ploigisi h3

bottom neo

                                      

                                           τοῦ Ἁ­γί­ου Ἐ­πι­φα­νί­ου Ἐ­πι­σκό­που Κύ­πρου

 

Σή­με­ρον ἠ­χά­ρις τοῦ Ἁ­γι­ου Πνεύ­μα­τος,

ἡ­μᾶς συ­νή­γα­γε, καί­  παν­τες αἴ­ρον­τες,

τὸν Σταυ­ρόν σου λέ­γο­μεν·

Εὐ­λο­γη­μέ­νος ­ερ­χό­με­νος, ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου,

Ὠ­σαν­νά­ ἐν τοῖς ὑ­ψί­στοις.

BAGIA2Χαῖ­ρε μὲ ἀ­συγ­κρά­τη­τη χα­ρά, θυ­γα­τέ­ρα τῆς Σι­ῶν. Ἀ­πό­λαυ­σε βα­θι­ὰ χα­ρὰ καὶ ἀ­να­γαλ­λί­α­σε, ὁ­λό­κλη­ρή του Χρι­στοῦ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Ἔρ­χε­ται πά­λι σὲ σέ­να ὁ Βα­σι­λιάς. Ὁ νυμ­φί­ος σου ἔρ­χε­ται κα­θι­σμέ­νος στὸ που­λά­ρι, ὅ­πως σὲ θρό­νο. Ἂς βγοῦ­με νὰ Τὸν προ­ϋ­παν­τή­σου­με. Ἂς βι­α­στοῦ­με νὰ δοῦ­με τὴ δό­ξα Του. Ἂς προ­λά­βω­με νὰ τι­μή­σω­με τὸν ἐρ­χο­μό Του μὲ χα­ρά. Ἄλ­λη μι­ὰ φο­ρὰ σω­τη­ρί­α στὸν κό­σμο, πά­λι ὁ Θε­ὸς ἔρ­χε­ται γιὰ νὰ σταυ­ρω­θῆ. Ὁ Βα­σι­λιᾶς τῆς Σι­ῶν, ἡ προσ­δο­κί­α τῶν ἐ­θνῶν, ξα­να­έρ­χε­ται σ΄ αὐ­τὴν καὶ χα­ρί­ζει πά­λι τὴ σω­τη­ρί­α στὸν κό­σμο. Τὸ φῶς ἄλ­λη μι­ὰ φο­ρὰ μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτε­ται καὶ ἡ πλά­νη δι­α­λύ­ε­ται, ἡ ἀ­λή­θει­α λου­λου­δί­ζει, χο­ρεύ­ει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α καὶ χη­ρεύ­ει ἡ Συ­να­γω­γή. Πά­λι ντρο­πι­ά­ζον­ται οἱ δαί­μο­νες, σκορ­πί­ζει ἡ κα­τά­ρα, καὶ πά­λι τα­ρά­ζον­ται οἱ Ἑ­βραῖ­οι, συν­τρί­βε­ται ὁ δρά­κον­τας, χαί­ρον­ται τὰ Ἔ­θνη καὶ ἡ Σι­ῶν στο­λί­ζε­ται. Ἔρ­χε­ται ὁ Χρι­στὸς κα­θι­σμέ­νος στὸ που­λά­ρι, ὅ­πως σὲ θρό­νο. Ἀ­να­γαλ­λι­ά­στε οὐ­ρα­νοί. Ὑ­μνῆ­στε Ἄγ­γε­λοι. Εὐ­φραν­θῆ­τε τὰ βου­νά. Σκιρ­τῆ­στε λό­φοι. Πα­φλά­στε πο­τα­μοί. Ὁ λα­ὸς τῆς Σι­ῶν χο­ρέ­ψε­τε, οἱ Ἐκ­κλη­σί­ες χα­ρῆ­τε. Ψάλ­λε­τε Ἱ­ε­ρεῖς, προ­φῆ­τες ἐ­λᾶ­τε πρῶ­τοι, εὐ­αγ­γε­λι­στῆ­τε μα­θη­ταί, ὑ­πο­δε­χθῆ­τε λα­οί. Τρέξ­τε μα­ζὶ καὶ οἱ γέ­ρον­τες, χο­ρέ­ψε­τε μη­τέ­ρες καὶ τὰ νή­πι­α τρα­γου­δῆ­στε. Φω­νάξ­τε νέ­οι, οἱ φυ­λὲς μα­ζευ­τῆ­τε. Κά­θε πλά­σμα, κά­θε ὕ­παρ­ξη, κά­θε τά­ξη, κά­θε τί ποῦ ἀ­να­πνέ­ει, ὅ­λη ἡ γῆ, κά­θε ἀ­ξί­ω­μα, ὅ­λες οἱ ἡ­λι­κί­ες, ὅ­λες οἱ ἀρ­χὲς τῶν ἐ­θνῶν, ὅ­λες οἱ βα­σι­λεῖ­ες, ἂς ὑ­πο­δε­χθοῦν βα­σι­λι­κὰ τὸ βα­σι­λιὰ τῶν βα­σι­λέ­ων, δε­σπο­τι­κὰ τῶν δε­σπο­τῶν τὸ Δε­σπό­τη. Ἂς προ­σκυ­νή­σω­με, ἂς τρα­γου­δή­σω­με θε­ϊ­κὰ τρα­γού­δια στὸ Θε­ὸ τῶν Θε­ῶν, στὸν αἰ­ώ­νι­ο νυμ­φί­ο θε­ϊ­κοὺς νυ­φιά­τι­κους χο­ρούς, ἂς χο­ρέ­ψω­με. Χα­ρού­με­νοι ἂς ἀ­να­ψω­με τὶς χα­ρω­πὲς λαμ­πά­δες μας, τοὺς χι­τῶ­νες τῶν ψυ­χῶν μας, ὅ­πως ται­ριά­ζει γιὰ νὰ τι­μή­σου­με τὸν Θε­ό, ἂς ἀλ­λά­ξω­με. Ἂς ἐ­τοι­μά­σω­με ὄ­μορ­φά τους δρό­μους τῆς ζω­ῆς, τὰ βα­ΐ­α τῆς νί­κης ἂς κρα­τή­σω­με γιὰ τὸ νι­κη­τὴ τοῦ θα­νά­του. Καὶ ἂς σεί­σω­με τοὺς βλα­στοὺς τῆς ἐ­λιᾶς στὸ βλα­στὸ τῆς Μα­ρί­ας. Ἀγ­γε­λι­κὰ ἂς ὑ­μνή­σου­με τὸ Θε­ὸ τῶν Ἀγ­γέ­λων. Ἂς κραυ­γά­σω­με μα­ζὶ μὲ τὰ παι­διά, ὅ­πως πρέ­πει στὸ Θε­ό. Μα­ζὶ μὲ τὸ πλῆ­θος καὶ ἐ­μεῖς τὴν κραυ­γὴ τοῦ πλή­θους ἂς ποῦ­με: «Ὡ­σαν­νά, στὸν οὐ­ρα­νό. Εὐ­λο­γη­μέ­νος αὐ­τὸς ποῦ ἔρ­χε­ται στ΄ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ». Ὁ Θε­ὸς καὶ ὁ Κύ­ρι­ος φά­νη­κε σὰν φῶς, ἔ­λαμ­ψε σ΄ ἐ­μᾶς ποῦ κα­θό­μα­σταν στὸ σκό­τος καὶ τὴ σκι­ὰ τοῦ θα­νά­του. Ἐ­φά­νη­κε ἡ ἐ­πα­νόρ­θω­ση γιὰ ὅ­σους ἔ­πε­σαν, φά­νη­κε ἡ σω­τη­ρί­α τῶν αἰχ­μα­λώ­των, φά­νη­κε ἡ ἀ­νά­βλε­ψη τῶν τυ­φλῶν, φά­νη­κε ἡ πα­ρη­γο­ρί­α γιὰ ὅ­σους πεν­θοῦν, φά­νη­κε ἡ ἀ­νά­παυ­ση ὅ­σων κο­πιά­ζουν. Φά­νη­κε τῶν δι­ψα­σμέ­νων τὸ ξε­δί­ψα­σμα. Φά­νη­κε ἡ δι­καί­ω­ση τῶν ἀ­δι­κη­μέ­νων. Φά­νη­κε τῶν ἀ­πελ­πι­σμέ­νων ἡ λύ­τρω­ση. Φά­νη­κε ἡ ἕ­νω­ση τῶν χω­ρι­σμέ­νων. Φά­νη­κε ἡ θε­ρα­πεί­α τῶν ἀ­σθε­νῶν. Φά­νη­κε ἡ γα­λή­νη ὅ­σων εἶ­χαν βρε­θῆ σὲ τρι­κυ­μί­α.

Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἐ­μεῖς μα­ζὶ μὲ τὸ πλῆ­θος ἂς φω­νά­ξω­με σή­με­ρα στὸ Χρι­στό:«Ὡ­σαν­νά», ποῦ θὰ πεῖ «Σῶ­σε μας ὁ οὐ­ρά­νι­ος Θε­ός». Ὢ και­νούρ­για πράγ­μα­τα, θαύ­μα­τα ἀ­νέλ­πι­στα! Χτὲς ὁ Χρι­στὸς ἀ­νέ­στη­σε τὸ Λά­ζα­ρο, σή­με­ρα ὁ Ἴ­διος βα­δί­ζει πρὸς τὸ θά­να­το. Σὲ ἄλ­λον χτές, σὰν Ζω­ή, τὴ ζω­ὴ ἐ­χά­ρι­σε καὶ σή­με­ρα ὁ ζω­ο­δό­της ἔρ­χε­ται στὸ θά­να­το. Χτὲς ἔ­λυ­σε τὰ σά­βα­να τοῦ Λα­ζά­ρου, σή­με­ρα ἔρ­χε­ται νὰ τυ­λι­χτὴ στὰ σά­βα­να ὁ Ἴ­διος, θε­λη­μα­τι­κά. Χτὲς ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι ἔ­βγα­λε τὸν ἄν­θρω­πο. Σή­με­ρα γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο ἔρ­χε­ται νὰ μπῆ στὰ σκό­τη καὶ τὴ σκι­ὰ τοῦ θα­νά­του. Χτές, ἔ­ξι μέ­ρες πρὶν ἀ­πὸ τὸ Πά­σχα, ζων­τα­νὸ καὶ μὲ τὶς πέν­τε αἰ­σθή­σεις, τὸν τε­τρα­ή­με­ρο ὁ Τρι­ή­με­ρος, στὶς δυ­ὸ ἀ­δελ­φὲς τὸν ἕ­να ἀ­δελ­φό τους χα­ρί­ζει. Καὶ σή­με­ρα βα­δί­ζει στὸ Σταυ­ρό. Στὴ Μα­ρί­α τὸν τε­τρα­ή­με­ρο νε­κρὸ χα­ρί­ζει, ἐ­νῶ στὴν Ἐκ­κλη­σί­α τρι­ή­με­ρο χα­ρί­ζει τὸν Ἑ­αυ­τὸ Τοῦ ὁ Χρι­στός. Ἐ­κεῖ μό­νο ἡ Βη­θα­νί­α θαυ­μά­ζει. Ἐ­δῶ ἑ­ορ­τά­ζει ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Ἑ­ορ­τά­ζει τὴν ἑ­ορ­τὴ τῶν ἑ­ορ­τῶν, ἔ­χον­τας στὸ μέ­σο τὸ βα­σι­λιὰ τῶν ἀ­ΰ­λων Δυ­νά­με­ων, ὡς Νυμ­φί­ο μα­ζὶ καὶ Βα­σι­λιά. Ἑ­ορ­τά­ζει ἑ­ορ­τή, σὰν ἐ­λιὰ κα­τα­καρ­πη στὸν κῆ­πο τοῦ Θε­οῦ, ποῦ πυ­κνό­φυλ­λη πάν­τα σκι­ά­ζει. Ἑ­ορ­τά­ζει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἑ­ορ­τή, καὶ εἶ­ναι σὰν κρί­νο ἀ­νοι­ξιά­τι­κο, ὅ­που ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι τὸ ἀ­λη­θι­νὸ κρί­νο, τὸ θα­λε­ρό, ποῦ δὲν κρί­νει ἀλ­λὰ σώ­ζει τὸν κό­σμο. Ὅ­που ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι τὸ γι­α­τρευ­τι­κὸ βό­τα­νο, ποῦ για­τρεύ­ει ἀ­λη­θι­νὰ τὰ πά­θη τῶν ἀρ­ρώ­στων. Ὅ­που ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι τὸ ἀμ­πέ­λι ποῦ λέ­ει: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι τὸ ἀμ­πέ­λι τὸ ἀ­λη­θι­νό.» Ὅ­που ὁ ἐ­λαι­ώ­νας ὁ Ὁ­ποῖ­ος ἀ­λη­θι­νὰ ἐ­λε­εῖ ὅ­σους ἐλ­πί­ζουν σ? Αὐ­τόν. Ἐ­κεῖ εἶ­ναι ὅ­που ἐ­βλά­στη­σε ὁ κλά­δος ὁ προ­αι­ώ­νι­ος ἀ­πὸ τὴ ρί­ζα τοῦ Ἰ­εσ­σαί, χω­ρὶς νὰ καλ­λι­ερ­γή­ση καὶ νὰ σκά­ψη ὁ γε­ωρ­γός. Ἐ­κεῖ ὅ­που βρί­σκε­ται ἡ ἀ­έ­να­η πη­γή. Ἐ­κεῖ ὅ­που δὲν ὑ­πάρ­χει Φυ­σῶν καὶ Γε­ῶν, Τί­γρις καὶ Εὐ­φρά­της, ἀλ­λὰ Ματ­θαῖ­ος, Μάρ­κος, Λου­κᾶς καὶ Ἰ­ω­άν­νης, ποῦ πο­τί­ζουν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ τὸ πε­ρι­βό­λι. Ἐ­κεῖ ὅ­που ὅ­λη σή­με­ρα ἡ νε­ο­λαί­α, κα­θὼς ἐ­λαί­α κα­τα­καρ­πη γε­μά­τη ἀ­πὸ ἐ­λιές, τὸν ἐ­λε­ή­μο­να Χρι­στὸ πα­ρα­κα­λοῦ­με. Φυ­τε­μέ­νοι στὸ κτῆ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ἀ­νοι­ξιά­τι­κα μέ­σα στὸν κῆ­πο Τοῦ ἀν­θι­σμέ­νοι, ἑ­ορ­τά­ζο­με τὴν ἑ­ορ­τή μας, βλέ­πον­τας ὅ­τι ἔ­χει ὑ­πο­χω­ρή­σει ἡ χει­μω­νιὰ τοῦ Νό­μου.

Γιόρ­τα­ζε, Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, ὄ­χι τυ­πι­κὰ καὶ σω­μα­τι­κά, ἀλ­λὰ χο­ρεύ­ον­τας χο­ρὸ πνευ­μα­τι­κό. Γιόρ­τα­ζε τὴ γιο­ρτή σου, βλέ­πον­τας τὴν πτώ­ση τῶν εἰ­δώ­λων καὶ ζών­τας τὴ δι­κή σου ἀ­νά­στα­ση. Προ­σθέ­τω τὴ φω­νή μου στὴν ἱ­ε­ρὴ καὶ ἰ­σχυ­ρὴ φω­νὴ τοῦ Παύ­λου: «Πέ­ρα­σαν τὰ πα­λιά· ὅ­λα ἰ­δού, ἔ­χουν γί­νει και­νούρ­για». Ἀλ­λὰ καὶ ἀ­νέλ­πι­στα. Γί? αὐ­τὸ χα­ρῆ­τε, χα­ρῆ­τε, νε­ο­λαί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­στε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Γιόρ­τα­ζε, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ κό­ρη τοῦ Θε­οῦ καὶ ἀ­γαλ­λί­α­σε. Δι­κή σου εἶ­ναι ἀ­κέ­ραι­α ἡ δό­ξα, γνή­σι­α κό­ρη τοῦ βα­σι­λιᾶ Χρι­στοῦ. Καὶ δὲν εἶ­σαι ἡ χή­ρα κά­ποιου ἀλ­λὰ τοῦ Θε­οῦ ἡ σύ­ζυ­γος, ποῦ ἀν­θί­ζεις, ὄ­χι στ’ ἀ­ρι­στε­ρά του Θε­οῦ γιὰ τοὺς εἰ­δω­λο­λά­τρες, ἀλ­λὰ στὰ δε­ξι­ά. Εἶ­σαι τὸ λου­λού­δι τῆς θε­ο­γνω­σί­ας. Δὲν σὲ μο­λύ­νει αἷ­μα δου­λι­κό, ἀλ­λὰ τοῦ Θε­οῦ τὸ Αἷ­μα σὲ σφρα­γί­ζει. Δὲν λα­τρεύ­εις τὸν Ὠ­βὴλ ἀλ­λὰ τὸν Ἐμ­μα­νου­ήλ. Δὲν ἀ­νυ­μνεῖς τὴν Τρω­ά­δα ἀλ­λὰ τὴν Τρι­ά­δα. Δὲν τι­μᾶς τὸν Πλά­τω­να πα­ρὰ τὸν Παν­το­κρά­το­ρα Θε­ό μας. Δὲν τι­μᾶς τὸν ἀ­λε­ξί­κα­κο Ἡ­ρα­κλῆ, ἀλ­λὰ τὸν Πα­ρά­κλη­το, τὸν ποι­η­τὴ τῶν ὅ­λων. Δὲν προ­σκυ­νεῖς τὸν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ποῦ σ? ἔ­κα­με σο­φό, ἀλ­λὰ τὸν Θε­ὸ ποῦ σ? ἔ­σω­σε γιὰ ὅ­λους τους αἰ­ῶ­νες. Ἔ­πε­σε ὁ Κρό­νος για­τί προ­σέ­λα­βε σάρ­κα ὁ Θε­ὸς Λό­γος. Δὲν γεν­νή­θη­κε μὲ συ­νέρ­γει­α ἀν­δρὸς ἀλ­λὰ γεν­νή­θη­κε μὲ δύ­να­μη Θε­οῦ ἀ­πὸ τὴ Μα­ρί­α. Προ­σέ­ξε­τε τὴ χά­ρη τῆς ἡ­μέ­ρας. Δῆ­τε τὴ λαμ­πρό­τη­τα τῆς ἑ­ορ­τῆς. Χαῖ­ρε λοι­πὸν καὶ ἀ­γαλ­λί­α­σε, τῆς Σι­ῶν κό­ρη. Γέ­μι­σε εὐ­φρο­σύ­νη καὶ ἀ­να­γαλ­λί­α­σε ὅ­λη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Γύ­ρι­σε γύ­ρω τὰ μά­τια σου καὶ κοί­τα­ξε μα­ζε­μέ­να τώ­ρα, τὰ σκορ­πι­σμέ­να πρῶ­τα στὰ ἔ­θνη παι­διά σου. Δὲς τῆς γιο­ρτῆς τὴν εὐ­λά­βει­α. Δὲς τοῦ λα­οῦ τοὺς σύμ­φω­νους ὕ­μνους. Δὲς ὅ­λες τὶς γλῶσ­σες ἑ­νω­μέ­νες, ὅ­λα τὰ στό­μα­τα σὰν νὰ’ ναι ἕ­να νὰ ἀ­να­πέμ­πουν δο­ξο­λο­γι­κὰ τὸν ἴ­διο ὕ­μνο. Δὲς τὰ πρό­βα­τα ποῦ πρῶ­τα εἶ­χαν ξε­γλι­στρί­σει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα σου νὰ εἶ­ναι τώ­ρα στὴν ἀγ­κα­λιά σου. Ἄ­κου­σε τῶν ἐ­θνῶν τὴν ἐ­πι­φή­μι­ση, ποῦ εἶ­ναι τῶν ἀ­σω­μά­των Ἀγ­γέ­λων ἡ μί­μη­ση. Πρό­σε­ξε τὴν ἁρ­μο­νί­α τῶν ἀγ­γε­λι­κῶν χο­ρῶν. Πρό­σε­ξε ἀν­θρώ­πων πλῆ­θος ποῦ μοιά­ζει μὲ πα­ρα­τά­ξεις Ἀγ­γέ­λων. Θε­ώ­ρη­σε τοὺς ψαλ­μοὺς σὰν ὕ­μνους Ἀγ­γέ­λων καὶ τὰ παι­διὰ σὰν ἄ­κα­κα ἀρ­νά­κια ποῦ ψάλ­λουν στὸ Χρι­στὸ καὶ λέ­νε: «Ὡ­σαν­νὰ στὸν οὐ­ρά­νι­ο Θε­ό. Εὐ­λο­γη­μέ­νος Αὐ­τὸς ποῦ ἔρ­χε­ται.» Μα­ζί τους χτύ­πη­σε χα­ρού­με­να καὶ πα­νη­γυ­ρι­κὰ καὶ τὸ χέ­ρι σου καὶ φώ­να­ξε μὲ κα­θα­ρὴ καὶ λι­ον­τα­ρή­σι­α φω­νὴ λό­γους ἐ­όρ­τι­ους καὶ εὐ­χα­ρι­στή­ρι­ους. Ἰ­δοὺ ἐ­γὼ καὶ τὰ παι­διὰ ποῦ μου ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός, σ’ ἐ­μέ­να ποῦ ἤ­μουν κά­πο­τε ἄ­τε­κνη καὶ ἀ­σή­μαν­τη στεί­ρα. Εὐ­λο­γη­μέ­νος Αὐ­τὸς ποῦ ἦρ­θε, ἀλ­λὰ καὶ ποῦ ἔρ­χε­ται στ’ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Θε­ός μας καὶ Κύ­ρι­ος εἶ­ναι καὶ φά­νη­κε γιὰ μᾶς Αὐ­τὸς ποῦ ἔρ­χε­ται καὶ ποῦ ὁ κό­σμος ὁ­λό­κλη­ρος δὲν μπο­ρεῖ νὰ Τὸν πε­ρι­κλεί­σει. Εὐ­λο­γη­μέ­νος Αὐ­τὸς ποῦ ἔρ­χε­ται χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό. Εὐ­λο­γη­μέ­νος ἂς εἶ­ναι Αὐ­τὸς ποῦ ἔρ­χε­ται ὡς ἄν­θρω­πος, καὶ ποῦ θὰ ἔρ­θει πά­λι ὡς Θε­ός. Εὐ­λο­γη­μέ­νος Αὐ­τὸς ποῦ ἦρ­θε σ? ἐ­μέ­να συμ­βο­λι­κὰ κα­βαλ­λι­κεύ­ον­τας σὲ γα­ϊ­δου­ρά­κι σὰν νὰ ‘ταν πά­νω σὲ Χε­ρου­βίμ. Ἄ­κου­σε τί μᾶς λέ­ει ὁ ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κας Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς τῆς ἑ­ορ­τῆς.

Ὅ­ταν πλη­σί­α­ζε ὁ Κύ­ρι­ος στὴ Βηθ­φα­γὴ καὶ στὴ Βη­θα­νί­α, κον­τὰ στὸ βου­νὸ ποῦ λέ­γε­ται τῶν Ἐ­λαι­ῶν, ἔ­στει­λε δύ­ο ἀ­πὸ τοὺς μα­θη­τᾶς Τοῦ πα­ραγ­γέλ­λον­τάς τους: «Πη­γαί­νε­τε στὸ ἀ­πέ­ναν­τι χω­ριὸ καὶ κα­θὼς μπαί­νε­τε θὰ βρῆ­τε γα­ϊ­δου­ρά­κι δε­μέ­νο. Λύ­στε τὸ καὶ φέρ­τε τὸ ἐ­δῶ.» Ἔ­κα­μαν οἱ Μα­θη­ταὶ ὅ­πως τοὺς πα­ράγ­γει­λε ὁ Ἰ­η­σοῦς. Ἔ­στρω­σαν τὰ ροῦ­χα τους στὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι καὶ κα­βαλ­λί­κε­ψε ὁ Ἰ­η­σοῦς. Καὶ ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στοὺς πρό­πο­δες τοῦ βου­νοῦ, ὁ κό­σμος ποῦ εἶ­χε συ­να­χτῆ γιὰ τὴν ἑ­ορ­τή, πῆ­ραν κλα­διὰ φοι­νί­κων καὶ βγῆ­καν νὰ ὑ­πο­δε­χθοῦν τὸν Ἰ­η­σοῦ. Καὶ ὅ­σοι πή­γαι­ναν μπρο­στὰ καὶ ὅ­σοι ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν φώ­να­ζαν: «Ὡ­σαν­νὰ στὸ γιὸ τοῦ Δαυ­ΐδ, εὐ­λο­γη­μέ­νος Αὐ­τὸς ποῦ ἔρ­χε­ται στ’ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου.» Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ Δε­σπο­τι­κὴ πα­ρου­σί­α στὴν πα­ροῦ­σα ἑ­ορ­τή μας. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πα­λαι­ὰ καὶ ἡ νέ­α πα­ρα­μο­νὴ στὴν Σι­ῶν τοῦ Βα­σι­λέ­ως τῶν Βα­σι­λέ­ων. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πα­νη­γυ­ρι­κὴ καὶ πάν­δη­μη ἔ­λευ­ση τῆς ση­με­ρι­νῆς ἡ­μέ­ρας τοῦ Δη­μι­ουρ­γοῦ τῶν ὅ­λων. Γι’ αὐ­τό, ἀ­δελ­φοί μου, τώ­ρα, ὅ­λο τὸ πλῆ­θος ποῦ ἤρ­θα­με στὴν ἑ­ορ­τή, ἂς βγοῦ­με νὰ Τὸν ὑ­πο­δε­χτοῦ­με, ὁ­ρα­τοὶ καὶ ἀ­ό­ρα­τοι ἐ­ορ­τα­σταί, οἱ προ­φῆ­τες ποῦ προ­η­γοῦν­ται χρο­νι­κά, καὶ οἱ δι­δά­σκα­λοι καὶ ὅ­σοι ἀ­κο­λου­θοῦν τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι, ὅ­λοι ὅ­σους δέ­νει ἀ­να­με­τα­ξύ τους ἡ πί­στη στὸ Θε­ό. Σή­με­ρα τὰ οὐ­ρά­νι­α μὲ τὰ ἐ­πί­γει­α καὶ τὰ κα­τα­χθό­νι­α μα­ζὶ ἂς ψάλ­λουν. Κά­θε στό­μα καὶ πνεῦ­μα ἂς ἀ­νοί­ξη γιὰ τὴ δο­ξο­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ. Τὰ Χε­ρου­βὶμ βρον­το­φω­νῆ­στε: «Ἅ­γι­ος, ἅ­γι­ος, ἅ­γι­ος, Κύ­ρι­ος ὁ Τρι­σά­γι­ος, Σα­βα­ώθ· ἀ­πὸ τὴ δό­ξα Τοῦ γε­μᾶ­τος ὁ οὐ­ρα­νὸς καὶ ἡ γῆ.» Σε­ρα­φείμ, ὑ­μνῆ­στε, προ­φῆ­τες, κη­ρύ­ξε­τε. Ἂς λέ­η ὁ ἄλ­λος:«Χαῖ­ρε, Κό­ρη τῆς Σι­ῶν, δι­α­λά­λη­σε, Κό­ρη τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ.» Καὶ ὁ ἄλ­λος ἂς κραυ­γά­ση ἀ­τε­νί­ζον­τας τὸ βα­σι­λέ­α Χρι­στό: «Ἰ­δοὺ τὸ ἀρ­νὶ τοῦ Θε­οῦ, ποῦ ση­κώ­νει τὴν ἁ­μαρ­τί­α τοῦ κό­σμου.» Κι ἄλ­λος ἂς δι­α­λα­λή­ση γιὰ τὸν Ἴ­διο τὸν Κύ­ρι­ο: «Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Θε­ός μας· δὲν θὰ στα­θῆ ἄλ­λος κον­τά Του.» Καὶ κά­ποιος ἄλ­λος ἂς προ­σθέ­ση: « Ἰ­δοὺ ὁ ἄν­θρω­πος μα­ζὶ καὶ Θε­ός, Ἀ­να­το­λὴ εἶ­ναι τὸ ὄ­νο­μά Του.» Καὶ ὁ Δαυ­ΐδ ἀ­τε­νί­ζον­τας τὸ Χρι­στὸ ποῦ προ­ῆλ­θε ἀ­πὸ τὴ γε­νιά του, ἂς ψάλ­λη: « Εἶ­ναι Θε­ὸς καὶ Κύ­ρι­ός μας καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­κε γιὰ μας.» Κά­ποιος ἄλ­λος τὸ γό­νυ κλί­νον­τας ἂς πῆ στὸ Χρι­στό: «Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ γῆ ἂς Σὲ προ­σκυ­νή­ση.» Καὶ ἄλ­λος ἂς προ­τρέ­ψη τοὺς λα­ούς: «Συγ­κρο­τῆ­στε γιο­ρτὴ στὸν ἴ­σκιο ὡς τὶς ἄ­κρες του θυ­σι­α­στη­ρί­ου.»

Ἔ­τσι γι­νό­ταν πα­λαι­ὰ ὁ ἐρ­χο­μὸς τοῦ Κυ­ρί­ου μας μὲ τὸ που­λά­ρι στὴ Σι­ῶν. Πάν­δη­μη ὁ­μό­νοι­α, οἱ χο­ροὶ τῶν Πα­τέ­ρων, τῶν δι­καί­ων ὁ λα­ός, τὰ πνεύ­μα­τα τῶν προ­φη­τῶν, τὰ παι­διὰ τῶν Ἑ­βραί­ων, τὰ νή­πι­α τῶν μη­τέ­ρων, τὰ πλή­θη τῶν Ἀγ­γέ­λων. Ἄλ­λοι ἅ­πλω­ναν τὶς φτε­ροῦ­γες τους, ἄλ­λοι κρα­τοῦ­σαν τὰ βά­γι­α κι ἄλ­λοι ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Τοῦ­τοι ἔ­κο­βαν κλα­διά, ἐ­κεῖ­νοι ἔ­πλε­καν στε­φά­νι­α, αὐ­τοὶ ἔ­λυ­ναν τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι, ἄλ­λοι ἔ­στρω­ναν τὰ ροῦ­χα τους, ἄλ­λοι ἄ­νοι­γαν τὶς πύ­λες κι ἄλ­λοι κα­θά­ρι­ζαν τοῦ δρό­μους. Αὐ­τοὶ ἑ­τοί­μα­ζαν τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι κι ἐ­κεῖ­νοι δι­α­λα­λοῦ­σαν τὴ νί­κη, ἄλ­λοι κου­νοῦ­σαν τὰ κλα­διὰ κι ἄλ­λοι ἔ­λε­γαν στὰ νή­πι­α: «Ὑ­μνῆ­στε, παι­διά, τὸ Κύ­ρι­ο». Τὰ παι­διὰ ἀ­πο­κρί­νον­ταν: «Ὡ­σαν­νά, εὐ­λο­γη­μέ­νος Αὐ­τὸς ποῦ ἔρ­χε­ται στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου.» Ὢ και­νούρ­για πράγ­μα­τα κι ἀ­νέλ­πι­στα θαύ­μα­τα τῆς ἑ­ορ­τῆς. Τὰ παι­διὰ σὰν θε­ο­λό­γοι χα­ρα­κτη­ρί­ζουν ὡς Θε­ὸ τὸ Χρι­στὸ καὶ οἱ ἱ­ε­ρεῖς τὸν ὑ­βρί­ζουν. Τὸν προ­σκυ­νοῦν παι­διὰ ποῦ θη­λά­ζουν, καὶ δεί­χνουν ἀ­σέ­βει­α οἱ δι­δά­σκα­λοι. Τὰ παι­διὰ τρα­γου­δοῦν «Ὡ­σαν­νὰ» καὶ οἱ Ἑ­βραῖ­οι κραυ­γά­ζουν νὰ σταυ­ρω­θῆ. Αὐ­τὰ ἔρ­χον­ται μὲ τὰ βά­γι­α στὸ Χρι­στὸ κι ἐ­κεῖ­νοι Τὸν ζυ­γώ­νουν μὲ μα­χαί­ρια. Αὐ­τὰ κό­βουν κλα­διὰ κι ἐ­κεῖ­νοι ἑ­τοι­μά­ζουν τὸ ξύ­λο τοῦ Σταυ­ροῦ. Τὰ παι­διὰ στρώ­νουν τὰ ροῦ­χα τους στὸ Χρι­στὸ καὶ οἱ ἱ­ε­ρεῖς σκί­ζουν τὰ ροῦ­χα τοῦ Χρι­στοῦ. Τὰ παι­διὰ ἀ­νε­βά­ζουν τὸ Χρι­στὸ στὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι κι οἱ γέ­ρον­τες ἀ­νε­βά­ζουν τὸ Χρι­στὸ στὸ Σταυ­ρό. Τὰ παι­διὰ προ­σκύ­νη­σαν τὰ πό­δια τοῦ Χρι­στοῦ κι ἐ­κεῖ­νοι κάρ­φω­σαν μὲ τὰ καρ­φιὰ τὰ πό­δια τοῦ Χρι­στοῦ.Τὰ παι­διὰ Τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­νουν τὸν ὕ­μνο κι αὐ­τοὶ Τοῦ προ­σφέ­ρουν τὸ ξί­δι. Τὰ παι­διὰ τὴν τι­μὴ καὶ τὴ χο­λὴ ἐ­κεῖ­νοι. Τὰ παι­διὰ κου­νοῦν τὰ βά­γι­α κι αὐ­τοὶ μὲ τὴ ρομ­φαί­α Τὸν τρυ­ποῦν. Τὰ παι­διὰ ὑ­μνοῦν τὸ Χρι­στὸ πά­νω στὸ που­λά­ρι κι αὐ­τοὶ Τὸν ἀ­να­βά­τη τοῦ που­λα­ριοῦ που­λοῦν.

«Τὸ βό­δι κα­τά­λα­βε τὸν Κύ­ρι­ό του, ὅ­ταν πλη­σί­α­σε στὴ φάτ­νη Του κι οἱ λα­οὶ ἀ­να­γνώ­ρι­σαν τὸν κα­τα­κτη­τή τους. Ὁ Ἰσ­ρα­ὴλ μό­νο δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸ Χρι­στὸ τὸ Θε­ό του.» Οἱ ἄ­γρι­ες κά­πο­τε φυ­λές, θε­ο­φί­λη­τες ἔ­γι­ναν, οἱ ἄ­νο­μοι ἔν­νο­μοι καὶ οἱ ἔν­νο­μοι πα­ρά­νο­μοι. Ἂς εἶ­ναι. Δὲν ντρά­πη­κες τοὺς προ­φῆ­τες, σκό­τω­σες τοὺς ἱ­ε­ρεῖς, δι­έ­στρε­ψες τὶς Γρα­φές, κα­τέ­λυ­σες τὸ Νό­μο, κα­τα­πρι­ό­νι­σες τοὺς δι­καί­ους, ἀ­ψή­φη­σες τὸ Μω­υ­σῆ, κα­τέ­σφα­ξες τοὺς γιούς, ἐ­βε­βή­λω­σες τὸ Να­ό, πα­ρά­τη­σες τὸ Θε­ό, δὲν ἐ­πι­στε­ψες στὸ Χρι­στό, ἐ­ξευ­τέ­λι­σες τὰ θαύ­μα­τα, δυ­σπί­στη­σες γιὰ τὸ Λά­ζα­ρο, δὲν ἐ­πι­στε­ψες στοὺς τυ­φλοὺς ποῦ ξα­να­βρῆ­καν τὸ φῶς τους. Κα­λὰ ὅ­λα αὐ­τά. Τί ἔ­χεις ὅ­μως νὰ πῆς γί? αὐ­τὰ τὰ παι­διά; Τί δογ­μα­τί­ζεις γιὰ τὸν ὕ­μνο τῶν νη­πί­ων; Πές μου ποιὸς τὰ ἐ­φώ­τι­σε; Ποιὸς τὰ ἐ­δί­δα­ξε; Ἢ ποιὸς τὰ πα­ρώ­τρυ­νε καὶ τοὺς ἔ­δω­σε τὴ γνώ­ση; Ποιὸς ξαφ­νι­κὰ στ? ἀ­μά­θη­τα παι­διὰ ἔ­δω­σε τὸ λό­γο, ἂν ὄ­χι ὁ Χρι­στὸς ὁ προ­αι­ώ­νι­ος Λό­γος; Τώ­ρα οἱ νέ­οι καὶ τὰ παι­διὰ καὶ τὰ νή­πι­α, ποῦ μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι κρα­τοῦν τὸ μη­τρι­κὸ μα­στό, τὸν ἀγ­γε­λι­κὸ ὕ­μνο ἀ­να­μέλ­πουν. Κρα­τοῦ­νε τὸ μα­στὸ μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο κου­νοῦ­νε τὰ κλα­διὰ στὸ Χρι­στό. Τὰ παι­διά, ἡ φύ­ση χω­ρὶς νὰ ἔ­χη πεί­ρα τοῦ λό­γου, θε­ο­λο­γοῦν: ἀ­μέ­σως τὸ λό­γο τὸν προ­φη­τι­κό, τῶν Ἀγ­γέ­λων τὸν ὕ­μνο προ­σφέ­ρουν, σὰν δῶ­ρο στὸ Θε­ὸ καὶ κραυ­γά­ζουν : «Ὡ­σαν­νὰ στὸν οὐ­ρα­νό. Εὐ­λο­γη­μέ­νος Αὐ­τὸς ποῦ ἔρ­χε­ται στὸ ὄ­νο­μα Κυ­ρί­ου. Εἶ­ναι ὁ Θε­ὸς καὶ Κύ­ρι­ός μας κι ἦρ­θε γιὰ μᾶς.»

Μέ­σα στὸ ξέ­σπα­σμα τῆς χα­ρᾶς καὶ τῆς ἑ­ορ­τῆς, παίρ­νον­τας θάρ­ρος ἀ­πευ­θύ­νω τὶς ἐ­ρω­τή­σεις μου σ’ αὐ­τὰ τὰ ἔν­θε­α παι­διά. Τί λέ­τε, παι­διὰ τοῦ Θε­οῦ, τοῦ Θε­οῦ ὑ­μνο­λό­γοι. Πῶς συγ­χρο­νί­ζε­τε τὶς φω­νές σας μὲ τὸν ὕ­μνο τῶν Χε­ρου­βίμ; Καὶ πῶς, ἐ­νῶ σὰν ἄν­θρω­πο βλέ­πε­τε τὸ Χρι­στὸ στὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι, κραυ­γά­ζε­τε ὅ­πως ται­ριά­ζει στὸ Θε­ὸ «Ὡ­σαν­νὰ στὸν οὐ­ρά­νι­ο»; Ναί, μᾶς λέ­νε τὰ παι­διὰ μὲ τὴ θεί­α γλώσ­σα. Στὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι κά­θε­ται ὁ Χρι­στός, χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται κα­θό­λου ἀ­πὸ τὸν πα­τρι­κὸ κόλ­πο. Στὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι κά­θε­ται, ἀλ­λὰ τὸ θρό­νο τῶν Χε­ρου­βὶμ δὲν ἐγ­κα­τα­λεί­πει. Ἀλ­λὰ Αὐ­τὸς ὁ ἔν­σαρ­κος ποῦ ζεῖ ἀ­νά­με­σα στοὺς θνη­τούς, ὁ Ἴ­διος συγ­χρό­νως καὶ στὸν οὐ­ρα­νὸ ὑ­πάρ­χει ἀ­λη­θι­νὸς Θε­ός, ὁ Κύ­ρι­ος τῶν πάν­των, τοῦ κό­σμου, τῶν ἐ­θνῶν. Εἶ­ναι ὁ ἀ­λη­θι­νὸς Θε­ὸς καὶ ὁ δω­ρη­τής. Εἶ­ναι ὁ δη­μι­ουρ­γὸς καὶ ὁ ὁ­δη­γὸς καὶ ὁ Σω­τή­ρας ὅ­λων. Αὐ­τὸς κά­μει τὴν εἴ­σο­δό Του στὴν κά­τω Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ καὶ δὲν ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­νω­τέ­ρω. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τῶν αἰ­ώ­νων. Ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα καὶ πο­ρεύ­ε­ται στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ μό­νος δη­μι­ουρ­γός του οὐ­ρα­νοῦ. Αὐ­τὸς βα­δί­ζει στὴ θά­λασ­σα σὰν νὰ εἶ­ναι στὴ γῆ. Αὐ­τὸς τυ­λί­γει τὴ θά­λασ­σα μὲ τὴν ὁ­μί­χλη. Αὐ­τὸς ἔ­βα­λε κο­ρω­νί­δα τοῦ κό­σμου τὸν ἄν­θρω­πο. Αὐ­τὸς ἐρ­ρύθ­μι­σε τὰ ὅ­ρι­α τῶν θα­λασ­σῶν. Αὐ­τὸς ἅ­πλω­σε τὴ γῆ με­τέ­ω­ρη στὸ κε­νό. Αὐ­τὸς φρόν­τι­σε τὴν ὀ­μορ­φιὰ τῶν λου­λου­διῶν. Αὐ­τὸς ἅ­πλω­σε σὰν ροῦ­χο τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ μὲ λαμ­πρὰ τὸν ἐ­στό­λι­σε ἀ­στέ­ρια. Αὐ­τὸν τρέ­μουν τὰ Χε­ρου­βὶμ καὶ τὰ Σε­ρα­φεὶμ φο­βοῦν­ται. Αὐ­τὸν ὑ­μνεῖ ὁ ἥ­λι­ος καὶ δο­ξο­λο­γεῖ ἡ σε­λή­νη. Αὐ­τὸν ψάλ­λουν τὰ ἄ­στρα κι ὑ­πη­ρε­τοῦν οἱ πη­γές. Αὐ­τὸν φο­βοῦν­ται οἱ ἄ­βυσ­σοι, μπρο­στά Του τὰ τάρ­τα­ρα δει­λι­ά­ζουν. Σ’ Αὐ­τὸν ὑ­πα­κού­ουν τὰ θη­ρί­α τῆς θά­λασ­σας κι οἱ δρά­κον­τες τρέ­μουν. Αὐ­τὸν ὑ­πη­ρε­τοῦν οἱ βρο­χὲς καὶ τὰ πνεύ­μα­τα σέ­βον­ται. Αὐ­τὸς ἔ­δω­σε στὸν κα­θέ­να τὸ φυ­σι­κό του, ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε τὰ πλά­σμα­τα, χώ­ρι­σε τὶς τά­ξεις. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Δη­μι­ουρ­γὸς τῶν ὄν­των τῆς γὴς καὶ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, ὁ Θε­ὸς καὶ Κύ­ρι­ός μας. Σ’ Αὐ­τὸν ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα καὶ ἡ δύ­να­μη στοὺς αἰ­ῶ­νες. Ἀ­μὴν

 

 

 

footer
  • Τρίτη
    12 Νοεμβρίου

    Ιωάννου ελεήμονος, Νείλου οσίου, Σάββα και Νικολάου νεομαρτ.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ