Θεῷ παρεσκεύασας ἁγνὸν ὡς δόμον,
Σαυτὴν ἄγουσα, Σεμνή, εἰς κατοικίαν.
Παρασκευὴν ἔκτανεν εἰκάδι χαλκὸς ἐν ἕκτῃ.
Ἡ Ἁγία Παρασκευὴ γεννήθηκε στή Ῥώμη στα χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Ἀντωνίνου (138 - 160 μ.Χ.). Ἤταν κόρη τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν, Ἀγάθωνα καὶ Πολιτείας, οἱ ὁποῖοι φροντίσαν γιά τὴν χριστιανικὴ ἀγωγὴ της, ὅπως εἶχαν ὑποσχεθεῖ στό Θεὸ στήν περίπτωσή πού θὰ τοὺς ἔδινε ἕνα παιδί. Ἐπειδὴ τὸ παιδὶ γεννήθηκε ἡμέρᾳ Παρασκευῇ ἔλαβε αὐτὸ τὸ ὄνομα.
Μετὰ τὸ θάνατο τῶν γονέων της, ἡ Παρασκευὴ μοίρασε ὅλη τὴν περιουσία της στούς φτωχοὺς καὶ ἀνέπτυξε ἱεραποστολικὴ δραστηριότητα στήν Ῥώμη καὶ στά περίχωρα τῆς πόλης, κηρύσσοντας τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ δράση της προκάλεσε τὸν εἰδωλολάτρη αὐτοκράτορα Ἀντωνίνο, ὁ ὁποῖος τὴν συνέλαβε καὶ τῆς ὑποσχέθηκε ὑλικὰ ἀγαθὰ στήν περίπτωσή πού θὰ θυσίαζε στα εἴδωλα. Βλέποντας ὅμως πῶς ἡ Ἁγία παρέμενε σταθερὴ στήν πιστὴ της, τὴν ὑπέβαλε στό βασανιστήριο τῆς πυρακτωμένης περικεφαλαίας, τὸ ὁποῖο ὑπέμεινε μὲ καρτερικότητα. Τότε ὁ Ἀντωνίνος διέταξε καὶ τὴν ἔβαλαν σὲ ἕνα λέβητα μὲ καυτὸ λάδι καὶ πίσσα. Ἐπειδὴ ὅμως εἶδε τὴν Ἁγία ἄθικτη, πλησίασε τὸ πρόσωπό του στόν λέβητα - καθὼς δέν μποροῦσε νά ἐξηγήσει πῶς ἡ Ἁγία εἶχε μείνει ἀνέπαφη - γιά νά δοκιμάσει ἂν πράγματι εἶναι καυτό, καὶ ἀμέσως τυφλώθηκε. Ἡ Ἁγία μὲ προσευχὴ ἔδωσε στόν Ἀντωνίνο τὸ φῶς του, μὲ ἀποτέλεσμα νά πιστέψει στό Χριστὸ ἢ κατ' ἄλλους νά σταματήσει τοὺς διωγμοὺς ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Ἐλευθέρωσε πάντως τὴν Ἁγία Παρασκευή, ἡ ὁποία συνέχισε να κηρύττει τὸ Εὐαγγέλιο σὲ ἄλλα μέρη, μέχρι πού ἔφτασε στην Ἑλλάδα.
Στά Τέμπη ἔνας εἰδωλολάτρης ἄρχοντας τὴν ὑπέβαλε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια, τὰ ὁποῖα ὑπέμεινε καρτερικά, γιά νά τελειωθεῖ μὲ διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασαμένη φερώνυμε, τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴἀθλοφόρε· ὅθεν προχέεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τὸν ναόν σου πάνσεμνε, ὡς ἱατρεῖον ψυχικὸν εὑράμενοι, ἐν τούτῳ πάντες οἱ πιστοί, μεγαλοφώνως τιμῶμέν σε, Ὁσιομάρτυς Παρασκευὴἀοίδιμε.







