ploigisi h3

bottom neo

­γίου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μ

 

eyaggelismos1.  ψαλ­μω­δὸς Προ­φή­της, ἀ­πα­ριθ­μών­τας τὰ εἴ­δη τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας καὶ κα­θο­ρών­τας τὴν ἀ­πο­τε­θει­μέ­νη σ' αὐ­τὰ σο­φί­α τοῦ Θε­οῦ, γε­μά­τος θαυ­μα­σμὸὁ­λό­κλη­ρος, ἐ­κεῖ ποὺἔ­γρα­φε ἀ­νε­φώ­νη­σε· «πό­σο με­γα­λο­πρε­π ε­ναι τὰ ρ­γα σου, Κύ­ρι­ε, ὅ­λα τὰ ­πλα­σες μ σο­φί­α!». 

Σ' ἐ­μέ­να τώ­ρα, ποῦ ἐ­πι­χει­ρῶ νὰ ἐ­ξαγ­γεί­λω κα­τὰ δύ­να­μι τὴν σαρ­κι­κὴ ἐ­πι­φά­νει­α τοῦ Λό­γου ποῦ ἔ­κτι­σε τὰ πάν­τα, ποιὸς λό­γος θὰ μοῦ ἀρ­κέ­ση γιὰ ἐ­ξύ­μνη­σι; Ἐ­ὰν πραγ­μα­τι­κὰ τὰ ὄν­τα εἶ­ναι γε­μά­τα θαῦ­μα καὶ τὸ ὅ­τι αὐ­τὰ προ­ῆλ­θαν στὴν ὕ­παρ­ξι ἀ­πὸ μὴ ὄν­τα εἶ­ναι θεῖ­ο καὶ πο­λυ­ύ­μνη­το, πό­σο θαυ­μα­σι­ώ­τε­ρο καὶ θει­ό­τε­ρο εἶ­ναι καὶ πό­σο ἀ­ναγ­και­ό­τε­ρο εἶ­ναι νὰ ὑ­μνῆ­ται ἀ­πὸ μᾶς τὸ νὰ γί­νη κά­ποιο ἀ­πὸ τὰ ὄν­τα θε­ός, καὶὄ­χι ἁ­πλῶς θε­ός, ἀλ­λὰ ὁ ὄν­τως ὧν Θε­ός, καὶ μά­λι­στα ἡ φύ­σις μας ποὺ δὲν μπό­ρε­σε ἢ δὲν θέ­λη­σε οὔ­τε τὸν χα­ρα­κτή­ρα κα­τὰ τὸν ὁ­ποι­ί­ο ἔ­γι­νε νὰ φυ­λά­ξη καὶ γι' αὐ­τὸ δι­καί­ως ἀ­πω­θή­θη­κε στὰ κα­τώ­τα­τα μέ­ρη τῆς γής; Δι­ό­τι τό­σο με­γά­λο καὶθεῖ­ο, τό­σο ἀ­πόρ­ρη­το καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­το εἶ­ναι τὸὅ­τι ἡ φύ­σις μᾶς ἔ­γι­νε ὁ­μό­θε­ος καὶ ὅ­τι δὶ' αὐ­τῆς μας ἐ­χα­ρί­σθη­κε ἡ ἐ­πά­νο­δος στὸ κα­λύ­τε­ρο ὥ­στε τοῦ­το καὶ στοὺς ἁ­γί­ους ἀγ­γέ­λους καὶ στοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀ­κό­μη καὶ στοὺς προ­φῆ­τες, ἂν καὶ αὐ­τοὶ βλέ­πουν δι­ὰ Πνεύ­μα­τος, νὰ μέ­νη στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­νε­πί­γνω­στο, μυ­στή­ρι­ο ποὺ εἶ­ναι κρυμ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν αἰ­ώ­να. Καὶ για­τί ἀ­να­φέ­ρω μό­νο πρὶν πραγ­μα­το­ποι­η­θῆ; Δι­ό­τι καὶ ὅ­ταν ἔ­γι­νε, πά­λι μέ­νει μυ­στή­ρι­ο, ὄ­χι βέ­βαι­α ὅ­τι ἔ­γι­νε ἀλ­λὰ πῶς ἔ­γι­νε· μυ­στή­ρι­ο πι­στευ­ό­με­νο ἀλ­λὰ μὴ γι­νω­σκό­με­νο, προ­σκυ­νού­με­νο, ἀλ­λὰ μὴ πο­λυ­πραγ­μο­νού­με­νο, προ­σκυ­νού­με­νο δὲ καὶ πι­στευ­ό­με­νο δι­ὰ μό­νου του Πνεύ­μα­τος· «δι­ό­τι κα­νες δν μπο­ρε ν ε­πῆ Κύ­ρι­ον Ἰ­η­σο, πα­ρ στἅ ­γι­ο Πνε­μα», καὶ τὸ Πνεῦ­μα εἶ­ναι αὐ­τὸ δι­ὰ τοῦ ὁ­ποί­ου προ­σκυ­νοῦ­με καὶ δι­ὰ τοῦ ὁ­ποί­ου προ­σευ­χό­μα­στε, λέ­γει ὁἀ­πό­στο­λος. 

2. Ότι δὲ τὸ μυ­στή­ρι­ο τοῦ­το εἶ­ναι ἀ­κα­τα­νό­η­το, ὄ­χι μό­νο στοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λὰ καὶ στοὺς ἀγ­γέ­λους καὶ τοὺς ἀρ­χαγ­γέ­λους, ἀποδει­κνύ­ει σα­φῶς καὶ τὸ γε­γο­νὸς ποὺ ἑ­ορ­τά­ζε­ται ἀ­πὸ ἐ­μᾶς σή­με­ρα. Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος εὐ­αγ­γε­λί­σθη­κε στὴν Παρ­θέ­νο τὴ σύλ­λη­ψι· ὅ­ταν δὲ αὐ­τὴ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τὸν τρό­πο κι εἶ­πε πρὸς αὐ­τόν, «πῶς θὰ μοῦ συμ­βῆ τοῦ­το, ἀ­φοῦ δὲν γνω­ρί­ζω ἄν­δρα;», μὴ μπο­ρών­τας νὰ ἑρ­μη­νεύ­ση τὸν τρό­πο κα­τὰ κα­νέ­να τρό­πο ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος, κα­τέ­φυ­γε καὶ αὐ­τὸς πρὸς τὸν Θε­ό, λέ­γον­τας «Πνεῦ­μα ἅ­γι­ο θὰ ἔλ­θη σ' ἐ­σὲ καὶ δύ­να­μις Ὑ­ψί­στου θὰ σὲ ἐ­πι­σκι­ά­ση». Ὅ­πως δη­λα­δή, ἂν κα­νεὶς ἐ­ρω­τοῦ­σε τὸν Μω­υ­σῆ, πῶς κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται ἀ­πὸ γῆ ἄν­θρω­πος, πῶς ἀ­πὸ χῶ­μα προ­έρ­χον­ται ὀ­στᾶ καὶ νεῦ­ρα καὶ σάρ­κα, πῶς αἰ­σθη­τή­ρι­α ἀ­πὸ ἀ­ναί­σθη­τη ὕ­λη, πῶς πά­λι ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ τὴν ἀ­δα­μι­αί­α πλευ­ρά, πῶς τὸ ὀ­στοῦν δι­α­πλώ­θη­κε καὶ δι­αι­ρέ­θη­κε, ἑ­νώ­θη­κε καὶ συν­δέ­θη­κε, πῶς ἀ­πὸ τὸ ὀ­στοῦν προ­ῆλ­θαν σπλάγ­χνα καὶ χυ­μοὶ δι­ά­φο­ροι καὶ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα; Ὅ­πως λοι­πόν, ἂν κά­ποιος ἐ­ρω­τοῦ­σε αὐ­τὰ τὸν Μω­υ­σῆ, δὲν θὰ ἔ­λε­γε τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο πλὴν τοῦ ὅ­τι ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ποὺ ἔ­λα­βε χῶ­μα ἀ­πὸ τὴ γῆ καὶ ἔ­πλα­σε τὸν Ἀ­δάμ, καὶ μί­α ἀ­πὸ τὶς πλευ­ρὲς τοῦ Ἀ­δὰμ καὶ κα­τα­σκεύ­α­σε τὴν Εὕ­α, ὥ­στε θὰ ἔ­λε­γε μὲν ποιὸς εἶ­ναι ὁ κτί­στης, ἀλ­λὰ τὸν τρό­πο κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­ναν ἐ­κεῖ­να δὲν θὰ τὸν ἔ­λε­γε· ἔ­τσι καὶ ὁ Γα­βρι­ήλ, ὅ­τι τὸν ἄ­σπο­ρο τό­κο θὰ κα­τα­σκευ­ά­σουν τὸἅ­γι­ο Πνεῦ­μα καὶ ἡ δύ­να­μις τοῦ Ὑ­ψί­στου, τὸ εἶ­πε, τὸ πῶς ὅ­μως, δὲν τὸ εἶ­πε. Ἂν μά­λι­στα, ὅ­ταν ἐ­μνη­μό­νευ­σε προ­η­γου­μέ­νως τὴν Ἐ­λι­σά­βετ, ὅ­τι συ­νέ­λα­βε σὲ γη­ρα­τειὰ ἐ­νῶ ἦ­ταν στεῖ­ρα, δὲν εἶ­χε νὰ εἰ­πῆ τί­πο­τε πα­ρα­πά­νω πλὴν τοῦ ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε ἀ­δύ­να­το γιὰ τὸν Θε­ό, πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἰ­πῆ τὸν τρό­πο στὴν πε­ρί­πτω­σι αὐ­τῆς ποῦ συ­νέ­λα­βε κι ἐ­γέν­νη­σε παρ­θε­νι­κά; 

3. Έχει ὅ­μως καὶ κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ λε­γό­με­νο ἀ­πὸ τὸν ἀρ­χάγ­γε­λο πρὸς τὴν Παρ­θέ­νο, ποὺ ἐ­νέ­χει με­γα­λύ­τε­ρο μυ­στή­ρι­ο· «θὰ λ­θη», λέ­γει, «­γι­ο Πνε­μα σ' ­σ κα δύ­να­μις ­ψί­στου θ σ' ­πι­σκι­ά­ση». Για­τί; Δι­ό­τι καὶ τὸ γεν­νώ­με­νο δὲν εἶ­ναι προ­φή­της οὔ­τε ἁ­πλῶς ἄν­θρω­πος, ὅ­πως ὁ Ἀ­δάμ, ἀλ­λὰ θὰ ὀ­νο­μα­σθῆ υἱ­ὸς τοῦὙ­ψί­στου, σω­τὴρ καὶ λυ­τρω­τὴς τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους καὶ βα­σι­λεὺς αἰ­ώ­νι­ος. Ὅ­πως τοὺς λί­θους ποὺ ἐ­ξέ­πε­σαν ἀ­πὸ κο­ρυ­φὴ ὅ­ρους καὶ κι­νοῦν­ται ἕ­ως τὸ τέ­λος τῆς ὑ­πω­ρεί­ας τοὺς δι­α­δέ­χον­ται πολ­λοὶ κρη­μνοί, ἔ­τσι κι ἐ­μᾶς, ἀ­φοῦ ἐ­ξε­πέ­σα­με ἀ­πὸ τὴ θεί­α ἐν­το­λὴ στὸν πα­ρά­δει­σο κα­τε­βή­κα­με ἕ­ως τὸν ἅ­δη, πολ­λὰ δει­νά μας εὐ­ρή­καν δι­α­δο­χι­κά. Δι­ό­τι δὲν εἶ­ναι μό­νο ἡ γῆ ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξε ἀγ­κά­θια καὶ τρι­βό­λια αἰ­σθη­τά, κα­τὰ τὴν κα­τά­ρα πρὸς τὸν προ­πά­το­ρα, ἀλ­λὰ ἐ­σπαρ­θή­κα­με κι ἐ­μεῖς μὲ τὰ πο­λυ­ει­δὴ ἀγ­κά­θια τῶν πο­νη­ρῶν πα­θῶν καὶ τὰ φο­βε­ρὰ τρι­βό­λια τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Καὶ δὲν ἔ­λα­βε τὸ γέ­νος μᾶς ἐ­κεί­νη μό­νο τὴ λύ­πη τὴν ὁ­ποί­α ἐ­κλη­ρο­δό­τη­σε ἡ προ­μή­τωρ δι­ὰ τῆς πρὸς αὐ­τὴν κα­τά­ρας, ποὺ τὴν κα­τε­δί­κα­σε νὰ γεν­νᾶ μὲ λύ­πη, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λος ὁ βί­ος μᾶς ἔ­γι­νε σχε­δὸν ὀ­δύ­νη καὶ λύ­πη. 

4. Ο Θε­ὸς ὅ­μως ποὺ μᾶς ἔ­πλα­σε ἀ­πὸ εὐ­σπλαγ­χνί­α ἐ­πέ­βλε­ψε πρὸς ἐ­μᾶς φι­λαν­θρώ­πως καὶ ἀ­φοῦ ἔ­κλι­νε τοὺς οὐ­ρα­νοὺς κα­τέ­βη­κε καὶ παίρ­νον­τας ἀ­πὸ τὴν ἁ­γί­α Παρ­θέ­νο τὴ φύ­σι μας τὴν ἀ­να­καί­νι­σε καὶ τὴν ἐ­πα­νέ­φε­ρε, μᾶλ­λον δὲ τὴν ἀ­νε­βί­βα­σε σὲ θεῖ­ο καὶ οὐ­ρά­νι­ο ὕ­ψος. Θέ­λον­τας λοι­πὸν νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­ση αὐ­τό, μᾶλ­λον δὲ νὰ φέ­ρη σὲ πέ­ρας τὴν προ­αι­ώ­νι­α βου­λὴ τοῦ σή­με­ρα, στέλ­λει τὸν ἀρ­χάγ­γε­λο Γα­βρι­ήλ, ὅ­πως λέ­γει ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Λου­κᾶς, «στ Να­ζα­ρτ πρς Παρ­θέ­νο μνη­στευ­μέ­νη μὲ ν­δρα, τοῦ ­ποί­ου τὸ ­νο­μα ἦ­ταν ­ω­σήφ, ­π τ γέ­νος κα τν πα­τρι το Δα­βίδ, κα τὸ ­νο­μα τς Παρ­θέ­νου ­ταν Μα­ρι­άμ». 

5. Στέλλει λοι­πὸν ὁ Θε­ὸς τὸν ἀρ­χάγ­γε­λο πρὸς Παρ­θέ­νο καὶ τὴν κα­θι­στὰ μη­τέ­ρα του μὲ μό­νη τὴν προ­σφώ­νη­σι ἂν καὶ μέ­νει παρ­θέ­νος, ἐ­πει­δὴ βέ­βαι­α, ἂν συλ­λαμ­βα­νό­ταν ἀ­πὸ σπέρ­μα, δὲν θὰ ἦ­ταν νέ­ος ἄν­θρω­πος οὔ­τε θὰ ἦ­ταν ἀ­να­μάρ­τη­τος καὶ σω­τὴρ τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν δι­ό­τι ἡ κί­νη­σις τῆς σαρ­κὸς γιὰ γέν­νη­σι, ἀ­φοῦ μέ­νει ἀ­νυ­πό­τα­κτη πρὸς τὸν νοῦ ποὺ εἶ­ναι ταγ­μέ­νος νὰ ἡ­γε­μο­νεύ­η τῶν λει­τουρ­γι­ῶν μας, δὲν εὑ­ρί­σκε­ται ἐν­τε­λῶς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α. Γι' αὐ­τὸ καὶ ὁ Δα­βὶδ ἔ­λε­γε, «μὲ ἀ­νο­μί­ες συ­νε­λή­φθη­κα καὶ μὲ ἁ­μαρ­τί­ες μ' ἐ­κυ­ο­φό­ρη­σε ἡ μη­τέ­ρα μου». Ἐ­ὰν λοι­πὸν ἡ σύλ­λη­ψις τοῦ Θε­οῦ ἦ­ταν ἀ­πὸ σπέρ­μα, δὲν θὰ ἦ­ταν νέ­ος ἄν­θρω­πος οὔ­τε ἀρ­χη­γὸς τῆς νέ­ας καὶ μὴ πα­λαι­ου­μέ­νης κα­θό­λου ζω­ῆς. Ἂν ἦ­ταν τῆς πα­λαι­ᾶς με­ρί­δος καὶ κλη­ρο­νό­μος ἐ­κεί­νου τοῦ πταί­σμα­τος, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ φέ­ρη στὸν ἑ­αυ­τὸ τοῦ τὸ πλή­ρω­μα τῆς ἄ­φθαρ­της θε­ό­τη­τος καὶ νὰ κά­μη τὴν σάρ­κα τοῦ ἀ­νε­ξάν­τλη­τη ἁ­γι­α­σμοῦ, ὥ­στε καὶ τῶν προ­πα­τό­ρων ἐ­κεί­νων ν' ἀ­πο­πλύ­νη τὸν μο­λυ­σμὸ μὲ πε­ρίσ­σει­α δυ­νά­με­ως καὶ στοὺς ἐ­πι­γό­νους ὅ­λους νὰ ἐ­παρ­κῆ γι' ἁ­γι­α­σμό. Γι' αὐ­τὸ δὲν ἦλ­θε ἄγ­γε­λος οὔ­τε ἄν­θρω­πος, ἀλλ' ὁἴ­διος ὁ Κύ­ρι­ος ἦλ­θε καὶ μᾶς ἔ­σω­σε, ποὺ συ­νε­λή­φθη­κε καὶ ἐ­σαρ­κώ­θη­κε σὲ μή­τρα Παρ­θέ­νου κι ἔ­μει­νε ἀ­ναλ­λοι­ώ­τως Θε­ός. 

6. Έπρεπε δὲ νὰ ἔ­χη καὶ μάρ­τυ­ρα τῆς ἄ­σπο­ρης συλ­λή­ψε­ως τὴν Παρ­θέ­νο καὶ συ­νερ­γὸ σὲ ὅ­σα ἐ­πρό­κει­το νὰ τε­λε­σθοῦν κατ' οἰ­κο­νο­μί­α. Ποιὰ εἶ­ναι αὐ­τά; Ἡ ἄ­νο­δος στὴ Βη­θλε­έμ, ὅ­που θὰ ἐ­τε­λεῖ­το καὶ ὁ ἐ­ξαγ­γελ­λό­με­νος καὶ δο­ξα­ζό­με­νος το­κε­τός· ἡ προ­σέ­λευ­σις στὸ ἱ­ε­ρό, ὅ­που τὸ βρέ­φος μαρ­τυ­ρεῖ­ται Κύ­ρι­ος ζω­ῆς καὶ θα­νά­του ἀ­πὸ τὸν Συ­με­ὼν καὶ τὴν Ἄν­να· ἡ φυ­γὴ στὴν Αἴ­γυ­πτο ἐμ­πρὸς στὸν Ἡ­ρώ­δη καὶ ἡ ἐ­πά­νο­δος ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γυ­πτο κα­τὰ τὶς ἱ­ε­ρὲς προ­φη­τεῖ­ες καὶ τὰ ἄλ­λα ποὺ δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο τώ­ρα νὰ ἀ­πα­ριθ­μή­σω. Γι' αὐ­τὰ πα­ρε­λή­φθη­κε ὡς μνη­στὴρ ὁ Ἰ­ω­σὴφ καὶ ἐ­στάλ­θη­κε ὁ ἄγ­γε­λος σὲ παρ­θέ­νο μνη­στευ­μέ­νη μὲ ἄν­δρα ὀ­νο­μα­ζό­με­νο Ἰ­ω­σήφ. Τὴν δὲ φρά­σι «­π τν ο­κο κα τν πα­τρι το Δα­βδ» θὰ τὴν ἐν­νο­ή­σης καὶ γιὰ τοὺς δύ­ο· δι­ό­τι τό­σο ἡ Παρ­θέ­νος ὅ­σο καὶ ὁ Ἰ­ω­σὴφ ἀ­νέ­φε­ραν τὴν γε­νε­ά τους στὸν Δα­βίδ. 

7. Και τὸ ὄ­νο­μα, λέ­γει, τῆς Παρ­θέ­νου ἦ­ταν Μα­ρι­άμ, ποὺ ἑρ­μη­νεύ­ε­ται Κυ­ρί­α. Τοῦ­το δει­κνύ­ει καὶ τὸ ἀ­ξί­ω­μα τῆς Παρ­θέ­νου καὶ τὸ βέ­βαι­ο της παρ­θε­νί­ας, καὶ τὸ ἀλ­λοι­ώ­τι­κο καὶ προ­σε­κτι­κὸ καὶ κα­τὰ κά­ποιον τρό­πο πα­να­μώ­μη­τό τοῦ βί­ου της· δι­ό­τι, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν κυ­ρί­ως παρ­θέ­νος φε­ρω­νύ­μως, εἶ­χε τὴν πλή­ρη κα­το­χὴ τῆς ἁ­γνεί­ας, ὄν­τας παρ­θέ­νος καὶ στὸ σῶ­μα καὶ στὴν ψυ­χή, καὶ κα­τέ­χον­τας τὶς ψυ­χι­κὲς δυ­νά­μεις καὶ ὅ­λες τὶς αἰ­σθή­σεις τοῦ σώ­μα­τος ὑ­πε­ρά­νω κά­θε μο­λυ­σμοῦ, καὶ μά­λι­στα τό­σο κυ­ρί­ως καὶ βε­βαί­ως καὶ ἐγ­κύ­ρως καὶ καθ' ὅ­λα ἱ­ε­ρῶς ὅ­λον τὸν χρό­νο, ὅ­πως ἡ κλει­σμέ­νη πύ­λη δι­α­τη­ρεῖ τοὺς θη­σαυ­ροὺς καὶ τὸ σφρα­γι­σμέ­νο βι­βλί­ο δι­α­τη­ρεῖ τὰ γρα­πτὰ ἀ­νέγ­γι­κτα ἀ­πὸ τοὺς ὀ­φθαλ­μούς· δι­ό­τι πε­ρὶ αὐ­τῆς ἔ­χει γρα­φή, τοῦ­το εἶ­ναι τὸ σφρα­γι­σμέ­νο βι­βλί­ο καὶ αὐ­τὴἡ πύ­λη θὰ εἶ­ναι κλει­σμέ­νη, καὶ κα­νεὶς δὲν πρό­κει­ται νὰ πε­ρά­ση ἀ­πὸ αὐ­τήν. 

8. Αλλά καὶ μὲ ἄλ­λον τρό­πο πά­λι εἶ­ναι Κυ­ρί­α ἡ Πα­να­γί­α κατ' ἀ­ξί­α, ὡς δε­σπό­ζου­σα τῶν ὅ­λων, ἐ­πει­δὴ συ­νέ­λα­βε σὲ παρ­θε­νί­α κι ἐ­γέν­νη­σε θεί­ως τὸν κα­τὰ φύ­σι δε­σπό­τη τοῦ παν­τός. Ἐ­πί­σης βέ­βαι­α εἶ­ναι Κυ­ρί­α ὄ­χι μό­νο ὡς ἐ­λευ­θέ­ρα ἀ­πὸ δου­λεί­α καὶ μέ­το­χος θεί­ας κυ­ρι­ό­τη­τος, ἀλ­λὰ καὶ ὡς πη­γὴ καὶ ρί­ζα τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τοῦ γέ­νους, καὶ μά­λι­στα με­τὰ τὴν ἀ­πόρ­ρη­τη καὶ χαρ­μό­συ­νη γέν­να. Δι­ό­τι αὐ­τὴ ποὺ συ­ζεύ­χθη­κε μὲ ἄν­δρα εἶ­ναι μᾶλ­λον κυ­ρι­ευ­μέ­νη πα­ρὰ κυ­ρί­α, καὶ μά­λι­στα με­τὰ τὴν πε­ρί­λυ­πη καὶ ὀ­δυ­νη­ρὴ γέν­να, κα­τὰ τὴν ἄ­ρα ἐ­κεί­νη πρὸς τὴν Εὕ­α, «θὰ γεν­νή­σης τέ­κνα μὲ λύ­πη, θὰἐ­ξαρ­τᾶ­σαι ἀ­πὸ τὸν ἄν­δρα σου καὶ αὐ­τὸς θὰ σὲ αὐ­θεν­τεύ­η»· γιὰ νὰἐ­λευ­θε­ρώ­ση ἀ­πὸ αὐ­τὴν τὴν ἄ­ρα τὸἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος ἡ παρ­θε­νο­μή­τωρ, λαμ­βά­νει τὴν χα­ρὰ καὶ τὴν εὐ­λο­γί­α δι­ὰ τοῦ ἀγ­γέ­λου· δι­ό­τι ὁ ἄγ­γε­λος, λέ­γει, ἀ­φοῦ εἰ­σῆλ­θε εἶ­πε πρὸς τὴν Παρ­θέ­νο, «Χαῖ­ρε κε­χα­ρι­τω­μέ­νη, ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­ναι μα­ζί σου, εἶ­σαι εὐ­λο­γη­μέ­νη ἀ­νά­με­σα στὶς γυ­ναῖ­κες»· Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος δὲν τῆς προ­αγ­γέλ­λει τὸ μέλ­λον λέ­γον­τας, ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­ναι μα­ζί σου, ἀλ­λὰ ἐ­ξαγ­γέλ­λει ὅ,­τι ἔ­βλε­πε τό­τε ἀ­ο­ρά­τως νὰ τε­λῆ­ται. Καὶ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­με­νος ὅ­τι αὐ­τὴ εἶ­ναι τό­πος θεί­ων καὶ ἀν­θρω­πί­νων χα­ρι­σμά­των καὶ στο­λι­σμέ­νη μὲ ὅ­λα τὰ χα­ρί­σμα­τα τοῦ θεί­ου Πνεύ­μα­τος, κυ­ρι­ο­λε­κτι­κῶς τὴν ἀ­να­γό­ρευ­σε κε­χα­ρι­τω­μέ­νη, βλέ­πον­τας δὲὅ­τι ἤ­δη ἔ­λα­βε ἔ­νοι­κο αὐ­τὸν στὸν ὁ­ποῖ­ο εὑ­ρί­σκον­ται οἱ θη­σαυ­ροὶ ὅ­λων τού­των καὶ προ­ο­ρών­τας τὴν ἀ­νώ­δυ­νη κυ­ο­φο­ρί­α καὶ τὴν γέν­να ποὺ θὰ ἐ­γι­νό­ταν χω­ρὶς ὠ­δί­νες, τῆς ἀ­πηύ­θυ­νε τὸ «χαί­ρειν» κι ἐ­βε­βαί­ω­σε ὅ­τι εἶ­ναι ἡ μό­νη εὐ­λο­γη­μέ­νη καὶ εὐ­λό­γως δο­ξα­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στὶς γυ­ναῖ­κες· δι­ό­τι κα­τὰ τὴν ὑ­περ­βο­λὴ τῆς δό­ξας τῆς θε­ο­μή­το­ρος Παρ­θέ­νου δὲν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λη δο­ξα­σμέ­νη, κι ἂν ἐ­δο­ξά­σθη­κε. 

9. Αλλά ἡ Παρ­θέ­νος, κα­θὼς εἶ­δε κι ἐ­φο­βή­θη­κε μή­πως εἶ­ναι κά­ποιος ἀ­πα­τη­λὸς ἄγ­γε­λος, ποὺ πα­ρα­πλα­νᾶ τὶς ἀ­πε­ρί­σκε­πτες κα­τὰ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τῆς Εὕ­ας, δὲν ἔ­δε­χθη­κε ἀ­νε­ξε­τά­στως τὸν χαι­ρε­τι­σμό· καὶ μὴ γνω­ρί­ζον­τας ἀ­κό­μη κα­θα­ρῶς τὸν σύν­δε­σμο πρὸς τὸν Θε­ὸ ποὺ εὐ­αγ­γε­λι­ζό­ταν αὐ­τός, ἐ­τα­ρά­χθη­κε, λέ­γει, μὲ τὸν λό­γο του, ἐ­πι­μέ­νον­τας στα­θε­ρὰ στὴν παρ­θε­νί­α, «καὶ δι­α­λο­γι­ζό­ταν τί εἴ­δους ἀ­σπα­σμὸς εἶ­ναι αὐ­τός»· Γι' αὐ­τὸ ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος δι­α­λύ­ει ἀ­μέ­σως τὸν θε­ο­φι­λῆ φό­βο τῆς χα­ρι­τω­μέ­νης Παρ­θέ­νου, λέ­γον­τάς της· «μὴ φο­βῆ­σαι, Μα­ρί­α· δι­ό­τι ἐ­πέ­τυ­χες τὴν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ». Ποιὰ χά­ρι; Αὐ­τὴ ποὺ εἶ­ναι δυ­να­τὴ μό­νο σ' αὐ­τὸν ποὺ δύ­να­ται τὰ ἀ­δύ­να­τα καί ἐ­φυ­λά­χθη­κε πρὸ τῶν αἰ­ώ­νων σὲ σέ­να μό­νη. «Ἰ­δοὺ θὰ συλ­λά­βης τέ­κνο». Ἀ­κού­ον­τας δὲ σύλ­λη­ψι, λέ­γει, μὴ σκε­φθῆς καμ­μι­ὰ ἀ­φαί­ρε­σι τῆς παρ­θε­νί­ας, μὴ στε­νο­χω­ρῆ­σαι καὶ μὴ τα­ράσ­σε­σαι γι' αὐ­τό· δι­ό­τι τοῦ­το τὸ «ἰ­δοὺ θὰ συλ­λά­βης», λε­γό­με­νο τό­τε πρὸς αὐ­τὴν ποὺ ἦ­ταν παρ­θέ­νος, ὑ­πε­δεί­κνυ­ε πλέ­ον τὴ σύλ­λη­ψι ὡς συ­νο­δοι­πό­ρο μὲ τὴν παρ­θε­νί­α. 

10. «Ἰ­δο λοι­πν θ συλ­λά­βης κα θ γεν­νή­σης υ­όν»· δη­λα­δὴ πα­ρα­μέ­νον­τας ὅ­πως εἶ­σαι σή­με­ρα καὶ δι­α­τη­ρών­τας ἀ­νέ­πα­φη τὴν παρ­θε­νί­α σου, θὰ συλ­λά­βης ἔμ­βρυ­ο καὶ θὰ γεν­νή­σης τὸν υἱ­ὸν τοῦ Ὑ­ψί­στου. Τοῦ­το προ­βλέ­πον­τας καὶ ὁ Ἠ­σα­ΐ­ας πρὶν ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νι­α, ἔ­λε­γε, «ἰ­δοὺ ἡ Παρ­θέ­νος θὰ κυ­ο­φο­ρή­ση καὶ θὰ γεν­νή­ση υἱ­όν», καὶ «προ­σῆλ­θα πρὸς τὴν προ­φή­τι­δα. Πῶς λοι­πὸν ὁ προ­φή­της προ­σῆλ­θε πρὸς τὴν προ­φή­τι­δα; Ὅ­πως τώ­ρα ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος πρὸς αὐ­τὴν δι­ό­τι αὐ­τὸ ποὺ εἶ­δε τώ­ρα αὐ­τός, τοῦ­το προ­εῖ­δε καὶ προ­εῖ­πε ἐ­κεῖ­νος. Ὅ­τι δὲ ἡ Παρ­θέ­νος ἦ­ταν προ­φή­τις, ποὺ εἶ­χε προ­φη­τι­κὴ χά­ρι, θὰ τὸ δεί­ξη στὸν θέ­λον­τα ἡ ὠ­δή της ποὺ πε­ρι­έ­χε­ται στὸ εὐ­αγ­γέ­λι­ο. 

11. Προσήλθε λοι­πόν, λέ­γει, ὁ Ἠ­σα­ΐ­ας πρὸς τὴν προ­φή­τι­δα, ἀ­σφα­λῶς μὲ τὸ προ­βλε­πτι­κὸ πνεῦ­μα καὶ συ­νέ­λα­βε τέ­κνο, πρὶν ἔλ­θη ὁ πό­νος τῶν ὠ­δί­νων, ἐ­ξέ­φυ­γε καὶ ἐ­γέν­νη­σε ἀρ­σε­νι­κὸ τέ­κνο· ὁ δὲ ἀρ­χάγ­γε­λος λέ­γει τώ­ρα πρὸς αὐ­τήν, «θὰ γεν­νή­σης υἱ­ὸν καὶ θὰ τὸν ὀ­νο­μά­σης Ἰ­η­σοῦν, ποὺ ἑρ­μη­νεύ­ε­ται Σω­τήρ· θὰ εἶ­ναι δὲ μέ­γας». Εἶ­πε λοι­πὸν πά­λι ὁἨ­σα­ΐ­ας, «θαυ­μα­στς σύμ­βου­λος, Θε­ς ἰ­σχυ­ρός, ἐ­ξου­σι­α­στής, ρ­χων ε­ρή­νης, πα­τρ το μέλ­λον­τος α­­νος». Ὁ­μοί­ως μὲ αὐ­τὸν τώ­ρα λέ­γει καὶ ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος, «αὐ­τὸς θὰ εἶ­ναι μέ­γας καὶ θὰ ὀ­νο­μα­σθῆ υἱ­ὸς Ὑ­ψί­στου» (πῶς δὲ δὲν εἶ­πε, εἶ­ναι μέ­γας καὶ υἱ­ὸς Ὑ­ψί­στου, ἀλ­λὰ θὰ εἶ­ναι καὶ θὰ ὀ­νο­μα­σθῆ; Τοῦ­το συμ­βαί­νει δι­ό­τι ὡ­μι­λοῦ­σε πε­ρὶ τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προσ­λήμ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ), ἐ­νῶ συγ­χρό­νως δη­λώ­νει ὅ­τι καὶ θὰ γνω­σθῆ σὲ ὅ­λους καὶ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς θὰ κη­ρυ­χθῆὅ­τι εἶ­ναι τέ­τοιας λο­γῆς, ὥ­στε ὕ­στε­ρα νὰ μπο­ρῆ καὶὁ Παῦ­λος νὰ λέ­γη, « Θε­ς ­φα­νε­ρώ­θη­κε σ σάρ­κα, ­κη­ρύ­χθη­κε στ­θνη, ­πι­στεύ­θη­κε στν κό­σμο». Ἀλ­λὰ λέ­γει ἐ­πί­σης, «θ το δώ­ση  Κύ­ρι­ος τν θρό­νο το πα­τρς το Δα­βίδ, κα θ βα­σι­λεύ­ση στ γέ­νος τοῦ ­α­κβ ­π αἰ­ῶ­νες κα τς βα­σι­λεί­ας του δν θ­πάρ­ξη τέ­λος»· αὐ­τὸς δέ, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ βα­σι­λεί­α ὡς αἰ­ω­νί­α δὲν ἔ­χει τέ­λος, εἶ­ναι ὁἴ­διος ὁ Θε­ός. Ἀλλ' αὐ­τὸς ἔ­χει καὶ πα­τέ­ρα τὸν Δα­βίδ, ἑ­πο­μέ­νως εἶ­ναι ὁἴ­διος καὶ ἄν­θρω­πος, ὥ­στε αὐ­τὸς ποὺ θὰ γεν­νη­θῆ νὰ εἶ­ναι συγ­χρό­νως Θε­ὸς καὶ ἄν­θρω­πος, υἱ­ὸς ἀν­θρώ­που καὶ υἱ­ὸς Θε­οῦ, ποὺ ὡς ἄν­θρω­πος λαμ­βά­νει τὴν ἀ­δι­ά­δο­χη βα­σι­λεί­α ἀ­πὸ τὸ Θε­ὸ Πα­τέ­ρα, ὅ­πως εἶ­δε καὶ προ­ε­ξήγ­γει­λε ὁ Δα­νι­ήλ· «πα­ρα­τη­ροῦ­σα», λέ­γει, «ἕ­ως ὅ­του ἐ­το­πο­θε­τή­θη­καν θρό­νοι κι ἐ­κά­θη­σε ὁ Πα­λαι­ὸς τῶν ἡ­με­ρῶν καὶ ἰ­δοὺ κά­ποιος ὡς υἱ­ὸς ἀν­θρώ­που ἐρ­χό­ταν ἐ­πά­νω στὶς νε­φέ­λες τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ ἔ­φθα­σε μέ­χρι τῶν Πα­λαι­οῦ τῶν ἡ­με­ρῶν, κι ἐ­δό­θη­κε σ' αὐ­τὸν ἡ τι­μὴ καὶ ἡ ἐ­ξου­σί­α· καὶ ἡ βα­σι­λεί­α τοῦ εἶ­ναι βα­σι­λεί­α αἰ­ώ­νι­ος καὶ δὲν θὰ δο­θῆ σὲ ἄλ­λον βα­σι­λέ­α». 

12. Θα κα­θή­ση δὲ στὸν θρό­νο τοῦ Δα­βὶδ καὶ θὰ βα­σι­λεύ­ση στὸ γέ­νος τοῦ Ἰ­α­κώβ· ἐ­πει­δὴ βέ­βαι­α ὁ μὲν Ἰ­α­κὼβ εἶ­ναι πα­τρι­άρ­χης ὅ­λων τῶν θε­ο­σε­βῶν, ὁ δὲ Δα­βὶδ εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος ἀ­πὸ ὅ­λους ποὺ ἐ­βα­σί­λευ­σε θε­ο­σε­βῶς μα­ζὶ καὶ θε­α­ρέ­στως σὲ τό­πο τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος συ­νή­νω­σε σὲ μί­α ἀρ­χὴ οὐ­ρά­νι­α καὶ αἰ­ώ­νι­α τὴν πα­τρι­αρ­χί­α καὶ τὴν βα­σι­λεί­α. Ἡ δὲ χα­ρι­τω­μέ­νη Παρ­θέ­νος, μό­λις ἤ­κου­σε ἀ­πὸ τὸν ἀρ­χάγ­γε­λο τὰ τό­σο ἐ­ξαί­σι­α καὶ θεί­α λό­γι­α, ὅ­τι ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­ναι μα­ζί σου, καὶ ἰ­δοὺ θὰ συλ­λά­βης καὶ θὰ γεν­νή­σης υἱ­ό, λέ­γει, «πῶς θὰ μοῦ συμ­βῆ τοῦ­το; Δι­ό­τι δὲν ἔ­χω σχέ­σεις μὲ ἄν­δρα». Δι­ό­τι ἂν καὶ μοῦ με­τα­φέ­ρεις πο­λὺ πνευ­μα­τι­κὸ καὶ ἀ­νώ­τε­ρο σαρ­κι­κῶν πα­θῶν μή­νυ­μα, ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο μέ­ρος μου ἀ­να­φέ­ρεις σύλ­λη­ψι στὴν γα­στέ­ρα καὶ κυ­ο­φο­ρί­α καὶ το­κε­τό, προ­σθέ­τεις δὲ γιὰ τὴ σύλ­λη­ψι καὶ τὸ ἰ­δού· πῶς λοι­πὸν θὰ μοῦ συμ­βῆ τοῦ­το; Δι­ό­τι, λέ­γει, δὲν ἔ­χω σχέ­σεις μὲ ἄν­δρα.

13. Λέγει δὲ τοῦ­το ἡ Παρ­θέ­νος, ὄ­χι ἀ­πὸ ἀ­πι­στί­α, ἀλλ' ἐ­πει­δὴ ἐ­ζη­τοῦ­σε νὰ μά­θη κα­τὰ τὸ δυ­να­τὸ πῶς ἔ­χει τὸ πράγ­μα· γι' αὐ­τὸ καὶ ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος λέ­γει πρὸς αὐ­τή, «Πνε­μα ­γι­ο θὰ λ­θη σ' ­σέ­να καὶ δύ­να­μις το­ψί­στου θ σ' ­πι­σκι­ά­ση· γι' α­τ κα τὸ ­γι­ο πο θ γεν­νη­θ θὰ ­νο­μα­σθ Υ­ς Θε­ο». Ἁ­γί­α βέ­βαι­α εἶ­σαι ἐ­σύ, λέ­γει, καὶ χα­ρι­τω­μέ­νη, Παρ­θέ­νε· Πνεῦ­μα δὲ πά­λι ἅ­γι­ο θὰ ἔλ­θη σ' ἐ­σέ­να, ποὺ θὰ ἑ­τοι­μά­ση καὶ κα­ταρ­τί­ση τὴν θε­ουρ­γί­α μέ­σα σου μὲ ὑ­ψη­λό­τε­ρα προ­σθή­κη ἁ­γι­α­σμοῦ· καὶ θὰ σὲ ἐ­πι­σκι­ά­ση δύ­να­μις Ὑ­ψί­στου, ἡ ὁ­ποί­α συγ­χρό­νως θὰ σὲ ἐν­δυ­μα­μώ­νη καὶ δι­ὰ τῆς ἐ­πι­σκι­ά­σε­ως σ' ἐ­σέ­να καὶ τῆς συ­νά­φει­ας μὲ τὸν ἑ­αυ­τό της θὰ μορ­φώ­νη τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα, ὥ­στε τὸ γεν­νώ­με­νο νὰ εἶ­ναι ἅ­γι­ο, Υἱ­ὸς Θε­οῦ καὶ δύ­να­μις Ὑ­ψί­στου μορ­φω­μέ­νη κα­τὰ ἄν­θρω­πο. Δι­ό­τι ἐξ ἄλ­λου ἰ­δοὺ καὶ ἡ Ἐ­λι­σά­βετ ἡ συγ­γε­νής σου, ποὺ ἐ­πέ­ρα­σε ὅ­λον τὸν βί­ο τῆς στεί­ρα, τώ­ρα μὲ τὴν βού­λη­σι τοῦ Θε­οῦ σὲ γη­ρα­τειὰ πα­ρα­δό­ξως κυ­ο­φο­ρεῖ, δι­ό­τι κα­νέ­να πράγ­μα δὲν εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το γιὰ τὸν Θε­ό. 

14. Τι πράτ­τει λοι­πὸν πρὸς αὐ­τὰ ἡ χα­ρι­τω­μέ­νη Παρ­θέ­νος, ἡ θεί­α κα­τὰ τὴν σύ­νε­σι καὶ ἀ­πα­ρά­μιλ­λη; Πά­λι τρέ­χει πρὸς τὸν Θε­ὸ καὶ ἀ­πευ­θύ­νε­ται πρὸς αὐ­τὸν μὲ εὐ­χὴ λέ­γον­τας πρὸς τὸν ἀρ­χάγ­γε­λο· ἄν, ὅ­πως λέ­γεις, ἔλ­θη σ' ἐ­μέ­να ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, γιὰ νὰ μὲ κα­θα­ρί­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ νὰ μὲ δυ­να­μώ­ση νὰ δε­χθῶ τὸ σω­τή­ρι­ο ἔμ­βρυ­ο, ἂν μ' ἐ­πι­σκι­ά­ση δύ­να­μις τοῦ Ὑ­ψί­στου ποὺ θὰ μορ­φώ­ση μέ­σα μου κα­τὰ τὸν ἄν­θρω­πο αὐ­τὸν ποὺ φέ­ρει τὴν μορ­φὴ τοῦ Θε­οῦ καὶ θὰ δη­μι­ουρ­γή­ση ἄ­σπο­ρη λο­χεί­α, ἂν τὸ γεν­νώ­με­νο θὰ εἶ­ναι ἅ­γι­ο καὶ Υἱ­ὸς Θε­οῦ καὶ Θε­ὸς καὶ βα­σι­λεὺς αἰ­ώ­νι­ος, βέ­βαι­α τί­πο­τε δὲν εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το γιὰ τὸν Θε­ό, «ἰ­δοὺ ἐ­γὼ ἡ δού­λη τοῦ Κυ­ρί­ου, ἂς γί­νη σύμ­φω­να μὲ τὸ λό­γο σου». Κι ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ὁ ἄγ­γε­λος, ἀ­φοῦ ἄ­φη­σε στὴν γα­στέ­ρα τῆς τὸν ποι­η­τὴ τοῦ σύμ­παν­τος συ­νημ­μέ­νο μὲ σῶ­μα καὶ ἀ­φοῦ μὲ τὴν συ­νά­φει­α αὐ­τή, ποὺ ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σε, προ­ξέ­νη­σε τὴν σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου. Ἔ­τσι καὶ ὁ Ἠ­σα­ΐ­ας προ­ει­κό­νι­σε ἐ­ναρ­γὼς μὲ ὅ­σα ἀ­ξι­ώ­θη­κε ἤ­δη μα­κα­ρί­ως νὰ πά­θη. Δι­ό­τι αὐ­τὸς δὲν εἶ­δε τὸν Σε­ρα­φεὶμ νὰ παίρ­νη ἀ­μέ­σως τὸν ἄν­θρα­κα ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ θυ­σι­α­στή­ρι­ο τοῦ οὐ­ρα­νοῦ· τοῦ­τον τὸν ἐ­πῆ­ρε ὁ Σε­ρα­φεὶμ μὲ τὴν λα­βί­δα, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔγ­γι­σε καὶ τὰ χεί­λη του, δί­δον­τας τὴν κά­θαρ­σι. Αὐ­τὴ ἡ ἐμ­πει­ρί­α τῆς λα­βί­δας ἦ­ταν τὸ ἴ­διο μ' ἐ­κεῖ­νο τὸ με­γά­λο θέ­α­μα ποὺ εἶ­δε ὁ Μω­υ­σῆς, μί­α βά­το ποὺ ἦ­ταν ἀ­ναμ­μέ­νη μὲ πῦρ καὶ δὲν κα­τα­και­ό­ταν. 

15. Ποιός δὲν γνω­ρί­ζει ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἡ βά­τος καὶ αὐ­τὴ ἡ λα­βί­δα ἤ­σαν σὰν ἡ παρ­θε­νο­μή­τωρ, ποὺ συ­νέ­λα­βε μέ­σα τῆς τὸ θεῖ­ο πῦρ ἀ­πυρ­πο­λή­τως, ἀ­φοῦ καί. ἐ­δῶ ἀρ­χάγ­γε­λος ἐ­με­σί­τευ­ε στὴν σύλ­λη­ψι καὶ συ­νή­νω­νε δὶ' αὐ­τῆς τὸν αἴ­ρον­τα τὴν ἁ­μαρ­τί­α τοῦ κό­σμου μὲ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος καὶ μὲ τὴν ἀ­πόρ­ρη­τη συ­νά­φει­α μᾶς ἐ­ξά­γνι­σε; Ἑ­πο­μέ­νως αὐ­τὴ ἡ παρ­θε­νο­μή­τωρ εἶ­ναι ἡ μό­νη με­θό­ρι­ο κτι­στῆς καὶ ἄ­κτι­στης φύ­σε­ως· ὅ­σοι βέ­βαι­α γνω­ρί­ζουν τὸ Θε­ὸ θὰ ἀ­να­γνω­ρί­σουν καὶ αὐ­τὴν ὡς χώ­ρα τοῦ ἀ­χω­ρή­του καὶ αὐ­τὴν θὰ ὑ­μνή­σουν με­τὰ τὸν Θε­ὸὅ­σοι ὑ­μνοῦν τὸν Θε­ό. Αὐ­τὴ εἶ­ναι καὶ αἰ­τί­α τῶν πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τὴ καὶ προ­στά­τις τῶν με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ καὶ πρό­ξε­νος τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀ­γα­θῶν. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ὑ­πό­θε­σις τῶν προ­φη­τῶν, ἀρ­χὴ τῶν Ἀ­πο­στό­λων, ἑ­δραί­ω­μα τῶν μαρ­τύ­ρων, κρη­πί­δα τῶν δι­δα­σκά­λων. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δό­ξα τῶν ἐ­πὶ γής, ἡ τερ­πνό­της τῶν οὐ­ρα­νί­ων, τὸ ἐγ­καλ­λώ­πι­σμα ὅ­λης της κτί­σε­ως. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ κα­ταρ­χή, ἡ πη­γὴ καὶἡ ρί­ζα τῆς ἀ­πο­θη­σαυ­ρι­σμέ­νης γιὰ μᾶς ἐλ­πί­δος στοὺς οὐ­ρα­νούς. 

16. Αὐτήν τὴν λ­πί­δα ε­θε ν' ­πο­κτή­σω­με ­λοι ­μες μ τς δι­κές της προ­σβε­ες γι μας, σ δό­ξα το πρ α­ώ­νων γεν­νη­θέν­τος ­π τν Πα­τέ­ρα κα σαρ­κω­θέν­τος κα­τ τος τε­λευ­ταί­ους α­­νες ­π α­τν ­η­σο Χρι­στο το Κυ­ρί­ου μας. Σ' α­τν πρέ­πει κά­θε δό­ξα, τι­μ κα προ­σκύ­νη­σις, τώ­ρα κα πάν­το­τε κα στος α­­νες τν α­ώ­νων. Γέ­νοι­το.

footer
  • Τρίτη
    12 Νοεμβρίου

    Ιωάννου ελεήμονος, Νείλου οσίου, Σάββα και Νικολάου νεομαρτ.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ