Αρχιμανδρίτου Κωνσταντίνου Χαραλαμποπούλου
Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεώς μας
Ἕναν ἐκ τῶν ἐπιφανεστέρων Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, «τόν δεύτερο Πρόδρομο τῆς παρουσίας Χριστοῦ» κατά τό χαρακτηριστικό τροπάριο τῆς ἑορτῆς του, πανηγυρίζει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.
Αὐτόν τόν μεγάλο Προφήτη μέ τήν ἐπιβλητική παρουσία, αὐτόν πού ηὐτήχησε νά ἴδει τόν Θεό στό ὄρος Χωρίβ, αὐτόν πού ἀνελήφθη μέ πύρινη ἅμαξα στούς οὐρανίους θαλάμους, ἀφοῦ ἔζησε ἔντονα τήν πνευματικότητα, τιμοῦμε καί γεραίρουμε. Δέν ἑορτάζουμε τήν κοίμησή του, ἀλλά τήν ἀνάληψή του. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἠλίας δέν ἀνελήφθη, ὅπως ὁ Ἰησοῦς στόν οὐρανό, ἀλλά ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά φανεῖ ὅτι ἀνελήφθη καί πρός τοῦτο ἐνεφανίσθη μέ τό ὑλικό του σῶμα ὡς ἐκπρόσωπος τῶν ζώντων δίπλα στόν Ἀρχιποίμενα Χριστό μαζί μέ τόν Μωυσῆ κατά τήν θεία Μεταμόρφωση ἐπι τοῦ ὄρους Θαβώρ. Ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐνώχ ἦσαν οἱ μοναδικοί ἄνθρωποι πού ἀνελήφθησαν στόν οὐρανό χωρίς νά ἔχουν κοιμηθεῖ.
«Ὁ πρό συλλήψεως ὤν ἡγιασμένος, ὁ ἔνσαρκος Ἄγγελος, ὁ νοῦς ὁ πύρινος, ὁ ἐπουράνιος ἄνθρωπος, ὁ τῆς Δευτέρας Χριστοῦ ἐλεύσεως θεῖος Πρόδρομος Ἠλίας ὁ ἔνδοξος τῶν προφητῶν ἡ Κρηπίς» ὑπάρχει ἐντός τῆς κιβωτοῦ τῆς σωτηρίας. Μόνον ἐντός τῆς θείας αὐτῆς κιβωτοῦ ἀνασταίνεται ὁ ἄνθρωπος, συνομιλεῖ μέ τόν Θεό μέσα ἀπό τήν εὐχαριστιακή σύναξη τῆς θείας Λειτουργίας, κοινωνώντας τό τίμιο Σῶμα καί τό Πανάχραντο Αἷμα τοῦ Κυρίου, παροτρύνεται σέ ἔργα ἀγαθά καί εὐάρεστα πρός τόν Θεό καί ἀπολαμβάνει βαθείας πνευματικότητος, ὡσάν καί αὐτήν τοῦ ἑορταζομένου Προφήτου πού ἐκ νεότητός του, ὡς ἐξήγησαν οἱ ἱερεῖς στόν πατέρα του τό ὅραμα, τό ὁποῖον εἶδε ἐκεῖνος γιά τόν υἱόν του, ὅτι ἄνδρες δηλαδή λευκοφόροι τόν ὀνόμαζαν Ἠλία πού σημαίνει «Θεός» καί τόν σπαργάνωναν μέ πῦρ καί τοῦ ἔδιναν νά φάει φλόγα πυρός, αὐτό τό παιδί τό καταγόμενον ἀπό τήν Θέσβη – ἐξ οὗ καί Θεσβίτης – θά κατοικεῖτο ἀπό φῶς καί ὁ λόγος του θά ἦταν ἀπόφαση καί ἡ ζωή του σύμφωνη μέ τό θέλημα τοῦ θεοῦ καί θά ἔκρινε τόν Ἰσραήλ μέ πῦρ καί μάχαιρα.
Καί ὁ πνευματοφόρος Ἠλίας δέν ἄργησε νά φανερώσει τήν πνευματική του ἐξουσία πρός τούς ἀσεβεῖς βασιλεῖς Ἀχαάβ καί τήν γυναῖκα του Ἰεζάβελ, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν ἀπό τήν Φοινίκη τήν λατρεία τοῦ θεοῦ Βάαλ, γκρέμισαν τά θυσιαστήρια τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, κατεδίωξαν τούς ἱερεῖς καί τούς προφήτας, καί παρέσυραν στήν εἰδωλολατρία πληθώρα Ἰσραηλιτῶν. Ἔρχεται μαζί τους σέ σύγκρουση, ἐλέγχοντάς τους καί προειδοποιώντας τους γιά ἐπερχόμενη ἀνομβρία πού, ὅταν ἄρχισε, διήρκεσε τριάμισι χρόνια. Καταδιωκόμενος δέ ἀπό τόν βασιλέα Ἀχαάβ κατέφυγε στόν χείμαρρο τοῦ Ἰορδάνη Χορράθ. Καί ἐκεῖ συμβαίνει τό θαυμαστό. Ὁ Θεός καθίσταται ἑστιάτωρ τοῦ Προφήτου μέσῳ ἑνός πτηνοῦ (κόρακα) πού τοῦ ἔφερνε τό πρωί ἄρτους και τό βράδυ κρέας, γιά νά τραφεῖ καί νά διατηρηθεῖ στήν ζωή, διότι ἔπρεπε νά διαδίδει τό εὐλογημένο ὄνομα τοῦ Κυρίου μέσῳ τῶν θαυμάτων, ὅπως ὅτι κατέβασε τρεῖς φορές πῦρ ἀπό τόν οὐρανό ἤ ὅταν ἀνέστησε τόν υἱό τῆς Σαρεθίτισσας χήρας.
Ἀλήθεια πόση ἀνάγκη ἔχομε ἀπό τήν παρουσία τῶν Ἁγίων, τῶν Προφητῶν, τῶν ὁμολογητῶν στήν ζωή μας. Πόση ἀνάγκη ἔχομε νά ἀντλοῦμε ἀπό αὐτούς τήν Μυσταγωγία τῶν Κατηχήσεών τους, τῶν θαυμάτων τους, τῆς ἐναρέτου ζωῆς τους. Ἡ ζωή τους θεμελιώνει τήν δική μας, διότι ἔχομε κί ἐμεῖς ἀνάγκη ἀπό τόν χυμό τοῦ θείου δένδρου τῆς Ἐκκλησίας, νά πιοῦμε καί νά ξαναπιοῦμε μέσα ἀπό τά λάθη, τίς ἀδυναμίες μας, τίς μικρότητές μας, τήν πτώση μας, ἐντός τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἐπανεκκινήσεώς μας μέσῳ τοῦ Μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως, μέχρι νά βροῦμε τήν μέλλουσαν πόλιν, ἐντός τῆς ἀθανασίας πού συντελεῖται στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. «Κύριος βοηθός μου καί σωτήρ μου τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστής τῆς ζωῆς μου, ἀπό τίνος δειλιάσω;» Ἡ πίστη στόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία του εἶναι σχέση προσωπική, εἶναι ἕνας μυστηριώδης δεσμός ζωῆς ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν θεάνθρωπο. Κάνει τόν ἄνθρωπο νά ἀποκτᾷ «ἐπίγνωσιν θείων μυστηρίων» καί ἀκόμη πιό πολύ «νά κοινωνῇ τῷ Θεῷ», ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ Ἅγιος Μακάριος. Εἶναι μία ἐμπιστοσύνη πού γεννᾶται ὄχι μέ ἀποδείξεις, συλλογισμούς καί ἐπιχειρήματα, ἀλλά μέ τήν ἀγκαλιά πού δίδει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, μᾶς λέγει ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός. Αὐτή τήν σχέση τῆς ἐμπιστοσύνης στήν ἀγάπη καί τήν πανσοφία τοῦ Θεοῦ εἶχε ὁ ἑορταζόμενος Θεσβίτης Ἠλίας ὁ μονώτατος ζηλωτής, ὁ νικηφόρος ἀγωνιστής, πού ἀνήλωσε τήν ζωή του σέ ἔργα ὑπέρ τῆς Δόξης τοῦ θεοῦ.
Αὐτός ὁ δρόμος πού ἐμπεριεπάτησε ὁ Προφήτης Ἠλίας, εἶναι ὁ δρόμος τῆς πίστεως πρός τόν Θεό, μία σχέση ἐλεύθερη, ἀβίαστη, εἰλικρινής καί ἀνιδιοτελής. Μία σχέση πού συνεχῶς ἐπιβεβαιώνεται καί προάγεται μέ ἀδιάκοπο ἀγῶνα. Σέ κανένα σημεῖο τοῦ δρόμου δέν μπορεῖς νά πεῖς ὅτι ἐδῶ τελείωσα. Ὅσο κοιτάζεις τό τέρμα, τόσο ἔχεις τήν αἴσθηση ὅτι βρίσκεσαι στήν ἀρχή. Καί τότε θέλεις περισσότερο νά προχωρήσεις. Ἔτσι, ἡ πίστη γίνεται μία συνεχής κατάκτηση, μία διαρκής προαγωγή. Αὐτήν τήν πίστη τοῦ ζηλωτοῦ Προφήτου Ἠλιού του Θεσβίτου ἄς προσπαθήσουμε νά τήν φέρουμε καί στήν δική μας ψυχή, τήν δική μας καρδιά καί ὡς ἀληθεῖς χριστιανοί νά προστεθοῦμε κί ἐμεῖς στήν στρατιά τῶν καλῶν ἀγωνιστῶν τοῦ Χριστοῦ. Χρειαζόμαστε πρωτοπόρους, ὅπως ὁ Προφήτης Ἠλίας, γιά νά τούς ἀκολουθήσουν ὅλες οἱ παρατάξεις τῶν ἀνθρώπων πού ἔχουν τήν διάθεση νά ἀντιδράσουν κατά τοῦ ποικιλόμορφου κακοῦ πού ὑπάρχει στήν κοινωνία μας σήμερα.
Χρειαζόμαστε ζηλωτές πού θά ἔχουν φωνή ἀνυψώσεως στά κακῶς κείμενα πού μαστίζουν τήν πατρίδα μας καί τόν κόσμο, ὅσο μποροῦμε νά ἐπηρεάσουμε μέ τήν φωνή τῆς Ἐκκλησίας. Πνευματικούς ταγούς μέ βαθειά αἴσθηση εὐθύνης πού ἀπορρέει τοῦ ἀξιώματός τους. Καί μεῖς οἱ κληρικοί ἰδιαιτέρως ὁ καθένας δίδοντας τόν δικό του ἀγῶνα, προσευχόμενοι καί δεόμενοι τοῦ Ἁγίου Θεοῦ νά μᾶς χαριτώσει καί νά μᾶς ἀξιώσει ἡ ἐπίγεια ζωή μας νά στεφθεῖ μέ τό πῦρ τῆς θεότητος καί τίς δάφνες τοῦ ἀμαραντίνου στεφάνου τοῦ ἑορταζομένου προφήτου.







