Μὲ σημαία τὸν Σταυρὸ

simaiaΗ Ἰανουαρίου 1822. Ὕστερα ἀπὸ τέσσερις αἰῶνες σκλαβιᾶς τὸ ἑλληνικὸ Ἔθνος διὰ τῶν νομίμων ἐκπροσώπων του στὴν Α΄ Ἐθνοσυνέλευση τῆς Ἐπιδαύρου, διακηρύττει ἐπίσημα «ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ὕπαρξιν καὶ ἀνεξαρτησίαν». Συγχρόνως ἀποφασίζει τὴν καθιέρωση ἑνιαίας σημαίας, ἡ ὁποία ὁρίζεται νὰ εἶναι γαλανόλευκη καὶ νὰ φέρει τὸ σύμβολο τοῦ Σταυροῦ.

Δὲν ἦταν αὐθαίρετη ἐπιλογὴ οὔτε τυχαία ἱστορικὴ συγκυρία τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ἱερότερο σύμβολο τῆς χριστιανικῆς Πίστεως, ὁ Τίμιος Σταυρός, καθιερώθηκε ὡς ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς ἑλληνικῆς σημαίας, τοῦ ἐνδοξότερου ἐθνικοῦ μας συμβόλου. Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ τῆς Α΄ Ἐθνοσυνελεύσεως, ποὺ ἐπικυρώθηκε καὶ ἀπὸ τὶς ἑπόμενες δύο Ἐθνοσυνελεύσεις, ἦταν ἡ ἐπίσημη ἀναγνώριση τοῦ κοινοῦ χαρακτηριστικοῦ ποὺ εἶχαν σχεδὸν ὅλες οἱ σημαῖες τῶν Ἀγωνιστῶν: τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ.

Τὴν πρώτη ἐπίσημη σημαία τῆς Ἐ­παναστάσεως ὕψωσε ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης στὸ Ἰάσιο τῆς Μολδαβίας, στὶς 22 Φεβρουαρίου 1821. Ἡ σημαία αὐτὴ ἦταν τρίχρωμη καὶ στὴ μία πλευρά της εἶχε τὴν εἰκόνα τῶν ἁγίων Κωνσταν­τίνου καὶ Ἑλένης μὲ τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ τὴν ἐπιγραφὴ «ΕΝ ΤΟΥΤῼ ΝΙΚΑ». Τὸν Σταυρὸ ὡς τρόπαιο νίκης προέβαλε ὁ Ὑψηλάντης καὶ στὴν ἐμπνευσμένη Προκήρυξή του: «Εἶναι καιρὸς νὰ ἀποτινάξωμεν τὸν ἀφόρητον τοῦτον ζυγόν, νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν Πατρίδα, νὰ κρημνίσωμεν ἀπὸ τὰ νέφη τὴν ἡμισέληνον, διὰ νὰ ὑψώσωμεν τὸ σημεῖον δι’ οὗ πάντοτε νικῶμεν, λέγω τὸν Σταυρόν, καὶ οὕτω νὰ ἐκδικήσωμεν τὴν Πατρίδα, καὶ τὴν Ὀρθόδοξον ἡμῶν Πίστιν ἀπὸ τὴν ἀσεβῆ τῶν ἀσεβῶν καταφρόνησιν».

Σημαία ὁλόλευκη μὲ Σταυρὸ πλαισιωμένο ἀπὸ στεφάνι δάφνης εἶχε ὁ Ἀετὸς τῆς Ρούμελης, ὁ Μᾶρκος Μπότσαρης. Τὸν Σταυρὸ εἶχε στὸ κέντρο τῆς σημαίας του κι ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ. Κι ὁ θρυλικὸς Παπαφλέσσας ὕστερα ἀπὸ τὴν πρώτη μεγάλη νίκη τῶν Ἑλλήνων, τὴν ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς, προκειμένου νὰ ὑψώσει ἑλληνικὴ σημαία, ἔκοψε ἕνα κομμάτι ὕφασμα ἀπὸ τὸ γαλάζιο ράσο του, ἔσχισε καὶ δύο λωρίδες ἀπὸ τὴ λευκὴ φουστανέλλα τοῦ ἀγωνιστῆ Κεφάλα κι ἔφτιαξε αὐτοσχέδια «σημαία κυανὴ μὲ λευκὸν σταυρόν».

Ἀλλὰ ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ κυμάτιζε ἐπιβλητικὸς στὶς σημαῖες τῶν ὁπλαρχηγῶν, ἦταν ἐπίσης βαθιὰ χαραγμένος στὶς καρδιές τους καὶ τοὺς μετέδιδε θάρρος καὶ ἀνδρεία. Ἔλεγε ὁ ναύαρχος Μιαούλης: «Προχωροῦμε μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Σταυροῦ». Καὶ ὁ Ψαριανὸς ἥρωας Κανάρης μὲ τὸν δαυλὸ στὸ χέρι, πλάι στὴν τούρκικη ναυαρχίδα, τὴν κρίσιμη ὥρα φώναξε στοὺς ναῦτες του: «τὸν σταυρόν σας καὶ ρίξτε τοὺς γάντζους!»

Παράλληλα, τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ὡς αἰώνιο σύμβολο θυσίας, ἐνέπνεε τοὺς Ἀγωνιστὲς νὰ μάχονται μὲ ἀξιοθαύμαστη αὐταπάρνηση καὶ ἀπόφαση θανάτου. Ἡ θυσία τοῦ Ἐσταυρωμένου συγκινοῦσε τὶς καρδιές τους καὶ δυνάμωνε μέσα τους τὸν πόθο νὰ προσφέρουν κι αὐτοὶ τὴ ζωή τους θυσία γιὰ τὸ Γένος, προκειμένου νὰ ἐλευθερωθεῖ ἡ Πατρίδα. Γι’ αὐτὸ κι ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης σημειώνει χαρακτηριστικά: «αὐτείνη ἡ πατρίδα δὲν λευτερώθη μὲ παραμύθια, λευτερώθη μ’ αἵματα καὶ θυσίες». 

***

Ἔτσι ἀγωνίσθηκαν οἱ τιτανομάχοι τοῦ 1821: μὲ Πίστη στὸ Θεὸ καὶ ἀπόφαση ὁλοκληρωτικῆς θυσίας. Γι’ αὐτὸ κι ἔκαναν σημαία τους τὸν Σταυρό. Κι ἀποφάσισαν νὰ ἑνώσουν τὰ δύο αὐτὰ ἱερὰ σύμβολα – τὸν Σταυρὸ καὶ τὴ Σημαία – γιὰ νὰ διαλαλοῦν στοὺς αἰῶνες ὅτι σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο ἡ Πίστη καὶ ἡ Πατρίδα εἶναι βαθιὰ ριζωμένες καὶ ἀδιάσπαστα ἑνωμένες. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀτίμητη κληρονομιά, ποὺ μᾶς ἄφησαν οἱ ἥρωες τοῦ ᾿21.


Εκτύπωση   Email