­σεῖ τό­σο, ὅ­σο τὸν μνη­σί­κα­κο ἄν­θρω­πο, ὅ­σο τὴν καρ­διὰ τὴ γε­μά­τη ἀ­πὸ μί­σος καὶ τὴν ψυ­χὴ ποὺ φλο­γί­ζε­ται ἀ­πὸ κα­κί­α. Ἄ­κου­σε λοι­πὸν τί λέ­γει· «Ἐ­άν, ὅ­ταν προ­σφέ­ρεις τὸ δῶ­ρο σου στὸ θυ­σι­α­στή­ρι­ο, θυ­μη­θεῖς τὴν ὥ­ρα ἀ­κρι­βῶς ποὺ βρί­σκε­σαι στὸ θυ­σι­α­στή­ρι­ο, ὅ­τι ὁ ἀ­δελ­φός σου ἔ­χει κά­τι ἐ­ναν­τί­ον σου, ἄ­φη­σε τὸ δῶ­ρο σου στὸ θυ­σι­α­στή­ρι­ο, καὶ πή­γαι­νε καὶ συμ­φι­λι­ώ­σου πρῶ­τα μὲ τὸν ἀ­δελ­φό σου, καὶ τό­τε ἔ­λα καὶ πρό­σφε­ρε τὸ δῶ­ρο σου». 

Τί λές, ν' ἀ­φή­σω τὸ δῶ­ρο μου; Ναί, λέ­γει· δι­ό­τι καὶ ἡ θυ­σί­α αὐ­τὴ ἔ­γι­νε γιὰ νὰ ἔ­χεις εἰ­ρή­νη μὲ τὸν ἀ­δελ­φό σου. Ἐ­ὰν λοι­πὸν ἡ θυ­σί­α ἔ­γι­νε γιὰ νὰ ἔ­χεις εἰ­ρή­νη μὲ τὸν ἀ­δελ­φό σου, σὺ ὅ­μως δὲν μπο­ρεῖς νὰ ἐ­πι­τύ­χεις τὴν εἰ­ρή­νη αὐ­τή, ἄ­σκο­πα συμ­με­τέ­χεις στὴ θυ­σί­α· δι­ό­τι τὸ κα­τόρ­θω­μά σου εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λο. Κᾶ­νε λοι­πὸν πρῶ­τα ἐ­κεῖ­νο, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει προ­σφερ­θεῖ ἡ θυ­σί­α, καὶ τό­τε θ' ἀ­πο­λαύ­σεις αὐ­τὴ ἄ­ξι­α. Γι' αὐ­τὸ κα­τέ­βη­κε ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, γιὰ νὰ συμ­φι­λι­ώ­σει τὴ φύ­ση μας μὲ τὸν Κύ­ρι­ο· γι' αὐ­τὸ δὲν ἦρ­θε μό­νο αὐ­τός, ἄλ­λα γιὰ νὰ μᾶς κα­τα­στή­σει κοι­νω­νοὺς τοῦ ὀ­νό­μα­τός του καὶ ἐ­μᾶς ποὺ κά­μνο­με τὰ ἴ­δια μ' αὐ­τόν. Δι­ό­τι λέ­γει «Μα­κά­ρι­οι εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ εἰ­ρη­νεύ­ουν, δι­ό­τι αὐ­τοὶ θὰ ὀ­νο­μα­σθοῦν υἱ­οὶ τοῦ Θε­οῦ». Ἐ­κεῖ­νο λοι­πὸν ποὺ ἔ­κα­νε ὁ Μο­νο­γε­νὴς Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, αὐ­τὸ κᾶ­νε καὶ σὺ σύμ­φω­να μὲ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη δύ­να­μή σου, γί­νε δη­λα­δὴ πρό­ξε­νος εἰ­ρή­νης καὶ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου καὶ γιὰ τοὺς ἄλ­λους. Γι' αὐ­τὸ καὶ σέ­να τὸν εἰ­ρη­νο­ποι­ὸ σὲ ὀ­νο­μά­ζει υἱ­ὸ τοῦ Θε­οῦ· γι' αὐ­τὸ καὶ κα­τὰ τὴν ὥ­ρα τῆς θυ­σί­ας κα­μί­α ἄλ­λη ἐν­το­λὴ δὲν ἀ­νέ­φε­ρε, πα­ρὰ τὴν ἐν­το­λὴ τῆς συμ­φι­λι­ώ­σε­ως μὲ τὸν ἀ­δελ­φό σου, γιὰ νὰ δεί­ξει, ὅ­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λα. 

Ἂς ἑ­νω­θοῦ­με λοι­πὸν σ' ἕ­να σῶ­μα, ὄ­χι συ­νε­νώ­νον­τας τὰ σώ­μα­τά μας, ἀλ­λὰ συ­νε­νώ­νον­τας ἀ­να­με­τα­ξύ τους τὶς ψυ­χές μας μὲ τὸ σύν­δε­σμο τῆς ἀ­γά­πης· ἔ­τσι θὰ μπο­ρέ­σο­με ν' ἀ­πο­λαύ­σο­με μὲ παρ­ρη­σί­α τὴν τρά­πε­ζα ποὺ βρί­σκε­ται μπρο­στά μας. Δι­ό­τι, καὶ ἂν ἀ­κό­μη ἔ­χο­με ἀ­μέ­τρη­τες δί­και­ες πρά­ξεις, ἀλλ' εἴ­μα­στε μνη­σί­κα­κοι, ὅ­λα εἶ­ναι μά­ται­α καὶ ἄ­σκο­πα, καὶ δὲν θὰ μπο­ρέ­σο­με ἀπ' αὐ­τὲς νὰ καρ­πω­θοῦ­με κα­μι­ὰ ὠ­φέ­λει­α γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μας. 

Γνω­ρί­ζον­τας λοι­πὸν αὐ­τά, ἂς ἐ­ξα­φα­νί­σο­με τὴν ὀρ­γή, καί, ἀ­φοῦ κα­θα­ρί­σο­με τὴ συ­νεί­δη­σή μας, μὲ πρα­ό­τη­τα καὶ ὅ­λη τὴν κα­λω­σύ­νη μας ἂς πλη­σι­ά­σο­με στὴν τρά­πε­ζα τοῦ Χρι­στοῦ, μα­ζὶ μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο στὸν Πα­τέ­ρα ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα, ἡ τι­μὴ καὶ ἡ δύ­να­μη, συγ­χρό­νως καὶ στὸ ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, τώ­ρα καὶ πάν­το­τε καὶ στοὺς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

footer
  • Τρίτη
    12 Νοεμβρίου

    Ιωάννου ελεήμονος, Νείλου οσίου, Σάββα και Νικολάου νεομαρτ.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ