Ἡ πρόσληψη, τῆς ψυχανάλυσης στὸ ποιμαντικὸ ἔργο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπὸ ὁρισμένους ἐπίδοξους Μεταρρυθμιστὲς ἢ Ἀνανεωτὲς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς στὴν Ἑλλάδα ἀποτελεῖ ποιμαντικὴ τακτικὴ τῶν Ἑτερόδοξων Χριστιανικῶν Αἱρέσεων , Προτεσταντισμοῦ καὶ Ρωμαιοκαθολικισμοὺ στὴ Δύση. Ἡ ἀνάγκη γιὰ μία τέτοια πρόσληψη γεννήθηκε ἐκεῖ ἀπὸ τὸ ποιμαντικὸ ἔλλειμμα ποὺ δημιουργήθηκε, κυρίως στὸν Προτεσταντικὸ χῶρο, λόγω ἐξοβελισμοῦ αἰῶνες τώρα, τῆς Ἡσυχαστικῆς καὶ Νηπτικῆς θεραπευτικῆς παράδοσης τῶν ἁγίων της Ἐκκλησίας μας καὶ ἰδιαίτερά του μυστηρίου τῆς ἐξομολόγησης ἢ μετανοίας, ποὺ βοηθᾶ τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀπαλλαχτεῖ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὰ ψυχικά του τραύματα. Ἔτσι οἱ Ἐκκλησίες ἐκεῖ ἀπώλεσαν τὸν ψυχιατρικὸ ἢ ψυχοθεραπευτικὸ χαρακτήρα τους μὲ ἀποτέλεσμα οἱ πιστοὶ νὰ ἀναγκάζονται νὰ καταφεύγουν σὲ κοσμικὲς μεθόδους ψυχοθεραπείας καὶ κυρίως στὴν Φροϋδικὴ ψυχανάλυση ἡ ὁποία μαζὶ μὲ ἄλλες ψυχοθεραπευτικὲς τάσεις ἐφαρμόζει θεραπεία τῶν λογισμῶν χωρὶς τὸν Χριστό.
Τὰ τελευταία χρόνια διακεκριμένοι ψυχίατροι καὶ ἄλλοι ἐπιστήμονες , ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ψυχανάλυση καὶ ἄλλες ψυχοθεραπευτικὲς μέθοδοι, ὅπως ὁ Γνωσιακὸς Μπηχειβιορισμὸς δὲν ἔχει ἐπιστημονικὸ ἔρεισμα , οὔτε ἰατρικὴ ὑπόσταση. Ἀντίθετα, οἱ μέθοδοί τους συναντοῦνται αὐτούσιες, στὶς ψυχοθεραπευτικὲς μεθόδους , ποὺ ἀκολουθοῦσαν καὶ ἀκολουθοῦν μέχρι σήμερα, διάφορες Ἀποκρυφιστικὲς καὶ φιλοσοφικὲς παραδόσεις, ὅπως ὁ Σαμανισμός, ὁ Στωικισμός, ὁ Βουδισμός, ὁ Μεσαιωνικὸς Καμπαλισμὸς καὶ ὁ Χασιδισμὸς ἀπὸ ποῦ προῆλθε καὶ ὁ Φρόυντ, ὁ Φρὸμ καὶ ἄλλοι σύγχρονοι ψυχοθεραπευτές. Ὅλες οἱ ψυχοθεραπευτικὲς τάσεις ἀποτελοῦν τὶς νοησιαρχικὲς προσπάθειες ἀνθρώπων ἀλλόθρησκων καὶ ἄθεων ἢ καὶ χριστιανῶν μὲ ἕνα ἀλλοιωμένο καὶ αἱρετικὸ φρόνημα γιὰ νὰ ἀνακουφίσουν τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὶς ψυχικὲς διαταραχές.
Παρόλα ὅμως τὰ ἐλπιδοφόρα κατὰ τὴ γένεση τῆς ψυχανάλυσης ψυχοθεραπευτικὰ ἀποτελέσματα, ὁ Φρόυντ καὶ ἄλλοι μεγάλοι ψυχολόγοι καὶ ψυχοθεραπευτές, θὰ ὁμολογήσουν ὅτι οἱ νευρώσεις καὶ ἄλλα ψυχικὰ προβλήματα, ἀποτελοῦν ψυχαναγκαστικὲς ἐκδηλώσεις τῆς φύσης μας καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευτοῦν. Ὁμολογοῦν δὲ ὅλοι μία πλήρη ἄγνοια γιὰ τὸ τί εἶναι ψυχή, τί ψυχικὴ ὑγεία καὶ τί ἀσθένεια . Σκοπὸς λέγουν τελικά της ψυχοθεραπείας δὲν εἶναι νὰ θεραπευτεῖ ἡ ψυχή, ἀλλὰ νὰ συμβιβαστεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ συμπλέγματά του καὶ ἀλλὰ ψυχικὰ προβλήματα ἔτσι ὥστε νὰ νοιώσει γαλήνη καὶ εὐχάριστα. Ἔτσι ὁ ἰσχυρισμὸς κάποιων ποιμένων καὶ ψυχοθεραπευτῶν στὴν Ἑλλάδα, ποὺ ἀξιώνουν τὴν ἀλλαγὴ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, ὅτι θεραπεύοντας τὰ ψυχικά μας προβλήματα μὲ τὰ φῶτα τοῦ Φρόυντ, θὰ ἐπιτρέψουμε στὴν θεία Χάρη νὰ ἐνεργήσει μέσα μας καὶ νὰ προοδεύσουμε ἔτσι πνευματικά, εἶναι ἔολος καὶ παραπλανητικός. Ὅμως, σύμφωνα καὶ πάλι μὲ μελετητὲς τῆς σύγχρονης ψυχοθεραπείας, ἡ ψυχανάλυση ἀποτελεῖ καὶ μέσο χειραγώγησης καὶ κοσμικῆς ποιμαντικῆς καθοδήγησης σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Ὁ ψυχαναλυόμενος , ὅπως ἔχουν ἀποδείξει πολλοὶ ἐπιστήμονες, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ψυχοθεραπευτῆ, καὶ χειραγωγεῖται κατὰ τὰ πρότυπά του ὑποτίθεται σωτήρα τῆς ψυχῆς τοῦ ψυχοθεραπευτῆ. Καὶ τὸ πρότυπο φρόνημα ὅλων ἀνεξαιρέτων τῶν μεγάλων ψυχοθεραπευτῶν ποὺ θεμελίωσαν τὶς γνωστὲς σχολὲς ψυχοθεραπείας παγκοσμίως εἶναι τὸ σαρκικὸ φρόνημα, αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ καταστρατηγεῖ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.







